Από την 1η Απριλίου τίθεται σε ισχύ ο νέος κατώτατος μισθός στα 920 ευρώ μεικτά, αυξημένος κατά 40 ευρώ ή 4,55%, σε μια παρέμβαση που αφορά περίπου 700.000 εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα και επηρεάζει συνολικά το μισθολογικό τοπίο της χώρας.
Σε σύγκριση με το 2019 η αύξηση είναι σωρευτικά 270 ευρώ τον μήνα ή 3.780 ευρώ ετησίως (+41,54%), με την υπουργό Εργασίας Νίκη Κεραμέως να κάνει λόγο για «τέσσερις έως έξι επιπλέον μισθούς τον χρόνο» και για ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος εντός των αντοχών της οικονομίας. Βέβαια, σε ένα περιβάλλον υψηλού ενεργειακού κόστους, πληθωριστικών πιέσεων και γεωπολιτικής αβεβαιότητας λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή, το βάρος κατανέμεται άνισα: οι επιχειρήσεις επωμίζονται το μεγαλύτερο κόστος, ενώ το κράτος ενισχύει άμεσα τα έσοδά του μέσω εισφορών και φόρων. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, όπως φαίνεται και από τις πρώτες αντιδράσεις των φορέων, ότι εντείνονται οι ανησυχίες και τα αιτήματα για μείωση εισφορών και φορολογικών βαρών.
Τα «κέρδη» του κράτους
Το κρίσιμο ερώτημα για τους εργαζομένους είναι τι φτάνει τελικά «στην τσέπη». Με βάση τα αναλυτικά παραδείγματα μισθοδοσίας που παρουσιάζει η «Κ», εργαζόμενος χωρίς προϋπηρεσία θα δει καθαρή αύξηση περίπου 27,7 ευρώ, ενώ το συνολικό κόστος για την επιχείρηση αυξάνεται κατά 48,7 ευρώ. Δηλαδή, σημαντικό μέρος της αύξησης κατευθύνεται σε εισφορές και φόρους. Αντιστοίχως, για έναν εργαζόμενο με μία τριετία, η καθαρή αύξηση φτάνει τα 30 ευρώ και με τρεις τριετίες περίπου τα 35 ευρώ, ενώ το κόστος για τον εργοδότη ξεπερνάει τα 60 ευρώ (58,5 και 63,3 ευρώ αντιστοίχως). Οσο για το Δημόσιο, αποδεικνύεται ο μεγαλύτερος κερδισμένος, καθώς από τα 40 ευρώ αύξησης «κερδίζει» τα 21, που κατευθύνονται σε εισφορές και φόρους (5,3 ευρώ εισφορές εργαζομένου, 8,72 εισφορές εργοδότη και 6,93 ευρώ φόρος). Στην περίπτωση δε του εργαζομένου με τρεις τριετίες, από τα 52 ευρώ της αύξησης στο Δημόσιο κατευθύνονται 28,2 ευρώ.
Η εικόνα διαφοροποιείται ανά ηλικία. Για εργαζόμενο κάτω των 25 ετών οι καθαρές αποδοχές διαμορφώνονται στα 797 ευρώ, με μηνιαία αύξηση 54 ευρώ λόγω των πρόσφατων φορολογικών παρεμβάσεων. Στην ηλικιακή ομάδα 26-30 ετών, τα καθαρά φτάνουν στα 781 ευρώ, με αύξηση 38 ευρώ. Για εργαζομένους άνω των 30 ετών, η αύξηση κυμαίνεται περίπου στα 29-35 ευρώ καθαρά, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση.
Αναλυτικά, σημαντική είναι η ενίσχυση για τους εργαζομένους ηλικίας έως 25 ετών, καθώς από την 1η Απριλίου η 8ωρη απασχόληση θα αμείβεται με 797 ευρώ καθαρά έναντι 762 ευρώ που καταβάλλονταν μέχρι σήμερα, καθώς δεν επιβάλλεται καθόλου παρακράτηση φόρου. Στους εργαζομένους ηλικίας 26 έως 30 ετών ισχύουν ευνοϊκότεροι συντελεστές φορολογίας σε σχέση με τους άνω των 30 ετών, με αποτέλεσμα ο νέος κατώτατος μισθός, μετά τον υπολογισμό των ασφαλιστικών εισφορών και της παρακράτησης φόρου, να διαμορφώνεται στα 781 ευρώ αντί για 749 ευρώ που δίδονται σήμερα.
