Η ζωή μετά το ίδρυμα

Τρεις άνθρωποι που μεγάλωσαν σε δομές παιδικής προστασίας μιλούν στην «Κ» φωτίζοντας μια πτυχή που σπάνια συζητείται δημόσια: Τι συμβαίνει όταν τα παιδιά μεγαλώνουν και φεύγουν από το ίδρυμα;

8' 0" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

ΟΤΑΝ Ο ΑΝΤΩΝΗΣ έφυγε από το ίδρυμα όπου είχε μεγαλώσει ήταν δεκαοκτώ ετών και λίγων μηνών, και δεν είχε σχέδιο. Σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του μέχρι τότε, από τα δυόμισι μέχρι την ενηλικίωση, είχε ζήσει μέσα σε δομές παιδικής προστασίας. Συνολικά, πέρασε από τρία διαφορετικά ιδρύματα. Για ένα μικρό μόνο διάστημα είχε επιστρέψει στη μητέρα του, αλλά η επιστροφή δεν κράτησε πολύ. Σύντομα βρέθηκε ξανά σε ίδρυμα, στην πόλη καταγωγής του, όπου έμεινε μέχρι τα δεκαοκτώ του. Καθώς πλησίαζε η ενηλικίωση, οι υπεύθυνοι της δομής τού υπενθύμιζαν συχνά ότι θα πρέπει να φύγει.

«Μου έλεγαν ότι είμαι μεγάλο παιδί πια και πως πρέπει να σταθώ στα πόδια μου. Θεωρητικά το έλεγαν για το καλό μου, στην πράξη όμως με έκαναν να νιώθω πως δεν είμαι πια ευπρόσδεκτος», λέει σήμερα. «Κάποια αγόρια τα προέτρεψαν να πάνε στο Αγιον Ορος – τέσσερις ή πέντε πήγαν σίγουρα». Αλλοι, όσοι είχαν περάσει στο πανεπιστήμιο, μπορούσαν να μείνουν σε μια πιο αυτόνομη μορφή διαβίωσης μέσα στις εγκαταστάσεις του ιδρύματος, σε μικρά διαμερίσματα που προορίζονταν για φοιτητές. «Εγώ που δεν ήμουν καλός μαθητής, δεν τελείωσα το λύκειο, ένιωθα ότι τους ήμουν βάρος. Μια μέρα καβγαδίσαμε έντονα, μάζεψα τα πράγματά μου και έφυγα. Αποφάσισα να πάω στην Αθήνα. Στο ίδρυμα όμως ήμουν προστατευμένος και κανείς δεν με είχε προετοιμάσει για το πώς είναι η ζωή εκεί έξω».

Οι νέοι που μεγάλωσαν σε ιδρύματα καλούνται συχνά να σταθούν μόνοι τους στα πόδια τους σχεδόν από τη μια μέρα στην άλλη.

Ο Αντώνης βρέθηκε ξαφνικά μόνος του. Μήνες προσπαθούσε να επιβιώσει χωρίς σταθερή δουλειά και χωρίς στέγη. Εχασε βάρος και περιπλανιόταν από μέρος σε μέρος. «Δεν με πήρε κανείς τηλέφωνο, ούτε ενδιαφέρθηκε να δει αν είμαι καλά. Το μόνο που έλαβα ως βοήθημα ήταν 750 ευρώ που δικαιούμουν». Παράλληλα, προσπαθούσε να εντοπίσει συγγενείς πέρα από τη μητέρα του, ανθρώπους που ίσως θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν ή να του δώσουν κάποιο σημείο αναφοράς. Οι προσπάθειες αυτές δεν οδήγησαν πουθενά. Μετά από ένα διάστημα αποφάσισε να επιστρέψει στην πόλη όπου βρισκόταν το ίδρυμα και να ζητήσει ξανά βοήθεια. Παρά την τελευταία τους σύγκρουση, ο διευθυντής τού παραχώρησε για έναν χρόνο ένα από τα μικρά σπιτάκια όπου έμεναν φοιτητές που προέρχονταν από τη δομή. Εκεί κατάφερε σιγά σιγά να σταθεί στα πόδια του.

