Ο κύβος ερρίφθη. Οι περίπου 1,4 εκατ. ελεύθεροι επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενοι αλλά και αγρότες θα κληθούν να καταβάλουν, για τον Ιανουάριο, τις νέες εισφορές προς τον ΕΦΚΑ, αυξημένες κατά 2,5%.
Στην πράξη, η επιβάρυνση ξεκινάει από 328,39 ευρώ για όσους έχουν υποχρέωση εκτός από τις εισφορές κύριας ασφάλισης και υγείας, να ασφαλίζονται και για επικούρηση και εφάπαξ, και μπορεί να φθάσει (για την ίδια κατηγορία) στα 786,93 ευρώ τον μήνα.
Για τους ελεύθερους επαγγελματίες οι χαμηλότερες εισφορές για κύρια σύνταξη και υγειονομική περίθαλψη ανέρχονται πλέον στα 250,77 ευρώ. Η ανώτατη επιβάρυνση φθάνει τα 675,87 ευρώ. Τα νέα ποσά, στα οποία θα πρέπει να προστεθούν 10 ευρώ ως εισφορά υπέρ ανεργίας, προβλέπονται σε υπουργική απόφαση που υπογράφουν η υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Νίκη Κεραμέως και η υφυπουργός Αννα Ευθυμίου. Παράλληλα, η εγκύκλιος καθορίζει και την αναπροσαρμογή του ανώτατου ορίου ασφαλιστέων αποδοχών, το οποίο αυξάνεται και διαμορφώνεται στα 7.761,94 ευρώ μηνιαίως. Το πλαφόν αυτό λειτουργεί ως «ταβάνι» στον υπολογισμό εισφορών όταν αυτές συνδέονται με αποδοχές. Με άλλα λόγια, όσοι έχουν πολύ υψηλά εισοδήματα δεν επιβαρύνονται απεριόριστα, αλλά μόνο για ποσό ίσο με τα 7.764,94 ευρώ.
Η επιλογή ασφαλιστικής κατηγορίας για τους μη μισθωτούς δεν είναι μια τυπική ετήσια διαδικασία, αλλά μια απόφαση που καθορίζει ευθέως το ύψος της μελλοντικής σύνταξης. Ταυτόχρονα, όμως, αποτυπώνει και το πραγματικό, σταθερό μηνιαίο βάρος που καλούνται να σηκώσουν οι ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι, ανεξαρτήτως εισοδήματος και οικονομικής συγκυρίας.
Αναλυτικά, σύμφωνα με την υπουργική απόφαση που δημοσιεύθηκε χθες, σε ΦΕΚ και ισχύει για το 2026, ορίζεται ότι στην πρώτη ασφαλιστική κατηγορία, η εισφορά για κύρια σύνταξη και υγειονομική περίθαλψη ανέρχεται στα 250,77 ευρώ. Για όσους υπάγονται σε επικουρική ασφάλιση και εφάπαξ παροχή, προστίθενται 46,57 ευρώ για την επικουρική και 31,05 ευρώ για το εφάπαξ. Το συνολικό μηνιαίο ποσό διαμορφώνεται στα 328,39 ευρώ. Πρόκειται για το χαμηλότερο δυνατό επίπεδο επιβάρυνσης, το οποίο όμως αντιστοιχεί και στη χαμηλότερη ασφαλιστική βάση για τον υπολογισμό της μελλοντικής σύνταξης.
Η επιλογή ασφαλιστικής κατηγορίας δεν είναι μια τυπική ετήσια διαδικασία, αλλά μια απόφαση που καθορίζει το ύψος της σύνταξης.
Στη δεύτερη κατηγορία, η εισφορά κύριας σύνταξης και υγείας αυξάνεται στα 300,93 ευρώ. Με την επικουρική εισφορά των 56,13 ευρώ και την εισφορά εφάπαξ των 37,02 ευρώ, το συνολικό μηνιαίο κόστος ανέρχεται στα 394,08 ευρώ. Η επιλογή αυτή ενισχύει μεν τις συνταξιοδοτικές προσδοκίες, αλλά αυξάνει αισθητά τη μηνιαία δαπάνη, η οποία σύμφωνα με τους ελεύθερους επαγγελματίες, αποκτά χαρακτηριστικά πάγιου λειτουργικού εξόδου.
Η τρίτη ασφαλιστική κατηγορία σηματοδοτεί ένα ακόμη πιο καθαρό πέρασμα σε υψηλότερα επίπεδα σύνταξης αλλά και επιβάρυνσης. Η κύρια σύνταξη και η υγεία κοστίζουν 360,63 ευρώ τον μήνα, ενώ η επικουρική ασφάλιση ανέρχεται στα 66,88 ευρώ και το εφάπαξ στα 44,18 ευρώ. Το συνολικό ποσό φτάνει τα 471,69 ευρώ κάθε μήνα, αποτυπώνοντας με σαφήνεια το τίμημα της επιλογής για υψηλότερη μελλοντική σύνταξη.
Στην τέταρτη κατηγορία, η μηνιαία εισφορά για κύρια σύνταξη και υγεία διαμορφώνεται στα 433,47 ευρώ. Με δεδομένο ότι η επικουρική ασφάλιση και το εφάπαξ παραμένουν σταθερά στην τρίτη κατηγορία, το συνολικό μηνιαίο κόστος ανέρχεται στα 544,53 ευρώ. Σε αυτό το επίπεδο, η ασφαλιστική δαπάνη πιέζει σημαντικά τη ρευστότητα των επαγγελματιών.
Η πέμπτη ασφαλιστική κατηγορία ανεβάζει την εισφορά κύριας σύνταξης και υγείας στα 519,45 ευρώ. Με την προσθήκη 66,88 ευρώ για επικουρική ασφάλιση και 44,18 ευρώ για εφάπαξ, ο μη μισθωτός καλείται να καταβάλει συνολικά 630,51 ευρώ τον μήνα. Η επιλογή αυτή ενισχύει περαιτέρω το συνταξιοδοτικό αποτέλεσμα, αλλά συνεπάγεται μια ιδιαίτερα υψηλή και σταθερή μηνιαία επιβάρυνση.
Στην έκτη και υψηλότερη ασφαλιστική κατηγορία, η εισφορά για κύρια σύνταξη και υγεία ανέρχεται στα 675,87 ευρώ. Μαζί με την επικουρική εισφορά των 66,88 ευρώ και το εφάπαξ των 44,18 ευρώ, το συνολικό μηνιαίο κόστος φτάνει τα 786,93 ευρώ. Πρόκειται για σημαντικά υψηλό ποσό που πιθανότατα να εξηγεί γιατί η ανώτατη κατηγορία παραμένει επιλογή περιορισμένου αριθμού επαγγελματιών.

