Λεπτομέρειες από την έρευνα της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων για την υπόθεση διαφθοράς στις πολεοδομικές υπηρεσίες της Αττικής αποκαλύπτονται στα δικαστικά έγγραφα της υπόθεσης. Οι κατηγορούμενοι υπηρετούσαν για πολλά χρόνια κατά περίπτωση στην Πολεοδομία Κηφισιάς, στο Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής Κεντρικού Τομέα Αθηνών, καθώς και σε Υπηρεσίες Δόμησης (Αμαρουσίου) και Συμβούλια Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων. Μία εκ των κατηγορουμένων ήταν παράλληλα γραμματέας στον Δήμο Γαλατσίου. «Γνώριζε τις διαδικασίες, τη λειτουργία, αλλά και τα μέλη των συμβουλίων, τα οποία ανακυκλώνονται», σημειώνεται στη δικογραφία.
Στον φάκελο περιγράφεται ότι οι ελεγχόμενοι υπάλληλοι ήταν πολύ προσεκτικοί στις τηλεφωνικές επικοινωνίες τους, κλείνοντας ραντεβού σε αυτοκίνητα και πάρκινγκ. Ιδιώτης μηχανικός ακούγεται να λέει σε τρίτο πρόσωπο για κεντρικό κατηγορούμενο: «Βγάζει το τηλέφωνο από την τσέπη και μου το δείχνει, του στυλ “κοίτα, μη μιλάς γιατί μας ακούνε”, έχει αυτό το κόλλημα». Για τη σύζυγο του τελευταίου, επίσης κατηγορουμένη στην υπόθεση, σημειώνεται σε άλλο σημείο ότι κατά τη διάρκεια της πολύμηνης έρευνας, εκτός από το κινητό της τηλέφωνο, φέρεται να ενεργοποίησε δεύτερη συσκευή, που ήταν καταχωρισμένη με τα στοιχεία ενός Κινέζου, κατοίκου της Νιγρίτας Σερρών, πρόσωπο που πιθανότατα ήταν ανύπαρκτο.
Στο δίκτυο αποδίδονται περισσότερες από 25 περιπτώσεις χρηματισμού ή παράβασης καθήκοντος. Ενδεικτικά, περιγράφεται ότι οι κατηγορούμενοι ζητούσαν χρηματικά ποσά για την έκδοση προεγκρίσεων αδειών και επίσης για παράτυπες οικοδομικές άδειες, ενώ φέρεται να έκαναν το ίδιο για την αρχειοθέτηση καταγγελιών σχετικά με τη νομιμότητα κατεδαφίσεων κτιρίων στα Πετράλωνα και στα βόρεια προάστια. Σε μία περίπτωση αναφέρεται ότι ζήτησαν χρήματα υποσχόμενοι τη θετική γνωμοδότηση για αυθαίρετη κατασκευή στον έβδομο όροφο ξενοδοχείου στην Αθήνα. Eκαναν το ίδιο για την άρση διακοπής εργασιών σε ακίνητα στην Αττική και σε μία περίπτωση στη Μύκονο.
Το μεγαλύτερο ποσό –30.000 ευρώ– φέρεται να απαίτησε το δίκτυο σε μια περίπτωση ακινήτου στον Κεραμεικό, ώστε να εξασφαλίσει θετική γνωμοδότηση στον έλεγχο της άδειας από το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής Κεντρικού Τομέα Αθηνών και επίσης τη μεσολάβηση υπαλλήλου της Υπηρεσίας Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Eργων Αττικής. Στα διωκτικά έγγραφα περιγράφεται ότι εκδόθηκε άδεια μικρής κλίμακας και στη συνέχεια έγινε αλλαγή χρήσης του ακινήτου, μάλιστα εμπλεκόμενοι ακούγονται να λένε ότι οι φωτογραφίες στον φάκελο θα τροποποιούνταν με photoshop σε δεύτερο χρόνο. Κάποιες από τις παραπάνω πράξεις, όπως επισημαίνεται, δεν ολοκληρώθηκαν λόγω της αστυνομικής επιχείρησης την περασμένη Παρασκευή.
Στον κεντρικό κατηγορούμενο, ο οποίος είχε αποσπαστεί τους τελευταίους μήνες από την Πολεοδομία Κηφισιάς στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής, αποδίδεται παρέμβαση στο ψηφιακό σύστημα για την τροποποίηση στοιχείων που θα οδηγούσαν σε αρνητική γνωμοδότηση για ακίνητο. Σε άλλη περίπτωση για έργο στο Παλαιό Φάληρο, όπως περιγράφεται, ο ίδιος φέρεται να υφάρπαξε τη βεβαίωση προϊσταμένου του, παρέχοντας στη συνέχεια σε ιδιώτη απομακρυσμένη πρόσβαση στον υπηρεσιακό υπολογιστή μέσω της εφαρμογής AnyDesk.
Η διαχείριση των κερδών και οι «συναλλαγές» των κατηγορουμένων για την υπόθεση διαφθοράς σε πολεοδομικές υπηρεσίες υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας.
Πάντως, σε αρκετές από τις παρεμβάσεις που αποδίδονται στα μέλη του δικτύου δεν καταγράφεται το ποσό που φέρεται να καταβλήθηκε από τους ιδιοκτήτες των ακινήτων. Η αστυνομία λέει πως ήταν αδύνατο να υπολογιστεί, λόγω των μέτρων συνωμοτικότητας που λάμβαναν οι κατηγορούμενοι, ενώ οι τελευταίοι διά των συνηγόρων τους επισημαίνουν μια σειρά από λογικά άλματα και θολά σημεία στην έρευνα.
Το «πόθεν έσχες»
Η Εθνική Αρχή Διαφάνειας, έπειτα από έλεγχο στο «πόθεν έσχες» του ζευγαριού των κεντρικών κατηγορουμένων, είχε εντοπίσει ανακρίβειες στα δηλωθέντα περιουσιακά τους στοιχεία. Ξεκίνησε δικαστική έρευνα και η σύζυγος, όπως αναφέρεται στα δικαστικά έγγραφα, εξέφρασε σε τρίτα πρόσωπα τη διάθεση να προσεγγίσει δικαστικό λειτουργό και επίσης στέλεχος της ΕΑΔ, ώστε να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο. Αυτό δεν κατέστη δυνατό, μάλιστα ο καθένας καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους με αναστολή και άσκησε έφεση.
Η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων λέει ότι μέρος των χρημάτων που κέρδιζαν οι κατηγορούμενοι μεταφέρονταν από συγγενείς τους σε τραπεζικούς λογαριασμούς της Ελλάδας και του εξωτερικού. Το ακριβές ύψος των εμβασμάτων επίσης δεν αναφέρεται. Στην περίπτωση υπαλλήλου της Πολεοδομίας Κηφισιάς περιγράφεται ότι επένδυε χρήματα για την αγορά έργων τέχνης –γλυπτών και πινάκων– με σκοπό τη μελλοντική πώλησή τους.
Οι έξι κατηγορούμενοι απολογούνταν έως αργά χθες στον ανακριτή, πριν τελικώς κριθούν προσωρινά κρατούμενοι. Αρνούνται τις κατηγορίες που τους αποδίδονται. Η υπερασπιστική τους γραμμή συνοψίζεται στο επιχείρημα ότι λόγω των υπηρεσιακών τους θέσεων εξυπηρετούσαν εκατοντάδες πολιτικούς μηχανικούς, αρχιτέκτονες και πολίτες, χωρίς ποτέ να αξιώνουν αντάλλαγμα.