Σήμερα, λίγο πριν από τα τριάντα, ζει ακόμη στην ίδια πόλη. Δεν περνά όμως ποτέ έξω από το ίδρυμα και μιλά σπάνια για τα χρόνια που πέρασε εκεί. Ελάχιστοι φίλοι του γνωρίζουν αυτή την πλευρά της ζωής του. Για τον ίδιο, η περίοδος εκείνη μοιάζει περισσότερο με έναν σταθμό, ένα μεταβατικό στάδιο που ανήκει πια στο παρελθόν. «Δεν μου λείπει η αίσθηση του να μπορώ να επιστρέψω κάπου που με περιμένουν. Δεν μπορεί να σου λείψει κάτι που ποτέ δεν είχες», λέει.

«ΣΠΙΤΙ ΔΕΝ ΗΤΑΝ»

Η εμπειρία του Αντώνη φωτίζει μια πλευρά της ζωής των μονάδων παιδικής προστασίας που σπάνια συζητείται δημόσια: τι συμβαίνει όταν τα παιδιά μεγαλώνουν και φεύγουν από αυτά. Σε αντίθεση με τους περισσότερους συνομηλίκους τους, που συχνά παραμένουν χρόνια στο οικογενειακό σπίτι και στηρίζονται από την οικογένειά τους μέχρι να αποκτήσουν οικονομική ανεξαρτησία, οι νέοι που μεγάλωσαν σε ιδρύματα καλούνται συχνά να σταθούν μόνοι τους στα πόδια τους σχεδόν από τη μια μέρα στην άλλη.

Αντίστοιχη είναι και η περίπτωση της Δήμητρας, που μεγάλωσε σε μια οικογένεια που πάλευε να τα βγάλει πέρα μετά τον θάνατο του πατέρα της. Επί χρόνια η επιβίωση της οικογένειας στηριζόταν κυρίως στη βοήθεια του παππού της. Οταν πέθανε κι αυτός, οι γείτονες γνωστοποίησαν στις κοινωνικές υπηρεσίες τις συνθήκες φτώχειας της οικογένειας και αυτές με τη σειρά τους πρότειναν τη μεταφορά των ανήλικων παιδιών σε δομή. Η γιαγιά της προσπάθησε να το αποτρέψει, υποσχόμενη ότι με τη σύνταξή της θα βοηθήσει να μεγαλώσουν τα εγγόνια της. Οταν όμως πέθανε και εκείνη, η μεταφορά έγινε αναπόφευκτη. «Θυμάμαι μια κοινωνική λειτουργό που με επισκέφτηκε στο σχολείο. Προσπαθούσε να με καλοπιάσει ώστε να δω πιο θετικά το ενδεχόμενο της δομής. Εγώ φυσικά αρνούμουν να συνεργαστώ. Μέχρι που μια μέρα εμφανίστηκαν στο σπίτι μας, οπότε δεν είχα άλλη επιλογή. Θυμάμαι πως ετοίμασα μια μικρή βαλίτσα γιατί πίστευα πως σε μια εβδομάδα θα έχω επιστρέψει σπίτι και το ίδιο έλεγα και στη μητέρα μου που είχε καταρρεύσει».

Το χειρότερο για εμένα ήταν η πίεση που μου ασκήθηκε. Το γνώριζαν πολύ καλά ότι εκείνη την περίοδο δεν είχα κάποιο συγγενικό δίκτυο υποστήριξης και πως με τη συμπεριφορά τους μου δημιουργούσαν έντονο άγχος.

Παρά την τραυματική εμπειρία της μετάβασής της στη δομή, η Δήμητρα γρήγορα αντιλήφθηκε ότι η νέα της ζωή είχε και μια απροσδόκητη πλευρά ανακούφισης. Υπήρχαν πράγματα που στο σπίτι της δεν είχε: σταθερό φαγητό, ιατρική φροντίδα, ρούχα, δραστηριότητες. Θυμάται ακόμη τη στήριξη της τοπικής κοινωνίας και τις δωρεές από επιχειρήσεις της περιοχής, αλλά και τις μικρές καθημερινές χειρονομίες ανθρώπων που δούλευαν εκεί. Η μαγείρισσα, για παράδειγμα, την έπαιρνε συχνά στο σπίτι της για να παίζει με τις κόρες της. «Εκεί μπορούσα να έχω πράγματα που η μητέρα μου δεν μπορούσε να μου προσφέρει», λέει.

