Δεν περίμενε ότι κάποτε θα έφθανε αυτή η στιγμή. Αγαπούσε την Παθολογική Κλινική, θεωρούσε ότι θα τελείωνε εκεί την καριέρα της. Αλλωστε είχε συμπληρώσει δύο δεκαετίες εργασίας στο Νοσοκομείο Ρεθύμνου. Τον Ιανουάριο του 2023, όμως, η Ελένη Ιωαννίδου υπέβαλε την παραίτησή της. Δεν φυγοπονούσε, ούτε κατέληξε εύκολα σε αυτή την απόφαση, όπως διευκρινίζει. Είχε ήδη θέσει επανειλημμένως στη διοίκηση και σε άλλους αρμοδίους τα ζητήματα της υποστελέχωσης, των εξαντλητικών ωραρίων και των υπερβάσεων που συχνά αναγκάζονταν να κάνουν τα μέλη του προσωπικού. Αλλά τα προβλήματα δεν λύνονταν.
Μετά την παραίτησή της προσέφυγε δικαστικά κατά του νοσοκομείου. Ζητούσε να αποζημιωθεί για τις 180 ημέρες άδειας που δεν έλαβε, λόγω της υποστελέχωσης, καθώς και για την ηθική βλάβη που υπέστη. Ανέφερε ότι από τις έξι οργανικές θέσεις επιμελητών καλύπτονταν άλλοτε οι δύο, άλλοτε οι τέσσερις και τους τελευταίους μήνες προ της παραίτησής της είχαν μείνει τρεις ειδικευμένοι, συμπεριλαμβανομένης της ιδίας. Σημείωσε, ακόμη, ότι ενώ αντιστοιχούσαν στον βαθμό της πέντε 24ωρες εφημερίες τον μήνα, από το 2019 κι έπειτα έκανε κυρίως επτά για να βγαίνει το πρόγραμμα και κάποιες φορές οκτώ, ενώ τον Δεκέμβριο του 2022 έλαβε εντολή και εκτέλεσε εννέα.
Το θέμα της εργασιακής εξουθένωσης γιατρών και νοσηλευτών στο ΕΣΥ είχε ήδη γίνει ορατό πολύ πριν εμφανιστεί η πανδημία της COVID-19. Επειτα η κατάσταση χειροτέρεψε.
Οι δύο πτυχές της υπόθεσης δικάστηκαν χωριστά. Δικαιώθηκε αρχικά για τις χρωστούμενες άδειες και στις 26 Ιουνίου 2026 το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Χανίων τη δικαίωσε σε πρώτο βαθμό και για την ηθική βλάβη, επιδικάζοντας αποζημίωση ύψους 20.000 ευρώ για burn out. Το δικαστήριο αφού έλαβε υπόψη την ψυχιατρική βεβαίωση που προσκόμισε η ενάγουσα και τις πολυάριθμες επιστολές που είχε στείλει προς το νοσοκομείο ζητώντας βελτίωση της λειτουργίας του, δέχθηκε ότι οι συνθήκες εργασίας έπληξαν τη σωματική και την ψυχική υγεία της, αλλά και την επαγγελματική αξία της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποτελεί τις τελευταίες ημέρες αντικείμενο συζήτησης μεταξύ των υγειονομικών ανά τη χώρα, καθώς θεωρείται η πρώτη στα ελληνικά δικαστικά χρονικά για το burn out. Γιατροί και νοσηλευτές που έχουν βρεθεί σε αντίστοιχη θέση επικοινωνούν με τη Βίκυ Γκόγκου, δικηγόρο της ενάγουσας, εξετάζοντας την πιθανότητα να ακολουθήσουν και εκείνοι τη δικαστική οδό. «Υπάρχει κόσμος που πήρε λίγο θάρρος», λέει στην «Κ» η κ. Ιωαννίδου. «Αυτή η απόφαση δείχνει ότι δεν είμαστε έρμαια σε οποιαδήποτε αυθαιρεσία όταν καταπατούνται εργασιακά δικαιώματα».