Για εργαζόμενο κάτω των 25 ετών οι καθαρές αποδοχές φτάνουν στα 797 ευρώ, με αύξηση 54 ευρώ, λόγω των ευνοϊκών φορο-λογικών αλλαγών.
Τέλος, η πολυπληθέστερη ομάδα μισθωτών που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό είναι αυτή των ατόμων ηλικίας άνω των 30 ετών, με τον κατώτατο μισθό να διαμορφώνεται στα 772 ευρώ καθαρά, αντί για 744 ευρώ που δίδονται σήμερα.
Σημαντικό είναι ότι η αύξηση συμπαρασύρει και μια σειρά από επιδόματα, αλλά και τους μισθούς στο Δημόσιο. Ετσι, για παράδειγμα, το επίδομα ανεργίας, το οποίο αυξάνεται αναλογικά, καθώς υπολογίζεται ως ποσοστό του κατώτατου μισθού, ενισχύεται στα 540 ευρώ (από 509) σε μια περίοδο αυξημένου κόστους ζωής. Παράλληλα, αυξάνονται παροχές που συνδέονται με το ημερομίσθιο, όπως το επίδομα μαθητείας και ειδικών επαγγελμάτων.
Το Δώρο του Πάσχα
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στο Δώρο του Πάσχα. Οπως ξεκαθάρισε το υπουργείο Εργασίας, παρότι θα καταβληθεί τον Απρίλιο, θα υπολογιστεί με βάση τις αποδοχές της 28ης Μαρτίου 2026, δηλαδή με τον παλιό κατώτατο μισθό των 880 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι δεν θα δουν άμεσα την αύξηση στο συγκεκριμένο επίδομα.
Η απόφαση της κυβέρνησης για αυξήσεις στον κατώτατο μισθό της τάξης του 4,55%, στηρίχθηκε, σύμφωνα με την υπουργό Εργασίας Νίκη Κεραμέως, στα θετικά μακροοικονομικά στοιχεία –ανάπτυξη ΑΕΠ 2,1%, αύξηση επενδύσεων και μείωση ανεργίας στο 7,7%–, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη και τις δυνατότητες της οικονομίας.
Βέβαια, στην πράξη, και παρά τη θετική κατεύθυνση της αύξησης, το τελικό της αποτύπωμα στην καθημερινότητα των εργαζομένων και των επιχειρήσεων φαίνεται ότι θα κριθεί από το κατά πόσο θα περιοριστούν οι πιέσεις του κόστους ζωής και κυρίως από το αν θα συνεχιστεί η θετική ανταπόκριση των επιχειρήσεων και των εργαζομένων στην κίνηση των κοινωνικών εταίρων να υπογράψουν την κοινωνική συμφωνία με την οποία στηρίζουν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και την υπογραφή συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Πόσο αυξάνονται οι αποδοχές στο Δημόσιο
Οριζόντια αύξηση 40 ευρώ μεικτά τον μήνα θα δουν οι δημόσιοι υπάλληλοι, σε συνέχεια της αύξησης του κατώτατου μισθού που ανακοινώθηκε χθες από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη. Το δημοσιονομικό κόστος της αύξησης για το Δημόσιο εκτιμάται στον προϋπολογισμό στα 358 εκατ. ευρώ το 2026.

Συνολικά για το 2026, αν ληφθούν υπόψη η μείωση του φόρου εισοδήματος που εφαρμόστηκε από τον Ιανουάριο, καθώς και οι μισθολογικές παρεμβάσεις στις Ενοπλες Δυνάμεις στα Σώματα Ασφαλείας και στο υπουργείο Εξωτερικών, οι συνολικές αυξήσεις στις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων διαμορφώνονται περίπου στο ένα δισ. ευρώ. Σε ορίζοντα τετραετίας, από το 2023 έως το 2026, το συνολικό ετήσιο δημοσιονομικό κόστος των αυξήσεων ανέρχεται σε περίπου 3,3 δισ. ευρώ. Επειδή απαιτείται κάποιος χρόνος για τις οικονομικές υπηρεσίες των φορέων ώστε να προσαρμόσουν τις μισθοδοσίες, σε ορισμένες περιπτώσεις η νέα αύξηση μπορεί να εμφανιστεί στη μισθοδοσία του Μαΐου. Ωστόσο, το ποσό που αντιστοιχεί στον Απρίλιο θα καταβληθεί αναδρομικά.
