Η δημογραφική κρίση δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Οι γεννήσεις μειώνονται σχεδόν σε ολόκληρο τον κόσμο, όμως η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές χώρες που έχουν βιώσει τη μεγαλύτερη πτώση τις τελευταίες δεκαετίες. Μάλιστα, σύμφωνα με τη συγκριτική ανάλυση του καθηγητή Δημογραφίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), Βύρωνα Κοτζαμάνη, η χώρα κατέγραψε τη μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση των γεννήσεων από όλες τις χώρες της Ε.Ε., εξαιρουμένων των πρώην σοσιαλιστικών κρατών, τόσο την περίοδο 1980-2008/2009 όσο και από το 2008/2009 έως το 2025/2026, με τις γεννήσεις να μειώνονται κατά περίπου 20% και 45% αντίστοιχα.
Δύο ειδικοί επιχειρούν να εξηγήσουν στην «Κ» ποιες είναι οι βασικές αιτίες της υπογεννητικότητας στη χώρα μας και ποια μέτρα έχουν αποδώσει στις χώρες-πρότυπα της οικογενειακής πολιτικής.
Η μεγάλη εικόνα
Ο επικεφαλής του Κέντρου του ΟΟΣΑ στην Κρήτη και καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, Νεκτάριος (Αρης) Αλεξόπουλος, διευρύνει τη συζήτηση πέρα από την Ευρώπη, επισημαίνοντας ότι η δημογραφική κρίση αποτελεί πλέον παγκόσμιο φαινόμενο, αν και κάθε χώρα ακολουθεί διαφορετική πορεία. Η Ιαπωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με μία ιστορική δημογραφική κρίση, καθώς οι γεννήσεις έχουν υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και ο πληθυσμός της, που ανέρχεται περίπου στα 122,4 εκατομμύρια, μειώνεται σχεδόν κατά ένα εκατομμύριο κατοίκους κάθε χρόνο. Αντίστοιχα, η Κίνα καταγράφει για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά μείωση του πληθυσμού της, ενώ οι γεννήσεις περιορίστηκαν στα 7,92 εκατομμύρια, το χαμηλότερο επίπεδο από το 1949. Στη Σιγκαπούρη, ο συνολικός δείκτης γονιμότητας υποχώρησε στο ιστορικό χαμηλό των 0,87 παιδιών ανά γυναίκα. Στον αντίποδα βρίσκεται η Νότια Κορέα, όπου οι γεννήσεις αυξήθηκαν για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά. Σύμφωνα με το Reuters, η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στην προσωρινή αύξηση των γάμων μετά την πανδημία, στις γεννήσεις από γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας, αλλά και στα οικονομικά κίνητρα που δόθηκαν στους νέους γονείς.
Πολλοί Ελληνες θέλουν δύο παιδιά, αλλά κάνουν ένα
«Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως πλέον το να γίνει κανείς γονιός είναι σε μεγάλο βαθμό θέμα επιλογής και αυτό αποτυπώνεται και στις μετρήσεις του ΟΟΣΑ. Στην Ελλάδα, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κάθε γυναίκα αποκτούσε κατά μέσο όρο περίπου 2,6 παιδιά. Σήμερα ο αριθμός αυτός έχει υποχωρήσει περίπου στα 1,3 παιδιά ανά γυναίκα, δηλαδή έχει μειωθεί σχεδόν στο μισό», αναφέρει ο κ. Αλεξόπουλος.
Ο πιο καθοριστικός παράγοντας παραμένει το κόστος ανατροφής ενός παιδιού.
Οπως επισημαίνει, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ακόμη ένα γενικό εύρημα του ΟΟΣΑ σύμφωνα με το οποίο αρκετοί Ελληνες έχουν πρόθεση ή επιθυμία να αποκτήσουν δύο παιδιά, στην πράξη, όμως, καταλήγουν να αποκτούν μόνο ένα. «Ενας λόγος είναι ότι η απόφαση για το δεύτερο παιδί μετατίθεται σε μεγαλύτερη ηλικία της μητέρας. Ωστόσο ο πιο καθοριστικός παράγοντας παραμένει το κόστος ανατροφής ενός παιδιού», τονίζει.
Το κόστος δεν είναι μόνο οικονομικό
Βασικότατος παράγοντας για τη μείωση των γεννήσεων είναι το κόστος ανατροφής και για τον κ. Κοτζαμάνη. Οπως επισημαίνει, αυτό στην Ελλάδα παραμένει ιδιαίτερα υψηλό, όμως το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στο οικονομικό βάρος που επωμίζονται οι οικογένειες, καθώς η Πολιτεία δεν επένδυσε διαχρονικά σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα δημόσιων υπηρεσιών που θα διευκόλυνε ουσιαστικά την καθημερινότητα των γονέων.
«Σε άλλες χώρες, όπως στη Γαλλία, όχι μόνο η εκπαίδευση είναι δωρεάν, αλλά έχει καθιερωθεί το ολοήμερο πρόγραμμα, η πρωινή και απογευματινή φύλαξη. Υπάρχουν ακόμα αθλητικές, καλλιτεχνικές και πολιτιστικές δραστηριότητες μετά το μάθημα, οι οποίες, ακόμη και όταν δεν είναι εντελώς δωρεάν, κοστίζουν ελάχιστα στην οικογένεια», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ για τις δαπάνες στην προσχολική ηλικία αντιστοιχεί στο 0,8% του ΑΕΠ, ενώ στην Ελλάδα μόλις στο 0,3% του ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει ότι η Πολιτεία δεν έχει επενδύσει αρκετούς πόρους στην ανατροφή των παιδιών στα πρώτα χρόνια της ζωής τους, ώστε να διευκολύνει τους γονείς και να τους δώσει μεγαλύτερο κίνητρο να αποκτήσουν και δεύτερο παιδί, εφόσον το επιθυμούν.
Οι μετρήσεις του ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τον κ. Αλεξόπουλο, επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα επενδύει σημαντικά λιγότερους πόρους στην προσχολική φροντίδα σε σχέση με άλλες ανεπτυγμένες χώρες. «Ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ για τις δαπάνες στην προσχολική ηλικία αντιστοιχεί στο 0,8% του ΑΕΠ, ενώ στην Ελλάδα μόλις στο 0,3% του ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει ότι η Πολιτεία δεν έχει επενδύσει αρκετούς πόρους στην ανατροφή των παιδιών στα πρώτα χρόνια της ζωής τους, ώστε να διευκολύνει τους γονείς και να τους δώσει μεγαλύτερο κίνητρο να αποκτήσουν και δεύτερο παιδί, εφόσον το επιθυμούν», εξηγεί.
Η οικογένεια δεν στηρίζεται μόνο με επιδόματα
Εξίσου σημαντικό, σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη, είναι το χάσμα ανάμεσα στην οικογενειακή και την επαγγελματική ζωή. Στις σκανδιναβικές χώρες, εξηγεί, η συμμετοχή του άνδρα και της γυναίκας στην ανατροφή των παιδιών είναι πολύ πιο ισότιμη, ενώ το εργατικό δίκαιο προσφέρει σημαντικές διευκολύνσεις στους γονείς. Στην Ελλάδα, αντίθετα, είναι συχνό το φαινόμενο μια γυναίκα να καλείται ταυτόχρονα να μεγαλώσει τα παιδιά της και να φροντίζει τους ηλικιωμένους γονείς της, εξαιτίας της έλλειψης ενός ισχυρού κράτους πρόνοιας.
Στη Σουηδία, παραδείγματος χάριν, εδώ και χρόνια εφαρμόζεται ένα πλέγμα πολιτικών που διευκολύνει τη δημιουργία οικογένειας. Η χώρα διαθέτει μία από τις πιο γενναιόδωρες πολιτικές γονικής άδειας στον κόσμο, καθώς η αμειβόμενη άδεια από το κράτος φτάνει τους 16 μήνες και μπορεί να μοιραστεί ανάμεσα στους δύο γονείς. Από το 2024, μάλιστα, μέρος της άδειας μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να αξιοποιηθεί ακόμη και από τους παππούδες, ενώ οι γονείς έχουν ακόμη και το δικαίωμα να μειώσουν το ωράριο εργασίας τους μέχρι το παιδί να φτάσει σε συγκεκριμένη ηλικία.
Η κοινωνική κατοικία που εφαρμόζουν εδώ και δεκαετίες σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες δίνει τη δυνατότητα σε χιλιάδες οικογένειες να αποκτήσουν προσιτή στέγη και συμβάλλει στη δημιουργία μεγαλύτερης αίσθησης ασφάλειας.
Καθοριστικό ρόλο, σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη, παίζει και η στεγαστική πολιτική. Οπως σημειώνει, η κοινωνική κατοικία που εφαρμόζουν εδώ και δεκαετίες σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες δίνει τη δυνατότητα σε χιλιάδες οικογένειες να αποκτήσουν προσιτή στέγη και συμβάλλει στη δημιουργία μεγαλύτερης αίσθησης ασφάλειας. Για παράδειγμα, στην Ολλανδία σχεδόν ένα στα τρία νοικοκυριά ζει σε κοινωνική κατοικία. Τις κατοικίες αυτές διαχειρίζονται κυρίως μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί που εποπτεύονται από το κράτος και προσφέρουν σπίτια με ρυθμιζόμενα, σημαντικά χαμηλότερα ενοίκια από εκείνα της ελεύθερης αγοράς, σε όσους πληρούν συγκεκριμένα εισοδηματικά κριτήρια.
Success stories, αποτυχίες και ιδιαιτερότητες
Κατά τον ίδιο οι σκανδιναβικές χώρες εξακολουθούν να αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα success story για τη δημιουργία οικογένειας. Μαζί με τη Γαλλία και το Βέλγιο, επένδυσαν ήδη από τη δεκαετία του 1970 σε ένα ισχυρό κράτος πρόνοιας και σε σταθερές οικογενειακές πολιτικές, δημιουργώντας ένα πλαίσιο που εξακολουθεί μέχρι σήμερα να στηρίζει τους νέους γονείς.
Διευκρινίζει ωστόσο ότι δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις ούτε μπορεί να υποστηριχθεί ότι όλες οι χώρες που εφάρμοσαν διάφορες πολιτικές πέτυχαν να αναστρέψουν το δημογραφικό πρόβλημα. Η Ιταλία και η Ισπανία, για παράδειγμα, εξακολουθούν να καταγράφουν ακόμη χαμηλότερους δείκτες γεννητικότητας από την Ελλάδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2024, στην Ιταλία αντιστοιχούσαν 6,3 γεννήσεις ανά 1.000 κατοίκους, στην Ισπανία 6,5, ενώ στην Ελλάδα και τη Λιθουανία 6,6 γεννήσεις ανά 1.000 κατοίκους.
Ο καθηγητής επιμένει πως πρόκειται για ένα εξαιρετικά σύνθετο ζήτημα, το οποίο επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες και γι’ αυτό οι συγκρίσεις μεταξύ των χωρών χρειάζονται προσοχή. Αναφέρει χαρακτηριστικά την περίπτωση της Γερμανίας, η οποία επί δεκαετίες δεν ανέπτυξε ιδιαίτερα έντονη οικογενειακή πολιτική, παρότι οι γεννήσεις μειώνονταν σταθερά εδώ και 50 χρόνια. Ο λόγος ήταν ότι οι ανάγκες της οικονομίας και της αγοράς εργασίας καλύπτονταν σε μεγάλο βαθμό από τα μεταναστευτικά κύματα που δεχόταν η χώρα.

