Απρόβλεπτες και σε βάθος χρόνου ενδέχεται να είναι οι συνέπειες για τον υδροφόρο ορίζοντα στη Λέσβο από τις ανεξέλεγκτες ταφές χιλιάδων ζώων λόγω του αφθώδους πυρετού. Δύο μήνες και μία εβδομάδα μετά το ξέσπασμα της ζωονόσου στο νησί, και ενώ έχουν θανατωθεί πάνω από 32.000 αιγοπρόβατα, μόλις χθες συγκροτήθηκε Επιτροπή Περιβαλλοντικής Διαχείρισης στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου με τη συμμετοχή και του Δήμου Δυτικής Λέσβου. «Η ταφή νεκρών ζώων είναι μια υδρογεωλογική παρέμβαση στο έδαφος. Και όταν αυτή γίνεται χωρίς επιστημονικά κριτήρια, μπορεί να μετατραπεί σε πηγή ρύπανσης με μακροχρόνιες και πολύ δύσκολα αναστρέψιμες συνέπειες», λέει στην «Κ» η Νίκη Ευελπίδου, καθηγήτρια στο Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του ΕΚΠΑ, ειδικευμένη στο θέμα της διαχείρισης των υδάτινων πόρων.
Το «μπαλάκι» των ευθυνών ανάμεσα στον δήμο και στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου και η ασυνεννοησία μεταξύ των υπηρεσιών έχει δημιουργήσει αδιέξοδο όσον αφορά τη διαχείριση των ζώων που θανατώνονται. Στις 18 Μαΐου ο εκτελεστικός γραμματέας της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, Αρης Ελευθερίου, υπέβαλε την παραίτησή του καταγγέλλοντας λανθασμένους χειρισμούς εκ μέρους της κτηνιατρικής υπηρεσίας της περιφέρειας και επικίνδυνες ταφές ζώων. Οπως τονίζει σε επιστολή προς την ιστοσελίδα «Στο νησί», «η υπηρεσία όχι μόνο δεν λειτούργησε σωστά, αλλά λειτούργησε καταστροφικά για τους πολίτες και το περιβάλλον».
«Ο,τι θάβεται σήμερα, μπορεί να εμφανιστεί στο νερό αύριο», λέει χαρακτηριστικά στην «Κ» η Νίκη Ευελπίδου, καθηγήτρια στο Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του ΕΚΠΑ.
Αρχικά είχε χωροθετηθεί μια περιοχή δίπλα στον ΧΥΤΑ, τη χρήση της οποίας σταμάτησε η Διεύθυνση Δασών. Στη συνέχεια αποφασίστηκε η σύναψη σύμβασης με τη «Σφαγεία Λέσβου Κασσίδης Α.Ε.» που διαθέτει κλίβανο. Η δυναμικότητα του κλιβάνου, όμως, δεν ξεπερνάει τα 300 ζώα την ημέρα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διαχειριστεί τον συνολικό όγκο των ζώων που αποφασίζεται να θανατωθούν στις μονάδες όπου εντοπίζεται κρούσμα αφθώδους πυρετού. Ετσι, η τακτική της ταφής χωρίς κανένα σχέδιο και με ελλιπείς προδιαγραφές συνεχίστηκε. Πριν από λίγες ημέρες, και ενώ έχουν περάσει ήδη εννέα εβδομάδες από την αρχή της κρίσης, έχει έρθει στο προσκήνιο και πάλι η χρήση χώρου δίπλα στον ΧΥΤΑ για την ταφή των ζώων. Ωστόσο, είναι πολύ πιθανό η μόλυνση να έχει ήδη περάσει στον υδροφόρο ορίζοντα. Χωρίς μετρήσεις, όμως, πολύ πιθανό να μη γίνει καν αντιληπτό.
«Κατά την αποσύνθεση μεγάλου αριθμού ζωικών πτωμάτων παράγονται, μεταξύ άλλων, υγρά αποσύνθεσης με υψηλό οργανικό φορτίο», τονίζει η κ. Ευελπίδου. Τα πτώματα των ζώων, πολύ περισσότερο όταν δεν γίνεται σωστή διαχείριση, έχουν «παθογόνους μικροοργανισμούς, κατάλοιπα από αντιβιοτικά και κτηνιατρικά σκευάσματα και ιούς που μπορούν να επιβιώσουν για μεγάλο διάστημα στο έδαφος», περιγράφει. «Ολα αυτά δεν παραμένουν στη θέση που έγινε η ταφή, αλλά παρασύρονται και ακολουθούν τη φυσική οδό του νερού τόσο επιφανειακά όσο και υπόγεια, με σοβαρό κίνδυνο μόλυνσης του υδροφόρου ορίζοντα», συμπληρώνει.
Μελέτη πεδίου
«Πρακτικά αυτό σημαίνει πως ό,τι θάβεται σήμερα, μπορεί να εμφανιστεί στο νερό αύριο και μάλιστα σε σημεία που ούτε καν μπορούν να προκαθοριστούν αν δεν γίνει επιστημονική έρευνα», λέει η κ. Ευελπίδου, εξηγώντας ότι το πού θα θαφτούν τα ζώα δεν μπορεί να αποφασίζεται με βάση το τι βολεύει τις υπηρεσίες ή αυτόν που έκανε τη σφαγή. Η επιλογή της θέσης για την ταφή δεν μπορεί να είναι διοικητική απόφαση. Απαιτείται υδρογεωλογική μελέτη πεδίου ώστε να προστατευτούν τα επιφανειακά και τα υπόγεια νερά.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, όταν χωροθετείται ένα νεκροταφείο, απαιτείται μια σειρά από μελέτες ώστε να εξασφαλιστεί η προστασία του περιβάλλοντος. «Εκπονείται υδρογεωλογική μελέτη που δείχνει κατά πόσον επηρεάζεται ο υδροφόρος ορίζοντας, γεωλογική – γεωτεχνική μελέτη για τη σύσταση εδαφών, μελέτη που περιλαμβάνει τις αποστάσεις ασφαλείας από ρέματα, καλλιέργειες, οικισμούς κ.λπ., περιβαλλοντική μελέτη για τη σαφή αποτύπωση των επιπτώσεων και σχέδιο παρακολούθησης. Η μαζική ταφή ζώων θα έπρεπε να ακολουθεί ακριβώς αυτή τη λογική», υποστηρίζει η κ. Ευελπίδου.
Εκτός από την πιθανότητα να μεταδοθούν ασθένειες, το ζήτημα δεν είναι μόνο υγειονομικό. «Είναι ζήτημα προστασίας υδατικών πόρων και σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, που οι υδατικοί μας πόροι είναι φτωχοί, είναι σημαντικό να προστατεύσουμε τους λίγους που υπάρχουν. Η αυθαίρετη ταφή νεκρών ζώων μπορεί να μετατραπεί σε μια υπόγεια, αόρατη, διάχυτη ρύπανση που θα εμφανιστεί μήνες μετά στο ποτήρι μας και στα χωράφια μας. Και τότε θα είναι αργά για διορθώσεις», καταλήγει η ειδικός.