Το «ανθρακωρυχείο»
Μπορεί η πρόσφατη απόφαση να ανακίνησε το θέμα της εργασιακής εξουθένωσης γιατρών και νοσηλευτών στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, αλλά το πρόβλημα δεν ανέκυψε τώρα. Είναι διαχρονικό και παραμένει άλυτο. Είχε ήδη γίνει ορατό πολύ πριν εμφανιστεί η πανδημία της COVID-19. Το 2015 είχε μιλήσει στην «Κ» μια 46χρονη νευρολόγος που παραιτήθηκε τότε από μεγάλο νοσοκομείο της Αττικής. Αποκαλούσε το νοσοκομείο «ανθρακωρυχείο». «Αρχικά αυτό το πλαίσιο εργασίας σού δίνει ένα ηρωικό αίσθημα», είχε πει. «Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν ξεπερνιέται το όριο θραύσης και το επάγγελμα γίνεται επικίνδυνο για την ψυχική και τη σωματική υγεία σου». Την ίδια εποχή στον «Ευαγγελισμό» ο γιατρός Παναγιώτης Ζης διαπίστωνε ότι το 14,4% των ειδικευομένων του νοσοκομείου που συμμετείχαν σε έρευνά του εμφάνιζαν συμπτώματα burn out.
Επειτα ήρθε η πανδημία. «Η δουλειά διπλασιάστηκε, το προσωπικό ξεζουμίστηκε. Αισθανθήκαμε μεγάλη ματαίωση και απαξίωση στο έργο μας. Μου στοίχισε πολύ, ειδικά η υποβάθμιση της ποιότητας της δουλειάς μας. Κλείσαμε το εξωτερικό ιατρείο, εργαζόμασταν σαν να είμαστε σε συνεχή εφημερία, όλο το προσωπικό ήταν κουρασμένο», θυμάται η κ. Ιωαννίδου, που την τελευταία πενταετία προτού παραιτηθεί είχε τη θέση της διευθύντριας στην Παθολογική Κλινική του Νοσοκομείου Ρεθύμνου.

Επιχειρώντας να αντικρούσει την αγωγή, η πλευρά του νοσοκομείου υποστήριξε ότι προσπαθούσε με επανειλημμένες προκηρύξεις να αντιμετωπίσει την υποστελέχωση, οι οποίες κατέληγαν άγονες. Σημείωσε, ακόμη, ότι γι’ αυτά τα προβλήματα ευθύνεται το ελληνικό Δημόσιο. Σήμερα η κ. Ιωαννίδου ασκεί το ιατρικό επάγγελμα ιδιωτικά. Το νοσοκομείο έχει δικαίωμα έφεσης στη δικαστική απόφαση.
Το 2023 παραιτήθηκε από το ίδιο νοσοκομείο και η ορθοπεδικός Αναστασία Γαρμπή. Τον πρώτο καιρό θυμάται ότι είχε εφιάλτες. «Εβλεπα ότι είχα ένα ατύχημα στον δρόμο, με μετέφεραν στα Επείγοντα και εκεί δεν υπήρχε κανείς να με περιθάλψει, ούτε γιατρός, ούτε άλλο προσωπικό», λέει. Και οι δικές της αντοχές δοκιμάστηκαν κατά την πανδημία, όταν τα προβλήματα του ΕΣΥ έγιναν ακόμη πιο εμφανή. Δεν έπαιρνε ρεπό και ένιωθε ότι δεν υπήρχε ασφάλεια στην εργασία, καθώς όπως αναφέρει και μη εξειδικευμένοι γιατροί καλούνταν να πραγματοποιούν διακομιδές. «Αποφάσισα να φύγω, γιατί αλλιώς θα γινόταν κάποιο λάθος. Είχε αρχίσει να αλλάζει η συμπεριφορά μου, δεν είχα την ίδια υπομονή με πριν, δεν ήμουν πια ο εαυτός μου», τονίζει.
Ο φόβος του στίγματος
Ο Βασίλης Δρακόπουλος, ειδικός γιατρός εργασίας, που παρακολουθεί τα τελευταία χρόνια και προσωπικό νοσοκομείων, λέει ότι το πρόβλημα του burn out δεν καταγράφεται επαρκώς και συστηματικά στη χώρα μας ώστε να υπάρχουν αναλυτικά δεδομένα. «Δεν το καταγγέλλουν εύκολα οι εργαζόμενοι, δεν διαμαρτύρονται όλοι. Μπορεί να φοβούνται τις επιπτώσεις ή τις αντιδράσεις από συναδέλφους τους μέσα στον υγειονομικό σχηματισμό εάν μετακινηθούν σε άλλο πόστο. Υπάρχει ακόμη και ο φόβος του στίγματος», παρατηρεί.
