Δεκαπέντε χρόνια μετά την έναρξη της δημοσιονομικής κρίσης, η εργασία στην Ελλάδα παραμένει μία από τις πιο βαριά φορολογημένες στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Παρά την επιστροφή της οικονομίας σε συνθήκες σταθερότητας, οι εργαζόμενοι και τα νοικοκυριά εξακολουθούν, για διαφορετικούς λόγους, να σηκώνουν ένα δυσανάλογα υψηλό φορολογικό βάρος. Φόροι και ασφαλιστικές εισφορές απορροφούν μεγάλο μέρος του εισοδήματος από την εργασία, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη και καθιστώντας την Ελλάδα μία από τις χώρες με τη μεγαλύτερη πραγματική φορολόγηση της εργασίας στην Ευρώπη.
Τα στοιχεία για την εξέλιξη της πραγματικής φορολόγησης της εργασίας (φόροι και ασφαλιστικές εισφορές) είναι αποκαλυπτικά. Σύμφωνα με την ανάλυση του ΚΕΦίΜ, η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στη δεύτερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης ως προς την πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας, πίσω από την Ιταλία. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι μια χώρα που έχει πετύχει τη δημοσιονομική σταθεροποίησή της, εξακολουθεί να στηρίζεται σε ένα φορολογικό μοντέλο που επιβαρύνει έντονα τους εργαζομένους και τα νοικοκυριά. Η υψηλή φορολογία δεν αποτελεί πλέον έκτακτο μέτρο όπως την περίοδο των μνημονίων, αλλά διαρθρωτικό χαρακτηριστικό της οικονομίας, με σημαντικές επιπτώσεις στην αγοραστική δύναμη, στην ανταγωνιστικότητα και στα κίνητρα για εργασία.
Το 2009 η Ελλάδα φορολογούσε την εργασία αισθητά λιγότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με πραγματικό φορολογικό συντελεστή 35%, έναντι 36,9% στην Ε.Ε. Αυτή η διαφορά υποδήλωνε ένα οικονομικό υπόδειγμα που στηριζόταν περισσότερο στην κατανάλωση και στον δανεισμό και λιγότερο στη σταθερή παραγωγή φορολογικών εσόδων. Η καμπή έρχεται το 2012, όταν, εν μέσω βαθιάς ύφεσης και δημοσιονομικής ασφυξίας, ο δείκτης της πραγματικής φορολόγησης της εργασίας εκτινάσσεται στο 39,5%, αυξημένος κατά 4,5 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε μόλις τρία χρόνια και υψηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η συγκεκριμένη επιλογή ήταν αναγκαία καθώς η αύξηση της φορολογίας αποτέλεσε το βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης. Τα επόμενα χρόνια δεν ανέτρεψαν αυτή τη μετατόπιση. Το 2015 καταγράφεται μια ήπια αποκλιμάκωση, χωρίς όμως επιστροφή στα προ κρίσης επίπεδα, ενώ το 2019 ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής φθάνει στο 40,2%. Το 2023 διαμορφώνεται στο 40,5%, σχεδόν ίδιος με τα επίπεδα πριν από την πανδημία και ελαφρώς χαμηλότερος από την κορύφωση του 2022, η οποία συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τον υψηλό πληθωρισμό και τη μετακίνηση φορολογουμένων σε υψηλότερα κλιμάκια χωρίς πραγματική αύξηση εισοδήματος. Σε σχέση με το 2009, η επιβάρυνση της εργασίας έχει αυξηθεί κατά 5,5 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ε.Ε. η Ελλάδα φορολογεί την εργασία κατά περίπου 3,5 μονάδες περισσότερο, γεγονός που την τοποθετεί σταθερά στις πρώτες θέσεις της σχετικής κατάταξης.
Σύμφωνα με έρευνα του ΚΕΦίΜ, ο πραγματικός συντελεστής φορολόγησης (φόροι και εισφορές) το 2023 ήταν 40,5%.
Στην κατανάλωση, η εικόνα είναι σαφώς πιο ισορροπημένη. Με πραγματικό φορολογικό συντελεστή 17,8% το 2023, η Ελλάδα κατατάσσεται περίπου στη μέση της ευρωπαϊκής κλίμακας, γεγονός που δείχνει ότι η δημοσιονομική προσαρμογή δεν βασίστηκε αποκλειστικά στους έμμεσους φόρους. Αντίθετα, το βάρος μετατοπίστηκε κυρίως στην εργασία, δηλαδή στη φορολογική βάση που είναι πιο σταθερή και πιο εύκολα ελέγξιμη, αλλά και κοινωνικά πιο ευαίσθητη.
Από το 2019 και μετά, η φορολογική πολιτική κινήθηκε προς την κατεύθυνση της μείωσης της επιβάρυνσης της εργασίας, κυρίως μέσω παρεμβάσεων στους άμεσους φόρους και στις ασφαλιστικές εισφορές. Οι μειώσεις αυτές συνέβαλαν στη βελτίωση των ονομαστικών εισοδημάτων και στη σημαντική αποκλιμάκωση της ανεργίας. Παράλληλα, η καλύτερη λειτουργία του φορολογικού μηχανισμού και η αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών ενίσχυσαν τα έσοδα του κράτους, ακόμη και σε περιβάλλον χαμηλότερων συντελεστών. Ωστόσο, τα οφέλη για τα νοικοκυριά αποδείχθηκαν περιορισμένα. Η περίοδος 2020-2024 χαρακτηρίστηκε από έντονες πληθωριστικές πιέσεις, με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος των ονομαστικών αυξήσεων να εξανεμιστεί. Ταυτόχρονα, η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας, όπως σημειώνουν οι ερευνητές του ΚΕΦίΜ, οδήγησε σε φαινόμενα δημοσιονομικής διάβρωσης, μεταφέροντας εργαζομένους σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια χωρίς ουσιαστική αύξηση της αγοραστικής δύναμής τους. Ετσι, παρά τις μειώσεις στους συντελεστές, η συνολική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας παρέμεινε υψηλή.
Τα πρόσφατα μέτρα αναμόρφωσης της φορολογικής κλίμακας που ενεργοποιήθηκαν τον Ιανουάριο του 2026 αντιμετωπίζουν εν μέρει το πρόβλημα της υψηλής φορολόγησης της εργασίας που αναλύθηκε, ωστόσο μια πιο ουσιαστική και διαρθρωτική λύση θα απαιτούσε την τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας και την περαιτέρω μείωση της προοδευτικότητας, ιδίως στα ανώτερα εισοδηματικά κλιμάκια. Παρότι η μεταφορά του ανώτατου φορολογικού συντελεστή 44% από τις 40.000 στις 60.000 ευρώ το 2026 περιορίζει εν μέρει το πρόβλημα, η συνολική επιβάρυνση παραμένει υψηλή. Η χώρα μας κατατάσσεται περίπου στο μέσο των ευρωπαϊκών οικονομιών ως προς το ύψος του ανώτατου οριακού φορολογικού συντελεστή εισοδήματος το 2025. Παρ’ όλα αυτά, σε αντίθεση με πολλές άλλες χώρες, ο συγκεκριμένος συντελεστής εφαρμόζεται από σχετικά χαμηλό επίπεδο εισοδήματος, γεγονός που σημαίνει ότι φορολογούμενοι με εισοδήματα που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ιδιαίτερα υψηλά, εισέρχονται νωρίς στο ανώτατο φορολογικό κλιμάκιο.

