Για τον Nόα Τζόουνς η ζωή πριν από το Διαδίκτυο είναι κάτι σχεδόν ακατανόητο. Η γενιά του δεν θυμάται τον κόσμο χωρίς social media, group chats ή feeds. Μεγάλωσε μέσα σε έναν δημόσιο χώρο που ήταν εξαρχής ψηφιακός, εκεί κοινωνικοποιείται, εκεί ενημερώνεται, εκεί συγκροτεί άποψη για όσα συμβαίνουν. Eκεί ανακοίνωσε τη γέννησή του η μητέρα του, σε μια σελίδα στο Facebook. Γι’ αυτό και όταν η αυστραλιανή κυβέρνηση απαγόρευσε στα παιδιά κάτω των 16 ετών την πρόσβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο 15χρονος αποφάσισε να απαντήσει με τον μόνο τρόπο που του φάνηκε λογικός: προσφεύγοντας στη Δικαιοσύνη.
Μαζί με ακόμη μία έφηβη, τη Μέισι Νέιλαντ, και με τη στήριξη της οργάνωσης Digital Freedom Project, επικεφαλής της οποίας είναι ο φιλελεύθερος βουλευτής της Νέας Νότιας Ουαλίας Τζον Ράντικ, υποστηρίζουν ότι η απαγόρευση στους εφήβους να διατηρούν λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα τους εμποδίσει να συμμετέχουν σε συζητήσεις για πολιτικά θέματα. Ο Nόα βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο μιας από τις πιο ενδιαφέρουσες νομικές μάχες που διεξάγονται αυτή τη στιγμή διεθνώς γύρω από το μέλλον του Διαδικτύου. Η προσφυγή της ομάδας στο ανώτατο δικαστήριο της Αυστραλίας αμφισβητεί τη συνταγματικότητα του νόμου που απαγορεύει σε ανηλίκους κάτω των 16 να διαθέτουν λογαριασμούς σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, ενός νόμου που παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως διεθνές πρότυπο για την προστασία των παιδιών από την εθιστική και, συχνά, βλαπτική φύση των social media. Για τους ενάγοντες, όμως, πρόκειται για κάτι πολύ διαφορετικό: τον περιορισμό θεμελιωδών δημοκρατικών ελευθεριών.
Ο Ράντικ ανήκει σε εκείνους που πιστεύουν ότι ο νόμος μπορεί να στρέψει τους νέους στο dark web, με όλους τους κινδύνους που αυτό ενέχει.
«Το ανώτατο δικαστήριο της Αυστραλίας αναμένεται να περάσει από ακρόαση την υπόθεση τις επόμενες εβδομάδες για να αποφασίσει αν ο νόμος της απαγόρευσης είναι αντισυνταγματικός», λέει στην «Κ» ο Τζον Ράντικ. Για τον ίδιο, το πραγματικό διακύβευμα της υπόθεσης δεν είναι η ηλικία πρόσβασης στο TikTok ή στο Instagram, αλλά το ποιος ελέγχει τον νέο δημόσιο χώρο. «Μόλις θέσουν σε εφαρμογή αυτόν τον μηχανισμό, μπορούν να αποκλείσουν και άλλες ομάδες επιλογής τους από το Διαδίκτυο», υποστηρίζει.
Η δικαστική προσφυγή κατά του νόμου υποστηρίζει ότι η απόφαση είναι αντισυνταγματική, καθώς περιορίζει την πρόσβαση 2,6 εκατομμυρίων νέων πολιτών στην πολιτική ενημέρωση. Επίσης, ο ίδιος ανήκει σε εκείνους που πιστεύουν ότι ο νόμος μπορεί να στρέψει τους νέους στο dark web, με όλους τους κινδύνους που αυτό ενέχει.
Το μεγάλο ψηφιακό πείραμα της Αυστραλίας
Για τον Ράντικ, όμως, η πρώτη μεγάλη αδυναμία του νόμου είναι απλή. «Δεν λειτουργεί. Ηταν μια πολύ αναποτελεσματική απαγόρευση», λέει στην «Κ» από το Σίδνεϊ της Αυστραλίας. «Ο πρωθυπουργός εκτιμά ότι περίπου 5 εκατομμύρια λογαριασμοί έχουν κλείσει. Κάτι που δεν αμφισβητώ. Αλλά νομίζω ότι περίπου 5 εκατομμύρια έχουν επίσης ανοίξει ξανά». Η Αυστραλία έγινε στα τέλη του 2025 η πρώτη δυτική χώρα που επιχείρησε να θεσμοθετήσει καθολική απαγόρευση social media για ανηλίκους κάτω των 16 ετών, εισάγοντας ένα καθεστώς που υποχρεώνει τις πλατφόρμες να επαληθεύουν την ηλικία των χρηστών τους και να αποκλείουν όσους δεν πληρούν το ηλικιακό όριο. Το μέτρο χαιρετίστηκε από οργανώσεις γονέων, ειδικούς ψυχικής υγείας και κυβερνήσεις που αναζητούν τρόπους να περιορίσουν την επιρροή των ψηφιακών πλατφορμών στους ανηλίκους. Ταυτόχρονα, όμως, η αυστραλιανή υπόθεση παρακολουθείται στενά από πολλές χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, ως ένα εν εξελίξει πείραμα για το κατά πόσο μια δημοκρατία μπορεί να περιορίσει την πρόσβαση των παιδιών στον ψηφιακό δημόσιο χώρο χωρίς να προσκρούσει σε νομικά ή πρακτικά αδιέξοδα.
