Στο ηφαίστειο Κιλαουέα, στη Χαβάη, κατοικεί, σύμφωνα με τους ιθαγενείς, η θεά Πέλε. Οταν θέλει να δηλώσει την παρουσία της προκαλεί εκρήξεις. Από τον Δεκέμβριο του 2024 μέχρι σήμερα έχει δώσει το «παρών» 43 φορές, με τον πίδακα της λάβας από την έκρηξη της περασμένης εβδομάδας να φτάνει τα 400 μέτρα. Τα τελευταία 13 χρόνια, «συγκάτοικοι» της Πέλε είναι μια ελληνική οικογένεια από τη Σπάρτη. Αγόρασαν το οικόπεδο από τον, έμπορο ναρκωτικών, πατέρα του Κιάνου Ριβς, και το 2018 η θεά… σφετερίστηκε ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας τους, αλλά ο Γιάννης Δουβρής συνεχίζει να ζει στη «lava zone 1», φροντίζει τη φάρμα του και καθημερινά προσπαθεί να… μαντέψει τις διαθέσεις της Πέλε.

«Ζούμε σε ένα ωραίο μέρος, δεν έχουμε πολέμους, φωτιές, κλέφτες και φίδια. Εχουμε μόνο το ηφαίστειο. Μην ξεχνάτε όμως ότι είμαστε Λάκωνες και από την αρχαιότητα μάθαμε να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες», δήλωσε στην «Κ» ο Γιάννης Δουβρής, ο οποίος γεννήθηκε στο Μάουι της Χαβάης και έχει καταγωγή από το Ξηροκάμπι της Σπάρτης και τη Μάνη. Η σχέση του νησιωτικού συμπλέγματος του Ειρηνικού Ωκεανού με τη Σπάρτη πηγάζει από τον 19ο αιώνα, όταν ο Γιώργος Λυκούργος, απορροφημένος από ένα παιχνίδι πόκερ σε πλοίο, έφθασε στη Χαβάη και το 1893 έφτιαξε ένα από τα πρώτα παραθαλάσσια θέρετρα στην παραλία Γουαϊκίκι, στη Χονολουλού. Μάλιστα φέρεται να είχε μάθει ελληνικά στον τελευταίο βασιλιά της Χαβάης, Καλακάουα, ενώ στο νησί τον αποκαλούσαν «Δούκα της Σπάρτης».

Εναν αιώνα μετά, ο Γιώργος Δουβρής εγκατέλειψε την Καλιφόρνια και μετακόμισε με τη σύζυγό του στο Μάουι. «Ο πατέρας μου ήταν χίπης. Ο παππούς μου ήταν αυτός που ήρθε πρώτος στην Αμερική ενώ η γιαγιά μου ταξίδεψε ως «νύφη», χωρίς να τον γνωρίζει. Μέναμε στο Μάουι, αλλά όταν έγινε τουριστικό φύγαμε. Πήγαμε σε διάφορα μέρη, όπως Ταϊλάνδη, Ινδονησία κ.λπ. Εγώ για λίγα χρόνια έζησα στη Λακωνία. Σπούδασα οικοτουρισμό και ως μάγειρας βιολογικών φαγητών ταξίδεψα σε όλο τον κόσμο. Η γυναίκα μου είναι από ΗΠΑ και Πουέρτο Ρίκο. Παντρευτήκαμε, παίζαμε μουσική στον δρόμο και ταξιδεύαμε. Κάποια στιγμή αποφασίσαμε να γυρίσουμε στη Χαβάη (σ.σ. Μεγάλο Νησί), όπου έμεναν οι γονείς μου. Δεν μας αρέσουν τα νησιά με τον υπερτουρισμό, γιατί έτσι χάνουν την ψυχή τους. Βρήκαμε αυτό το οικόπεδο των 100 στρεμμάτων καλλιέργειας ζαχαροκάλαμου και το αγοράσαμε», μας λέει ο Γιάννης Δουβρής και ξετυλίγει τη ζωή του που θυμίζει μυθιστόρημα.

