Η «διπλωματία των σεισμών» εξακολουθεί να αποτελεί γέφυρα ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Επιστήμονες από τις δύο χώρες συναντώνται αυτές τις ημέρες σε διεθνές συνέδριο στη γείτονα, ενώ θα ακολουθήσει ημερίδα στην Αθήνα με τη συμμετοχή και Τούρκων επιστημόνων. «Κοινός τόπος» εν προκειμένω, οι μηχανισμοί σεισμικής μόνωσης των κτιρίων, μια τεχνολογία η οποία αποδείχθηκε σωτήρια το 2023 στον σεισμό του Καχραμάνμαρας για τα νοσοκομεία στα οποία είχε τοποθετηθεί.
Τις ημέρες αυτές, Ελληνες επιστήμονες βρίσκονται στο Κουσάντασι, συμμετέχοντας στο 8ο Διεθνές Συνέδριο Σεισμικής Μηχανικής (8ICEES). Στο πλαίσιο του συνεδρίου πραγματοποιείται μια κοινή εκδήλωση Ελλάδας – Τουρκίας, το ελληνικό σκέλος της οποίας θα διεξαχθεί την προσεχή Παρασκευή στο Ιδρυμα Ευγενίδου, σε συνεργασία με το Ελληνικό Τμήμα Αντισεισμικής Μηχανικής (ΕΤΑΜ). Η ημερίδα αποτελεί πρόδρομο γεγονός του 20ού Παγκόσμιου Συνεδρίου Σεισμικής Μόνωσης της Διεθνούς Ενωσης Σεισμικής Μόνωσης (ASSISI) που διοργανώνεται στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 2027. «Για την Ελλάδα και την Τουρκία η δράση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι δύο χώρες μοιράζονται τον ίδιο σεισμικό κίνδυνο, έχουν κτιριακό απόθεμα με παραπλήσια δομικά χαρακτηριστικά και έχουν πολλά να διδαχθούν με αμοιβαίο τρόπο. Πάνω από όλα, υπενθυμίζει σε όλους μας ότι η προστασία της ανθρώπινης ζωής υπερβαίνει τις συνήθεις πολιτικές και απαιτεί στενή και συνεχή διακρατική συνεργασία μεταξύ των γειτονικών χωρών», λέει ο Τάσος Σέξτος, διευθυντής του Εργαστηρίου Αντισεισμικής Τεχνολογίας στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.
Ρίζες δεκαετιών
Η επιστημονική συνεργασία ανάμεσα σε Ελληνες και Τούρκους μηχανικούς και σεισμολόγους είναι μακρά. «Η συνεργασία με Τούρκους επιστήμονες έχει βαθιές ρίζες πολλών δεκαετιών και έχει μετεξελιχθεί σημαντικά μετά τους καταστροφικούς σεισμούς του 1999 στην περιοχή της Νικομήδειας και στην Αθήνα. Αμέσως μετά τον ισχυρό σεισμό της 30ής Οκτωβρίου 2020, μεγέθους 7 βαθμών Ρίχτερ βορείως της Σάμου, που είχε καταστροφικές επιπτώσεις και περισσότερες από 100 ανθρώπινες απώλειες στη Σμύρνη, 150 επιστήμονες από Ελλάδα, Τουρκία και ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων εκπρόσωποι του ETAM, της Ενωσης Αντισεισμικής Μηχανικής Τουρκίας και ινστιτούτων των ΗΠΑ, συνεργάστηκαν στο πεδίο για την έκδοση της κοινής τεχνικής έκθεσης 375 σελίδων, ενώ ακολούθησε διεθνές διαδικτυακό σεμινάριο με περισσότερες από 1.000 συμμετοχές και σειρά κοινών επιστημονικών δημοσιεύσεων», σημειώνει ο κ. Σέξτος.
«Μετά την ισχυρότατη σεισμική ακολουθία της 6ης Φεβρουαρίου 2023 (μεγέθους 7,8 και 7,5) στην περιοχή του Καχραμάνμαρας, που κόστισε πάνω από 55.000 ανθρώπινες ζωές, το ΕΜΠ και το Ελληνικό Τμήμα Αντισεισμικής Μηχανικής (ΕΤΑΜ) πραγματοποίησαν αποστολή αξιολόγησης βλαβών στην πληγείσα περιοχή της νοτιοανατολικής Τουρκίας, σε στενή συνεργασία με την Πολιτική Προστασία της Τουρκίας (AFAD), τον ΟΑΣΠ και τις τουρκικές Ενώσεις Αντισεισμικής Μηχανικής. Είναι αξιοσημείωτο ότι η ελληνική ομάδα δεν μετέβη απλώς στο σημείο για επιστημονικούς λόγους, αλλά επιθεώρησε περισσότερα από 500 κτίρια με χρήση της επίσημης τουρκικής εφαρμογής ταχείας εκτίμησης ζημιών. Εκτοτε, έχουν εδραιωθεί τόσο σε επίπεδο πολιτικής προστασίας των δύο χωρών, όσο και σε αμιγώς επιστημονικό επίπεδο, δίαυλοι συνεχούς ανταλλαγής δεδομένων με σκοπό τη μείωση της σεισμικής διακινδύνευσης. Η ημερίδα της Παρασκευής αποτελεί συνέχεια και επέκταση αυτής ακριβώς της συνεχούς και εις βάθος επιστημονικής σχέσης», καταλήγει ο κ. Σέξτος.