Τα ίδια τα παιδιά ομολογούν ότι παρακάμπτουν τους περιορισμούς. Παρά την απενεργοποίηση εκατομμυρίων λογαριασμών από την έναρξη εφαρμογής του μέτρου, περισσότεροι από τα δύο τρίτα των Αυστραλών εφήβων εξακολουθούν να χρησιμοποιούν πλατφόρμες που τυπικά εμπίπτουν στην απαγόρευση.
«Τα παιδιά γελούν με την απαγόρευση», υποστηρίζει ο Ράντικ. «Τα ίδια τα παιδιά ομολογούν ότι παρακάμπτουν τους περιορισμούς. Παρά την απενεργοποίηση εκατομμυρίων λογαριασμών από την έναρξη εφαρμογής του μέτρου, περισσότεροι από τα δύο τρίτα των Αυστραλών εφήβων εξακολουθούν να χρησιμοποιούν πλατφόρμες που τυπικά εμπίπτουν στην απαγόρευση. Οι περισσότεροι το κάνουν παρακάμπτοντας με σχετική ευκολία τα συστήματα επαλήθευσης ηλικίας, είτε με ψευδή στοιχεία είτε μέσω τεχνολογιών παραποίησης επαλήθευσης προσώπου». Οπως ισχυρίζεται ο Ράντικ, η αποτυχία αυτή δεν είναι τεχνικό πρόβλημα αλλά ένδειξη ότι η λογική της απαγόρευσης είναι λανθασμένη εξαρχής.
Η μάχη για την «ψηφιακή πολιτειότητα»
Ο όρος ψηφιακή πολιτειότητα (digital citizenship) αναφέρεται στην ικανότητα των ατόμων να χρησιμοποιούν την τεχνολογία και τα ψηφιακά μέσα με τρόπο ασφαλή, υπεύθυνο, ηθικό και αποτελεσματικό. Περιλαμβάνει τους κανόνες συμπεριφοράς και τις δεξιότητες που απαιτούνται για την ενεργό συμμετοχή στην ψηφιακή κοινωνία. Πίσω από το νομικό επιχείρημα της προσφυγής βρίσκεται μια βαθύτερη ιδέα, ότι η πολιτική κοινωνικοποίηση των νέων δεν συμβαίνει πλέον πρωτίστως μέσω παραδοσιακών ΜΜΕ ή εκπαιδευτικών θεσμών, αλλά μέσα από πλατφόρμες όπως το YouTube, το TikTok, το Reddit ή το X. Η προσφυγή υποστηρίζει ότι ο αποκλεισμός ανηλίκων από αυτούς τους χώρους περιορίζει δυσανάλογα τη δυνατότητά τους να ενημερώνονται και να συμμετέχουν στη δημόσια συζήτηση. «Οταν κανείς είναι 15 ή 16 ετών, έχει πολλές εκλογές μπροστά του στη ζωή. Σε αυτές τις ηλικίες διαμορφώνει πολιτκή συνείδηση. Και θα κληθεί να ψηφίσει σε περισσότερες εκλογές από οποιαδήποτε άλλη ομάδα ανθρώπων, να αποφασίσει για το μέλλον μιας χώρας. Πώς λοιπόν μπορούν να έχουν πρόσβαση τα νεαρά παιδιά στα πολιτικά νέα, αν είναι εκτός social media;», διερωτάται ο Ράντικ.