Ο πατέρας του Κιάνου Ριβς και το άντρο των παρανόμων
Η ζωή του Λάκωνα της Χαβάης θα μπορούσε να γίνει ταινία και να έχει ως συμπρωταγωνιστή ένα σταρ της οθόνης, τoν Κιάνου Ριβς. «Η έκταση που αγοράσαμε βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ηφαίστεια και, παλαιότερα, ήταν καταφύγιο εμπόρων ναρκωτικών και ναρκομανών. Ο Σάμιουελ Ριβς υπήρξε έμπορος ναρκωτικών, είχε ελικοδρόμιο και έκανε παράνομες μπίζνες. Οταν φυλακίστηκε, το οικόπεδο δεν είχε καμία αξία. Αντίθετα, έφερε κακό όνομα. Ο Κιάνου Ριβς δεν ήθελε να επιστρέψει γατί δεν είχε καλές αναμνήσεις από τότε που ήταν παιδί. Το αγοράσαμε με τους γονείς μου, αρχίσαμε να το φτιάχνουμε και διώξαμε την κακή ενέργεια του παρελθόντος. Φτιάξαμε μία φάρμα, είχαμε όλα τα φρούτα και ήταν κάτι σαν βιολογικό πάρκο. Eρχονταν τουρίστες, νοίκιαζαν τα σπίτια, φτιάχναμε ωραία πρωινά με τη λογική «από τη γη στο πιάτο» και είχαμε ως στόχο να ζούμε έξι μήνες εδώ και έξι στην Ελλάδα. Η γυναίκα μου λατρεύει την Ελλάδα. Ζούσαμε εδώ μία ωρααία ζωή αλλά ύστερα… ήρθε το ηφαίστειο».

Τον Μάιο του 2018, η θεά Πέλε έκανε αισθητή την παρουσία της και μια μεγάλη έκρηξη ανάγκασε περισσότερους από 2.000 ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Ανάμεσα σε αυτούς και η οικογένεια Δουβρή. «Γύρισα στο σπίτι για να σώσω τις γάτες και ήρθαν δυο ποτάμια από λάβα και φωτιά. Εγώ βρέθηκα ανάμεσα. Πήρα τηλέφωνο και ήρθε ελικόπτερο με πεζοναύτες για να με σώσουν. Ανέβηκα στο ελικόπτερο την ίδια στιγμή που έβλεπα τη λάβα να “παίρνει” το αυτοκίνητό μου. Γλίτωσα για πέντε λεπτά. Από ψηλά είδα 24 πηγές φωτιάς. Οι πίδακες ξεπερνούσαν τα 200 μέτρα. Η λάβα κατέστρεψε σπίτια, δρόμους και όσοι ζούσαμε στην περιοχή φύγαμε».

Ανάμεσα σε δύο κόσμους
Η ζωή της οικογένειας Δουβρή άλλαξε μέσα σε λίγες ημέρες. «Νοικιάσαμε ένα σπίτι στην άλλη άκρη του Μεγάλου Νησιού και περιμέναμε να δούμε πού θα πάει η λάβα. Μάθαμε ότι στο οικόπεδό μας είχαν βρει καταφύγιο εγκληματίες. Σιγά σιγά πήραμε αυτοκίνητο και ύστερα από δουλειά τριών ετών κατασκευάσαμε έναν χωμάτινο δρόμο πάνω στη λάβα και επιστρέψαμε. Ενα μεγάλο μέρος του οικοπέδου το “κατέκτησε” η λάβα. Είχαμε μια καλή ζωή, με τη φάρμα μας και με τα σπιτάκια που νοικιάζαμε, και το ηφαίστειο κατέστρεψε τα πάντα. Σήμερα ζούμε ανάμεσα σε δύο κόσμους: από τη μια, η μαυρίλα της λάβας και από την άλλη, το πράσινο της ζούγκλας».