Οταν όμως ενηλικιώθηκε και άρχισε να εργάζεται παράλληλα με τις σπουδές της στη Νοσηλευτική, η σχέση της με τη δομή άλλαξε. Ενώ αρχικά μεταφέρθηκε σε έναν χώρο των εγκαταστάσεων που λειτουργούσε ως οικοτροφείο για νεαρούς ενήλικες, μετά από κάποιους μήνες την πίεσαν να φύγει. «Η μεταφορά μου στην ημι-αυτόνομη στέγαση συνέπεσε με κάποιες αλλαγές που είχαν γίνει στη διοίκηση και πλέον το κλίμα της δομής είχε αλλάξει. Το χειρότερο για εμένα ήταν η πίεση που μου ασκήθηκε. Το γνώριζαν πολύ καλά ότι εκείνη την περίοδο δεν είχα κάποιο συγγενικό δίκτυο υποστήριξης και πως με τη συμπεριφορά τους μου δημιουργούσαν έντονο άγχος. Με τα χρήματα που μάζευα από τη δουλειά κατάφερα να νοικιάσω ένα διαμέρισμα και να μετακομίσω, κυριολεκτικά από τη μια μέρα στην άλλη».

149 ενήλικοι φιλοξενούμενοι

Σύμφωνα με το εθνικό μητρώο ανηλίκων (02/01/2026) συνολικά 1.123 ανήλικοι φιλοξενούνται σε μονάδες παιδικής προστασίας σε όλη τη χώρα. Παράλληλα, στις δομές καταγράφονται και 149 εγγραφές ενήλικων πλέον φιλοξενουμένων, οι οποίοι εισήχθησαν ως ανήλικοι στις μονάδες και παραμένουν και μετά την ενηλικίωσή τους για λόγους κοινωνικής προστασίας.

Τα χρόνια κατά τα οποία ένιωθε το ίδρυμα σαν σπίτι της έμοιαζαν ξαφνικά να έχουν σβήσει. Από τότε δεν επέστρεψε ποτέ για να ζητήσει βοήθεια. «Εχω κρατήσει σχέσεις με ανθρώπους που δούλευαν εκεί», λέει. «Με τη διοίκηση όμως όχι. Από τη στιγμή που έφυγα, δεν τους ζήτησα ούτε ένα ποτήρι νερό. Για όσο έζησα εκεί ήταν σαν να έχω μια δεύτερη οικογένεια», λέει. «Αλλά, όπως αποδείχτηκε, σπίτι δεν ήταν. Στο σπίτι σου ξέρεις ότι μπορείς να μείνεις για όσο το έχεις ανάγκη».

ΙΔΡΥΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ

Μια διαφορετική ωστόσο εμπειρία είναι αυτή της Μαρίας, που βρέθηκε σε δομή παιδικής προστασίας πολύ πριν αποκτήσει αναμνήσεις από τη ζωή της. Σύμφωνα με όσα της διηγήθηκαν αργότερα συγγενείς της, η μητέρα της την εγκατέλειψε όταν ήταν δέκα μηνών. Τα επόμενα χρόνια της παιδικής της ηλικίας τα πέρασε σε τρία διαφορετικά ιδρύματα στην Αττική. Από το πρώτο, όπου έμεινε μέχρι περίπου τα οκτώ της χρόνια, θυμάται κυρίως τον φόβο που της δημιουργούσε το προσωπικό που εργαζόταν εκεί. «Εχω μπλοκάρει αρκετές αναμνήσεις, ξέρω όμως πολύ καλά πως το περιβάλλον ήταν κακοποιητικό», λέει σήμερα. Το δεύτερο ίδρυμα δεν το θυμάται σχεδόν καθόλου, καθώς έμεινε εκεί ένα μικρό χρονικό διάστημα. Για το τρίτο, όμως, έχει μόνο καλά λόγια να πει. «Εκεί, πήρα επιτέλους αγάπη. Συνάντησα ανθρώπους που με αντιμετώπισαν με φροντίδα και σταθερότητα, ανθρώπους που με βοήθησαν να σταθώ ξανά στα πόδια μου μετά τα πρώτα δύσκολα χρόνια». Συνδέει εκείνη την περίοδο με πράγματα που για πολλά παιδιά θεωρούνται αυτονόητα: αγάπη, ασφάλεια, ρούχα, σχολείο, καθημερινότητα. Κυρίως όμως με την ψυχολογική υποστήριξη που έλαβε ώστε να μπορέσει σταδιακά να επεξεργαστεί τα τραύματα της πρώτης παιδικής ηλικίας.