Παραδείγματα
• Υπάλληλος χωρίς θέση ευθύνης, πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, με δύο τέκνα, με 20 χρόνια προϋπηρεσία:
Τον Ιανουάριο του 2026 λάμβανε καθαρά 1.385 ευρώ. Μετά και την αύξηση του κατώτατου θα λαμβάνει 1.942 μεικτά και 1.410 καθαρά. Στα καθαρά, η αύξηση των 40 ευρώ αποφέρει μηνιαία αύξηση περίπου 26 ευρώ.
• Υπάλληλος χωρίς θέση ευθύνης, πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, 25 ετών, χωρίς τέκνα, χωρίς προϋπηρεσία:
Τον Ιανουάριο του 2026 λάμβανε καθαρά 927 ευρώ. Μετά και την αύξηση του κατώτατου θα λαμβάνει 1.232 μεικτά και 958 καθαρά. Στα καθαρά, η αύξηση των 40 ευρώ αποφέρει μηνιαία αύξηση περίπου 31 ευρώ.
• Προϊστάμενος τμήματος, πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, χωρίς τέκνα, με 20 χρόνια προϋπηρεσία:
Τον Ιανουάριο του 2026 λάμβανε καθαρά 1.485 ευρώ. Μετά και την αύξηση του κατώτατου θα λαμβάνει 2.199 μεικτά και 1.508 καθαρά. Στα καθαρά, η αύξηση των 40 ευρώ αποφέρει μηνιαία αύξηση περίπου 22 ευρώ.
Το δημοσιονομικό κόστος της αύξησης για το Δημόσιο ανέρχεται στα 358 εκατ. ευρώ το 2026.
• Υπάλληλος χωρίς θέση ευθύνης, τεχνολογικής εκπαίδευσης, με δύο τέκνα, με 20 χρόνια προϋπηρεσία:
Τον Ιανουάριο του 2026 λάμβανε καθαρά 1.324 ευρώ. Μετά και την αύξηση του κατώτατου θα λαμβάνει 1.847 μεικτά και 1.350 καθαρά. Στα καθαρά, η αύξηση των 40 ευρώ αποφέρει μηνιαία αύξηση περίπου 26 ευρώ.
• Υπάλληλος χωρίς θέση ευθύνης, υποχρεωτικής εκπαίδευσης, με δύο τέκνα, χωρίς προϋπηρεσία:
Τον Δεκέμβριο του 2025 λάμβανε καθαρά 778 ευρώ. Μετά και την αύξηση του κατώτατου θα λαμβάνει 1.040 μεικτά και 809 καθαρά. Στα καθαρά, η αύξηση των 40 ευρώ αποφέρει μηνιαία αύξηση περίπου 31 ευρώ.
• Διευθυντής, πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, χωρίς τέκνα, με 30 χρόνια προϋπηρεσία:
Τον Ιανουάριο του 2026 λάμβανε καθαρά 1.767 ευρώ. Μετά και την αύξηση του κατώτατου θα λαμβάνει 2.702 μεικτά και 1.790 καθαρά. Στα καθαρά, η αύξηση των 40 ευρώ αποφέρει μηνιαία αύξηση περίπου 22 ευρώ.
• Υπάλληλος χωρίς θέση ευθύνης, τεχνολογικής εκπαίδευσης, με τρία τέκνα, με 20 χρόνια προϋπηρεσία:
Τον Ιανουάριο του 2026 λάμβανε καθαρά 1.417 ευρώ. Μετά και την αύξηση του κατώτατου θα λαμβάνει 1.897 μεικτά και 1.445 καθαρά. Στα καθαρά, η αύξηση των 40 ευρώ αποφέρει μηνιαία αύξηση περίπου 28 ευρώ.
• Υπάλληλος χωρίς θέση ευθύνης, πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, με τέσσερα τέκνα, με 20 χρόνια προϋπηρεσία:
Τον Ιανουάριο του 2026 λάμβανε καθαρά 1.557 ευρώ. Μετά και την αύξηση του κατώτατου θα λαμβάνει 2.042 μεικτά και 1.588 καθαρά. Στα καθαρά, η αύξηση των 40 ευρώ αποφέρει μηνιαία αύξηση περίπου 31 ευρώ.