Οπως εξηγεί ο ίδιος, στην αρχή τα σημάδια της εργασιακής εξουθένωσης είναι συνήθως ακαθόριστα, ορισμένοι υγειονομικοί τα αγνοούν ή ενδέχεται να τα μπερδέψουν με άγχος. Στην πορεία όμως εάν δεν αντιμετωπιστούν, γίνονται πιο έντονα. «Μπορεί ο εργαζόμενος να μην είναι συνεπής στο ωράριο, να νιώθει έντονη κόπωση, να αναπτύσσει ψυχοσωματικά συμπτώματα. Με την πάροδο του χρόνου αυτά εντείνονται και ο ασθενής δεν μπορεί πια να λειτουργήσει στο ίδιο το σπίτι του».
Το burn out στο ΕΣΥ δεν αφορά όμως μόνο τους γιατρούς. Πλήττει σε μεγάλο βαθμό και το νοσηλευτικό προσωπικό. «Είναι μια χρόνια ψυχοσωματική κατάσταση που προκαλείται από το τοξικό περιβάλλον. Οι νοσηλευτές στεγνώνουν συναισθηματικά», λέει στην «Κ» ο νοσηλευτής Δημήτρης Μπαρουξής, συντονιστής προϊστάμενος εφημερίας του τμήματος Επειγόντων Περιστατικών στο «Λαϊκό». «Μπορεί να ξυπνάει ο νοσηλευτής το πρωί και να νιώθει τρόμο που θα πάει στη δουλειά, νιώθει ότι δεν έχει να προσφέρει άλλο χαμόγελο ή παρηγοριά στον άρρωστο. Με τον καιρό αισθάνεται άχρηστος. Οσο κι αν τρέξει, όσο κι αν προσπαθήσει, δεν θα αλλάξει κάτι. Αυτό οδηγεί σε προσωπική απογοήτευση, κρίσεις πανικού, κατάθλιψη, προβλήματα στο οικογενειακό περιβάλλον».
Ο ίδιος επισημαίνει ότι σε κτιριακό επίπεδο οι συνθήκες βελτιώνονται τα τελευταία χρόνια, ανακαινίζονται πτέρυγες, αναβαθμίζονται εγκαταστάσεις, αλλά το ΕΣΥ εξακολουθεί να πάσχει στο έμψυχο δυναμικό. Ακόμη κι αν κατά καιρούς γίνονται προσλήψεις νοσηλευτών, έπειτα από λίγο καιρό ακολουθούν νέες παραιτήσεις, τονίζει. Χθες, 245 εργαζόμενοι του Θριάσιου Νοσοκομείου έστειλαν στο υπουργείο Υγείας επιστολή για την υποστελέχωση, σημειώνοντας ότι παραμένουν κενές 134 θέσεις νοσηλευτικού και μαιευτικού προσωπικού και 62 θέσεις τραυματιοφορέων και βοηθών θαλάμου.
Υπερβάσεις
«Το ωράριο δεν είναι σταθερό. Μπορεί ένας νοσηλευτής να δουλεύει το απόγευμα, την επόμενη μέρα το πρωί και έπειτα τη νύχτα. Αυτό προκαλεί προβλήματα. Γηράσκει το προσωπικό και ζητούνται από αυτούς τους ανθρώπους υπερβάσεις στα 50 έτη τους, όπως έκαναν όταν ήταν 20 χρόνια νεότεροι. Αντί ο νοσηλευτής να βρίσκεται πάνω από τον ασθενή, περνάει το ένα τρίτο της βάρδιας εκτελώντας χρέη γραμματέα, μεταφορέα και τηλεφωνητή, λόγω έλλειψης διοικητικών υπαλλήλων. Γι’ αυτό και έπειτα θα προκύψουν ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις. Τα πρωτόκολλα υγιεινής απαιτούν καθαρό μυαλό και χρόνο», λέει ο κ. Μπαρουξής. «Το burn out είναι μείζον πρόβλημα. Τα χειροκροτήματα της πανδημίας τελείωσαν, αλλά οι λογαριασμοί τρέχουν».