Οι «Ελληνες του Κιλαουέα» ζουν με σεβασμό προς τη φύση και χωρίς πολλά χρήματα. Χρησιμοποιούν εναλλακτικές πηγές ενέργειας και καλλιεργούν μπανάνες, ζαχαροκάλαμα και άλλα τροπικά δέντρα. Στη Χαβάη, όπως μας είπε ο 42χρονος, υπάρχουν περισσότερα από 200 είδη δέντρων. Καλλιεργούνται 20 διαφορετικές ποικιλίες μπανάνας και 15 διαφορετικές από ζαχαροκάλαμα. «Τον τελευταίο χρόνο προσπαθούμε να φτιάξουμε ό,τι κατέστρεψε η λάβα. Φτιάξαμε φράχτη για να προστατευτούμε και εμείς και οι καλλιέργειες από τα αγριογούρουνα και διαμορφώσαμε τους χώρους για να μαζεύουμε τα νερά της βροχής. Εδώ είμαστε αγρότες. Ερχονται και τουρίστες και τους ξεναγούμε. Σε αυτό μας βοηθάει και η Σοφία που μένει στο νησί και είναι ξεναγός. Προσπαθούμε να ζωντανέψουμε το κτήμα και να γίνει όπως πριν. Να έρχονται άνθρωποι από όλο τον κόσμο και να τρώνε βιολογικό φαγητό και να ξεκουράζονται από το άγχος», μας είπε ο Σπαρτιάτης αγρότης της Χαβάης.

Η ζωή στο μαγευτικό ηφαιστειογενές σύμπλεγμα των νησιών της Χαβάης είναι ακριβή. Η οικογένεια Δουβρή όμως έχει μάθει να ζει με τη βοήθεια της φύσης. «Είναι ακριβό μέρος για να ζήσεις. Εμάς τα έξοδα είναι σχεδόν στο μηδέν. Ο ήλιος μάς δίνει το ρεύμα και η βροχή το νερό. Εξοδο είναι η βενζίνη για το αυτοκίνητο. Για να ζήσεις με τον χαβανέζικο τρόπο ζωής δεν χρειάζεσαι πολλά χρήματα. Παράγουμε τα πάντα από τη γη. Αυτά που πουλάνε στα σούπερ μάρκετ δεν έχουν ούτε γεύση, ούτε άρωμα. Μας αρέσει η απλή ζωή. Είναι κάπως… σαν Παράδεισος. Το μισό νησί ζει με απλά πράγματα. Ζούμε με σεβασμό προς τη φύση και προς τον άνθρωπο», μας είπε ο 42χρονος ενώ ο πατέρας του ο Γιώργος είναι 74 ετών. «Είναι νεαρός στην ψυχή και στο μυαλό. Θέλει να κάνει και άλλα ταξίδια αλλά η μητέρα μου δεν τον αφήνει», πρόσθεσε γελώντας.

Πώς είναι όμως να ζεις σε ένα μέρος όπου δίπλα σου, καθημερινά, βράζει ένα ηφαίστειο, παρέα με ιθαγενείς Χαβανέζους; «Εδώ είναι ένα παράξενο μέρος. Εχουν τη θρησκεία, τη γλώσσα, τη μουσική τους. Οι νέοι μαθαίνουν τη γλώσσα και τον πολιτισμό. Είμαστε ευτυχισμένοι που ζούμε κοντά στους ελάχιστους εναπομείναντες αυθεντικούς Χαβανέζους. Από την άλλη πλευρά, εμείς που μένουμε στο ηφαίστειο είμαστε όλοι τρελοί. Μπορεί μια μέρα η λάβα να φθάσει στην πόλη. Είναι το πιο ενεργό ηφαίστειο στον κόσμο. Βρισκόμαστε πάνω στην πηγή της λάβας. Εχει μάγμα που βγαίνει και φτιάχνει νέο νησί. Οι Χαβανέζοι δεν το βλέπουν σαν καταστροφή αλλά σαν ένα θαύμα, ένα δώρο από τη θεά Πέλε που τους δίνει νέα γη. Είμαστε τρελοί, αλλά η ψυχή της λάβας δεν μας άγγιξε. Μας αγκάλιασε γιατί κάνουμε μόνο το καλό. Εδώ υπάρχει κάρμα: εάν κάνεις κακό θα σου έρθει κάτι χειρότερο, εάν κάνεις καλό το ηφαίστειο δεν θα σε πειράξει».