Περαιτέρω μείωση μη μισθολογικού κόστους ζητούν οι επιχειρήσεις
Με ανάμεικτα συναισθήματα υποδέχθηκαν εργαζόμενοι και εκπρόσωποι των μικρομεσαίων επιχειρήσεων τις χθεσινές ανακοινώσεις της κυβέρνησης για την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ από την 1η Απριλίου. Οι εργαζόμενοι τονίζουν μεν ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού είναι θετική εξέλιξη, ωστόσο είναι ανεπαρκής να αντισταθμίσει τις απώλειες των εισοδημάτων από την ακρίβεια. Οι δε εργοδοτικές οργανώσεις των μικρομεσαίων επισημαίνουν την ανάγκη να στηριχθούν οι επιχειρήσεις με μέτρα, έτσι ώστε να αντισταθμιστεί το κόστος λειτουργίας τους από την αύξηση των μισθών. Αμφότεροι, τέλος, επισημαίνουν την ανάγκη ο καθορισμός του κατώτατου μισθού να προκύπτει από τις συλλογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και όχι μέσω επιβολής από την κυβέρνηση.

«Την ώρα που οι εργαζόμενοι συνεχίζουν να βρίσκονται αντιμέτωποι με την ακρίβεια και το αυξημένο κόστος διαβίωσης, η κυβέρνηση ανακοίνωσε αύξηση μόλις 40 ευρώ στον κατώτατο μισθό. Η ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι μια τέτοια περιορισμένη αύξηση δεν μπορεί να αντισταθμίσει την υποχώρηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης, καθώς οι συνεχείς ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά, ενέργεια και στέγαση εξακολουθούν να πιέζουν σοβαρά τα εισοδήματα των εργαζομένων», αναφέρει σε ανακοίνωσή της η ΓΣΕΕ, προσθέτοντας ότι η εκτίμηση του Ινστιτούτου Εργασίας της για το 2026 προσδιορίζει τον μηνιαίο ακαθάριστο κατώτατο μισθό αξιοπρεπούς διαβίωσης στα 1.052 ευρώ μεικτά. Η Συνομοσπονδία τονίζει για ακόμη μια φορά ότι ο καθορισμός του κατώτατου μισθού μέσω μονομερών κυβερνητικών αποφάσεων, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων, δεν πρέπει να συνεχιστεί.
Ο καθορισμός του κατώτατου μισθού πρέπει να προκύπτει από τις συλλογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των κοινωνικών εταίρων.
«Θετικό και αναγκαίο μέτρο» χαρακτηρίζει την αύξηση η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ). Ωστόσο, υποστηρίζει ότι «στο σημερινό περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων, καθίσταται αναγκαία η μείωση των φορολογικών και άλλων βαρών, η κατάργηση της τεκμαρτής φορολόγησης, αλλά και όποιων κεφαλικών φόρων είναι σε ισχύ, ο αποτελεσματικός έλεγχος των τιμών, αλλά και ουσιαστικές παρεμβάσεις για τη συγκράτηση των τιμών καυσίμων και ενέργειας». Παράλληλα, η ΓΣΕΒΕΕ επαναλαμβάνει τη σταθερή της θέση ότι ο καθορισμός του κατώτατου μισθού θα πρέπει να επανέλθει στο πεδίο της ελεύθερης συλλογικής διαπραγμάτευσης μέσω της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.
«Η κυβερνητική απόφαση για αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ κινείται στη σωστή κατεύθυνση, καθώς καλύπτει πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων και μέρος της αναμένεται να κατευθυνθεί στην εγχώρια κατανάλωση. Για την αντιστάθμιση όμως της νέας επιβάρυνσης σε μια δύσκολη όπως εξελίσσεται χρονιά, οι επιχειρήσεις αναμένουν ρυθμίσεις για περαιτέρω μείωση του μη μισθολογικού κόστους, ελαφρύνσεις φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών, αλλά και αποσύνδεση του εμπορίου, του πλέον διασυνδεδεμένου με τη φορολογική διοίκηση κλάδου, από τον τεκμαρτό τρόπο φορολόγησης», δήλωσε ο πρόεδρος της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ) Σταύρος Καφούνης.