«Το δύσκολο δεν ήταν να φύγω από το ίδρυμα. Το δύσκολο ήταν να κλείσω αυτό το κεφάλαιο μέσα μου».

Οταν ενηλικιώθηκε, η μετάβαση στην ανεξάρτητη ζωή δεν έγινε απότομα. Μια ξαδέρφη της εξέφρασε την επιθυμία να τη φιλοξενήσει και το αίτημα εξετάστηκε προσεκτικά από τους υπευθύνους της δομής. Η μετακίνηση έγινε σταδιακά, σε συνεννόηση με όλους τους εμπλεκομένους, ώστε να διασφαλιστεί ότι θα μπορούσε να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα χωρίς να χαθεί η σταθερότητα που είχε αποκτήσει τα προηγούμενα χρόνια. Ακόμη και μετά την αποχώρησή της, οι άνθρωποι του ιδρύματος συνέχισαν να επικοινωνούν μαζί της για κάποιο διάστημα, ρωτώντας τη πώς είναι και αν χρειάζεται βοήθεια. «Εφυγα στα 18, και μέχρι τα 21 μου κράτησαν συστηματική επικοινωνία». Οταν πήρε το πτυχίο της στην κομμωτική, οι πρώτοι άνθρωποι που σκέφτηκε να ειδοποιήσει ήταν εκείνοι. Πήγε να τους δει και, όπως θυμάται, της ετοίμασαν μια μικρή γιορτή για να μοιραστούν μαζί της τη χαρά.

Σήμερα είναι μητέρα τριών παιδιών και έχει επιλέξει να συμμετέχει εθελοντικά σε δράσεις στήριξης παιδιών που μεγαλώνουν σε ιδρύματα. «Αν δεν υπήρχαν εκείνοι οι άνθρωποι», λέει, «ίσως να μην είχα καταφέρει να σταθώ στα πόδια μου». Παρ’ όλα αυτά, η πορεία προς την ενήλικη ζωή δεν ήταν απλή, ούτε εύκολη. Τα χρόνια που πέρασε σε δομές παιδικής προστασίας είχαν αφήσει ένα αποτύπωμα που χρειάστηκε χρόνο για να επεξεργαστεί. Οπως εξηγεί η ίδια, επί πολλά χρόνια ένιωθε ότι το ίδρυμα εξακολουθούσε να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο έβλεπε τον εαυτό της και τον κόσμο γύρω της. Στην ψυχοθεραπεία χρειάστηκε να δουλέψει συνειδητά πάνω σε αυτό που περιγράφει ως «ιδρυματοποίηση»: την αίσθηση ότι η ζωή της είχε διαμορφωθεί μέσα σε ένα πλαίσιο κανόνων και εξαρτήσεων από το οποίο έπρεπε σταδιακά να απομακρυνθεί. Η διαδικασία αυτή δεν είχε να κάνει μόνο με τις τραυματικές εμπειρίες του πρώτου ιδρύματος, αλλά και με την ανάγκη να αποδεσμεύσει την ταυτότητά της από την ιδιότητα του παιδιού που μεγάλωσε σε ίδρυμα. «Το δύσκολο δεν ήταν να φύγω από το ίδρυμα», λέει. «Το δύσκολο ήταν να κλείσω αυτό το κεφάλαιο μέσα μου».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT