Πέτυχα την Ι. ακριβώς έξω από το Βοστάνειο Γενικό Νοσοκομείο Μυτιλήνης. Η μαμά της είχε μόλις πάρει εξιτήριο. Οι δύο γυναίκες περπατούσαν αγκαζέ, μιλούσαν και γελούσαν. «Αποκλείεται κάποιος να πιστέψει ότι αυτή η γυναίκα υπεβλήθη σε επέμβαση στο κεφάλι λίγες ημέρες πριν! Κι εγώ αν δεν είχα δει την ουλή δεν θα το πίστευα», έλεγε με φανερό ενθουσιασμό – και ανακούφιση. Η αλήθεια είναι ότι ούτε ο πιο αισιόδοξος δεν θα μπορούσε να προβλέψει ένα τέτοιο happy end σε αυτήν την περιπέτεια. Ούτε ότι ως μουσουλμάνοι της Ξάνθης θα έβρισκαν έναν (χριστιανό) φύλακα άγγελο.
Η διάγνωση
Η 55χρονη γυναίκα υπέφερε από πονοκεφάλους από μικρή ηλικία, αλλά διαγνώστηκε με ένα μικρό ανεύρυσμα μόλις το 2020. «Επειδή όμως τότε ο μπαμπάς μου έδινε μάχη με τον καρκίνο, ο γιατρός έτρεχε μαζί του και το άφησε». Ο μπαμπάς έφυγε και οι πονοκέφαλοι συνεχίζονταν. Οι νέες εξετάσεις έδειξαν τριπλό ανεύρυσμα. «Ο γιατρός μάς είπε ότι κακώς το άφησε και ότι το μεγαλύτερο από τα τρία πρέπει να χειρουργηθεί άμεσα», λέει η Ι. Τους παρέπεμψε σε αγγειολόγο σε μεγάλο νοσοκομείο της Βόρειας Ελλάδας. «Τον πήραμε τηλέφωνο και είπε ότι πρέπει να γίνει αγγειογραφία, η οποία στα μεγάλα νοσοκομεία γίνεται αλλά καθυστερεί και στα ιδιωτικά κοστίζει 1.000 ευρώ». Εφόσον ήταν επείγον, έτρεξαν σε ιδιωτική μονάδα και έκαναν την εξέταση (τελικά κόστιζε 1.500 ευρώ). Βλέποντας τα αποτελέσματα ο γιατρός έκρινε ότι ήταν επείγουσα η κατάσταση, το ανεύρυσμα ήταν μεγάλο και η γυναίκα έπρεπε να χειρουργηθεί άμεσα. Ο ίδιος πρότεινε τον εμβολισμό. «Ωραία, λέμε, να χειρουργηθεί! “Δεν είναι τόσο απλό”, μας είπε. “Στα δημόσια νοσοκομεία ο ασθενής μπαίνει σε λίστα και τα χειρουργεία γίνονται κατά προτεραιότητα. Αν το κάνουμε έξω, θα σας βάλω μέσα σε 2-3 μέρες το πολύ”». Το αντίτιμο; Περί τις 20.000 ευρώ.
«Ούτε αν πουλούσαμε τα αυτοκίνητα όλης της οικογένειας δεν θα πιάναμε αυτό το ποσό», αναφέρει η Ι. «Του προτείναμε να μείνουμε στο νοσοκομείο και να δούμε πώς θα πάει. “Σε δύο χρόνια και αν”, μας είπε». Η Ι. έπιασε τα τηλέφωνα και τα e-mail. «Επικοινώνησα με όλους, υπουργεία, τους πάντες. Μου είπαν ότι δεν μπορούν να επέμβουν στις διαδικασίες και ότι, αν καθυστερήσει πολύ η επέμβαση, μπορούμε να χειρουργηθούμε εκτός και να πληρώσει το κράτος τα έξοδα». Αποφάσισαν να μην το διακινδυνεύσουν και να προσπαθήσουν να μαζέψουν τα χρήματα για να χειρουργηθεί σε ιδιωτικό νοσοκομείο. «Ο αδερφός μου είναι λαστιχάς. Μια μέρα στο μαγαζί έλεγε σε κάποιον ότι είμαστε στη διαδικασία συγκέντρωσης χρημάτων για τη μητέρα μας. Τότε έφτασε εκεί ένας φίλος του, που είναι παπάς στη Μυτιλήνη, με τη γυναίκα του. “Παλικάρι μου τι έχει η μάνα σας;”, τον ρωτάει η παπαδιά. Ανεύρυσμα στον εγκέφαλο, της απαντάει. Και χρειάζεται άμεση αντιμετώπιση. “Εχουμε έναν γιατρό στο νησί που είναι πολύ καλός και χειρουργεί κατευθείαν”, λέει τότε ο παπάς». Του είπε ότι είναι πολύ καλός άνθρωπος. Κάποιοι τον λένε και «γιατρό των φτωχών».
Το μπαϊράμι
Η Ι. έστειλε μήνυμα στο τηλέφωνο που της έδωσε ο ιερέας. «Σκέφτηκα, σιγά, ολόκληρος νευροχειρουργός μην απαντήσει, αλλά σε δύο ώρες μού έγραψε να στείλω τις εξετάσεις και με ρώτησε αν μπορώ να ταξιδέψω σε τέσσερις ημέρες στη Λέσβο για να προχωρήσουμε». Η γυναίκα σκλαβώθηκε από την ανταπόκριση, αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα. «Είχαμε το μπαϊράμι σε λίγες ημέρες και η μαμά μου ήθελε να το περάσει με τα εγγόνια της. “Ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται”, έλεγε». Ο γιατρός Ευριβιάδης Μπαϊραμίδης της απάντησε με κατανόηση, αλλά δεν άφησε πολλά περιθώρια: «Δεν είναι να το καθυστερήσετε. Μετά το μπαϊράμι σας περιμένω». (Η σύμπτωση της ετυμολογικής συγγένειας με το όνομα του γιατρού δεν γίνεται να περάσει απαρατήρητη.)
Στο νοσοκομείο μπορεί να έχουμε ελλείψεις σε προσωπικό, αλλά υπάρχει φιλότιμο και, από πλευράς εξοπλισμού, είμαστε αρκετά καλά.
Τις επόμενες ημέρες η επικοινωνία συνεχίστηκε. «Μας έπαιρνε τακτικά, αφενός να ρωτήσει πώς είμαστε, αν έχουμε κανονίσει το ταξίδι, αν έχουμε κάπου να μείνουμε στο νησί και να μας καθησυχάσει ότι όλα θα πάνε καλά». Ολα πήγαν όντως καλά. «Η μαμά μου έμεινε μία ημέρα στη ΜΕΘ, βγήκε την επομένη και μιλούσε κανονικά και έτρωγε κανονικά. Οπως είπα, αν δεν έβλεπα την τεράστια τομή, δεν θα πίστευα ότι έχει κάνει τέτοιο χειρουργείο». Οταν ήρθε η ώρα να γυρίσουν στην Ξάνθη, ο Μπαϊραμίδης πήγε στο δωμάτιο να τους αποχαιρετήσει. «Τον είδα κι έβαλα τα κλάματα», θυμάται η Ι. «Μας είπε “στο καλό να πάτε και ακόμα και ξημερώματα μπορείς να με παίρνεις. Και όποιος άλλος έχει ανάγκη εκεί, πείτε του εδώ είμαι”».
Η «Κ» εντόπισε τον 50χρονο Ευριβιάδη Μπαϊραμίδη ένα βράδυ, την ώρα που ξαναπήγαινε στο νοσοκομείο. Το νοσοκομείο της Μυτιλήνης είναι ευτυχώς πολύ κοντά στο σπίτι του, οπότε του είναι εύκολο να πηγαινοέρχεται. Αυτός ήταν κι ένας από τους λόγους που παραμένει στο νησί, παρότι κατά καιρούς είχε προσκλήσεις από άλλα πιο μεγάλα νοσοκομεία της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης: η ποιότητα ζωής για τον ίδιο, τη γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά τους. Γεννήθηκε στη Νέα Ιωνία στην Αθήνα και σπούδασε Ιατρική στο ΕΚΠΑ. Δεν ήθελε πάντα να γίνει νευροχειρουργός. «Ηθελα να ασχοληθώ με την έρευνα για φάρμακα για τον καρκίνο, όμως μια μέρα στο πρώτο έτος έγινε κάτι. Εγινε μπροστά μου ένα τροχαίο στο οποίο ένα φορτηγό παρέσυρε έναν διανομέα με μηχανάκι. Οταν είδα την εκροή εγκεφαλονωτιαίου υγρού από τη μύτη του παιδιού, μου γεννήθηκε η επιθυμία να δουλέψω σε μια μάχιμη θέση».
Αλληλοβοήθεια
Στη Λέσβο βρέθηκε το 2011 ως επικουρικός γιατρός. Του άρεσε, αν και τότε δεν υπήρχε καν νευροχειρουργική κλινική στο νοσοκομείο. Και με τη δική του συνδρομή σήμερα και υπάρχει και αποτελεί σημείο αναφοράς. Η σχέση του με το νησί εδραιώθηκε όταν γνώρισε τη γυναίκα του και έφτιαξαν την οικογένειά τους. «Στο νοσοκομείο μπορεί να έχουμε ελλείψεις σε προσωπικό –νοσηλευτικό κυρίως– αλλά υπάρχει φιλότιμο και από πλευράς εξοπλισμού είμαστε αρκετά καλά. Κυρίως λειτουργούμε ανθρώπινα. Γνωρίζει ο ένας τον άλλο εδώ, θέλουμε να αλληλοβοηθούμαστε». Τα λόγια του είναι βάλσαμο για τους ασθενείς που έχουν ταλαιπωρηθεί με άσκοπες αναμονές και «φακελάκια». «Αφού κάνουμε αυτή τη δουλειά –που είναι έρωτας για μένα– και από εκεί πηγάζει και η προσφορά στον συνάνθρωπο και, εφόσον μπορούμε να το κάνουμε δωρεάν, γιατί να αφήνουμε να ταλαιπωρείται κόσμος; Τίποτα μα τίποτα, ούτε το χρήμα ούτε η δόξα, δεν μπορεί να αντικαταστήσει το χαμόγελο του ασθενούς όταν βγαίνει υγιής από μια δύσκολη κατάσταση». Τονίζει ότι είναι λίγοι, ελάχιστοι, αυτοί που αμαυρώνουν την εικόνα των Ελλήνων γιατρών. «Το έμψυχο δυναμικό μας είναι πολύ καλό. Το ΕΣΥ λειτουργεί χάρη στους γιατρούς».
Δεν ζηλεύει κάτι από τα μεγάλα νοσοκομεία, εκτός από την πληθώρα των περιστατικών. «Επιδιώκω τις δύσκολες επεμβάσεις, γι’ αυτό άλλωστε μπήκα στη νευροχειρουργική. Εδώ, εκ των πραγμάτων, δεν έχουμε τη ροή που υπάρχει, για παράδειγμα, στην Αθήνα. Από την άλλη, αν έχεις λιγότερα περιστατικά τα χειρίζεσαι καλύτερα». Φέτος έκανε 300 χειρουργεία, όχι μόνο στον εγκέφαλο ασφαλώς, αλλά και στη σπονδυλική στήλη και σε περιφερειακά νεύρα.
Τον ρωτώ για τον χαρακτηρισμό «γιατρός των φτωχών» που του έχει αποδοθεί. «Ποιος ξέρει, ίσως γιατί βλέπω όλους τους ανθρώπους το ίδιο, είτε είναι πλούσιος είτε φτωχός, είναι για μένα το ίδιο. Προσπαθώ, όμως, στους ανθρώπους που ταλαιπωρούνται να δώσω προτεραιότητα. Ο μπαμπάς μου ήταν οικοδόμος και, όταν πηγαίναμε στις υπηρεσίες, θυμάμαι τα βλέμματα. Αν ήσουν καλά ντυμένος, σου συμπεριφέρονταν αλλιώς, πιο ωραία». Η αλήθεια είναι, επίσης, ότι τη σκέψη και την κοσμοθεωρία του ορίζει σε μεγάλο βαθμό και η πίστη του. Ωστόσο, δεν του αρέσει η αγιοποίησή του. «Προσπαθώ να είμαι δίκαιος, αλλά είμαι άνθρωπος με πάθη και ελαττώματα».