«Η συνεργασία μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων επιστημόνων που ασχολούνται με την αντισεισμική μηχανική είναι πολύτιμη εδώ και αρκετά χρόνια. Η Ελλάδα έχει ήδη πολλές αξιοσημείωτες εφαρμογές της τεχνολογίας αντισεισμικής μόνωσης, τόσο σε κτίρια όσο και σε γέφυρες, που αποδεικνύουν το ισχυρό τεχνικό υπόβαθρο της χώρας στη σεισμική μηχανική», τονίζει ο Μπαχαντίρ Σαντάν, γενικός γραμματέας της Διεθνούς Ενωσης Σεισμικής Μόνωσης και μέλος της Τουρκικής Ενωσης Αντισεισμικής Μηχανικής (TASI). «Ταυτόχρονα εκτιμώ πως η επιτυχημένη απόκριση των σεισμικά μονωμένων νοσοκομείων κατά τη διάρκεια του σεισμού του 2023 στο Καχραμάνμαρας μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για τις ελληνικές αρχές, τους μηχανικούς, τους κατασκευαστές, αλλά και το κοινό, αυξάνοντας τη γνώση και τη ζήτηση για συστήματα σεισμικής μόνωσης στην Ελλάδα».
Τρία καλά παραδείγματα
Στη χώρα μας μόνο τρία κτίρια δημόσιας χρήσης έχουν σχεδιαστεί με σεισμική μόνωση: το Μουσείο Ακρόπολης, το Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος και η Στέγη Ιδρύματος Ωνάση. «Η Τουρκία μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την Ελλάδα καθώς μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1999 θέσπισε νομοθεσία που υποχρεώνει τα σύγχρονα νοσοκομεία να σχεδιάζονται με σεισμική μόνωση, ενώ παράλληλα ανέπτυξε εγχώρια βιομηχανία παραγωγής τέτοιων αντισεισμικών συστημάτων», αναφέρει ο κ. Σέξτος. «Ο συνδυασμός αυτός δημιούργησε ταυτόχρονα και ζήτηση και παραγωγή, ενώ δημιούργησε οικονομίες κλίμακας και ευκαιρίες για σημαντική καινοτομία που αυτή τη στιγμή εξάγεται. Η Ελλάδα θα πρέπει να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, θεσπίζοντας κατ’ αρχήν υποχρεωτική σεισμική μόνωση για κτίρια κρίσιμης υποδομής, όπως μεγάλα νοσοκομεία, σχολεία και κέντρα διαχείρισης κρίσεων (κέντρα επιχειρήσεων πολιτικής προστασίας), παρέχοντας παράλληλα φορολογικά κίνητρα για τον ιδιωτικό τομέα».
Οπως επισημαίνει, η Ελλάδα έχει υψηλή ποιότητα στις αντισεισμικές κατασκευές. Ωστόσο «ο συμβατικός σχεδιασμός κτιρίων και υποδομών αποσκοπεί στην απορρόφηση σεισμικής ενέργειας μέσω βλάβης. Δηλαδή το κτίριο παθαίνει βλάβη, αλλά δεν καταρρέει. Τούτο είναι μεν ασφαλές εφόσον συμβαίνει στοχευμένα σε έξυπνα επιλεγμένες “ανώδυνες” θέσεις της κατασκευής –όπως σοφά απαιτούν οι σύγχρονοι αντισεισμικοί κανονισμοί–, πλην όμως συνεπάγεται μεγάλες περιόδους αποκατάστασης. Η σεισμική μόνωση, αντιθέτως, είναι σχεδιασμένη για άμεση αναταξιμότητα, ώστε τα κτίρια να παραμένουν απολύτως λειτουργικά αμέσως μετά τον σεισμό. Στις σύγχρονες κοινωνίες, πέρα από την προστασία της ανθρώπινης ζωής, η ταχεία επαναλειτουργία ύστερα από μεγάλες καταστροφές πρέπει να είναι κρίσιμη παράμετρος σχεδιασμού».