Η αγωγή επιχειρεί επίσης να δείξει ότι η απαγόρευση δεν επηρεάζει όλους τους νέους με τον ίδιο τρόπο. Η Μέισι, η μία από τους δύο ενάγοντες, ζει σε απομακρυσμένη περιοχή της Αυστραλίας και προέρχεται από αγροτική οικογένεια, όπου οι φυσικές κοινωνικές επαφές είναι περιορισμένες. «Βρίσκεται συχνά απομονωμένη, είναι εξαιρετικά δύσκολο να πάει ακόμη και στο σχολείο και βρίσκεται μακριά από τους συνομηλίκους της. Ας μην ξεχνάμε πως η Αυστραλία είναι μια μεγάλη χώρα. Και έτσι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι πολύ σημαντικά για εκείνη», εξηγεί ο Ράντικ. Ενώ ο Νόα είναι αθλητής που ταξιδεύει συχνά και πρέπει να έχει πρόσβαση για να μπορεί να ενημερωθεί, να έχει επαφή με τους δικούς του, να μη χάνει την επαφή με την καθημερινότητα.
Τα παιδιά που είναι πολύ καταρτισμένα τεχνολογικά, όπως εγώ, θα παρακάμψουν τις φραγές.
Σε αυτή τη λογική η ομάδα που στηρίζει την προσφυγή εκτιμά ότι ο νόμος πλήττει δυσανάλογα νέους που ζουν σε απομονωμένες περιοχές, παιδιά με αναπηρίες, LGBTQ+ εφήβους και νέους που βρίσκουν online κοινότητες εκεί όπου δεν διαθέτουν φυσικά δίκτυα υποστήριξης. Ο Νόα Τζόουνς, από την πλευρά του, επιμένει ότι η απαγόρευση παραγνωρίζει πλήρως τη σχέση της γενιάς του με τον ψηφιακό κόσμο. «Είμαστε γεννημένοι ψηφιακοί πολίτες», αναφέρει. «Θέλουμε να παραμείνουμε μορφωμένοι, εύρωστοι και έξυπνοι στον ψηφιακό μας κόσμο. Θα πρέπει να προστατεύουν τα παιδιά με δικλίδες ασφαλείας, όχι φιμώνοντάς τα».
Πώς θα μειωθεί ο κίνδυνος;
Ο Νόα, ο οποίος κλείνει τα 16 τον Αύγουστο και σύντομα δεν θα εμπίπτει πλέον στην απαγόρευση, υποστηρίζει ότι η μάχη δεν αφορά τον ίδιο αλλά τη γενιά που ακολουθεί. Ερωτώμενος για τους κινδύνους στο Διαδίκτυο, για το cyberbullying, που ενίοτε οδηγεί ακόμη και σε αυτοκτονίες, ο Νόα παραδέχεται ότι κατανοεί τα μειονεκτήματα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. «Τα παιδιά ξέρουν καλύτερα από τον καθένα τι είναι προβληματικό εκεί μέσα. Γνωρίζουμε από πρώτο χέρι ότι υπάρχει πραγματικά φρικτό περιεχόμενο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αλλά η απαγόρευση δεν αντιμετωπίζει αυτό το ζήτημα. Τα παιδιά που είναι πολύ καταρτισμένα τεχνολογικά, όπως εγώ, θα παρακάμψουν τις φραγές».
Ο Ράντικ συμφωνεί και προσθέτει πως η απάντηση στους κινδύνους των social media είναι η ενεργότερη γονική εποπτεία. «Πιστεύουμε ότι το Διαδίκτυο θέτει κινδύνους για τα μικρά παιδιά. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι’ αυτό», λέει. «Αλλά το ερώτημα είναι πώς απαντάμε σε αυτό. Με κρατική παρακολούθηση ή με υπεύθυνη γονική μέριμνα; Οι γονείς είναι αμελείς αν δεν αναλαμβάνουν ενεργό ρόλο στο τι βλέπουν τα παιδιά τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης».
Η αυστραλιανή κυβέρνηση, από την πλευρά της, επιμένει ότι το μέτρο είναι αναγκαίο και συνταγματικά ανεκτό. Στην υπεράσπισή της υποστηρίζει ότι, παρότι ο νόμος πράγματι επιβαρύνει την πολιτική επικοινωνία των νέων, το κάνει για θεμιτό λόγο, τη μείωση του κινδύνου βλάβης από πλατφόρμες σχεδιασμένες γύρω από μηχανισμούς εθισμού, αδιάκοπου scrolling και αλγοριθμικής προώθησης περιεχομένου. Παράλληλα, έχει προειδοποιήσει ότι οι πλατφόρμες που δεν συμμορφώνονται μπορεί να αντιμετωπίσουν πρόστιμα έως 49,5 εκατ. δολαρίων ανά παράβαση. Η απόφαση του δικαστηρίου αναμένεται να έχει συνέπειες πολύ πέρα από τα σύνορα της χώρας. Καθώς όλο και περισσότερες κυβερνήσεις εξετάζουν αντίστοιχα μέτρα, η αυστραλιανή υπόθεση ενδέχεται να αποτελέσει το πρώτο μεγάλο crash test για το αν τέτοιες απαγορεύσεις είναι νομικά και πρακτικά βιώσιμες.

