ΠΡΗΚΟΣΙΜΦΟΝΩΝ
Βασίλειον της Ελλάδος
Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνέβματος αμήν.
Σήμερον την 16ην Φεβρουαρίου 1957 προικόνο την θυγάτηρ μου και της δήνω την κάτωθι πρήκα.
Τα προικοσύμφωνα είναι τα τεκμήρια μιας κοινωνίας που έγραψε την ιστορία του γάμου με τον πιο λεπτομερή τρόπο μέσα από λίστες – με λίρες, ρούχα, χωράφια και οικοσκευές, με κάθε στοιχείο να έχει νόημα και ρόλο στην οικονομική και κοινωνική ζωή της εποχής. Αυτά τα έγγραφα δεν είναι απλώς παλιές καταγραφές. Είναι ένας καθρέφτης τού πώς οι κοινωνίες αντιλαμβάνονταν την οικογένεια, την περιουσία και το φύλο.

1500 – 1830
Στην Ελλάδα, τα πρώτα ελληνικά προικοσύμφωνα που σώζονται χρονολογούνται γύρω στο 1500 – περισσότερο από 3.000 τουλάχιστον έχουν ψηφιοποιηθεί ως μέρος του προγράμματος «Γαμήλια συμβόλαια στον ελληνικό χώρο 1500-1830», με επιστημονική επιμέλεια από το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης. Στην καταγραφή συναντάει κανείς αναλυτικές λεπτομέρειες. Σε έγγραφο του 1687 που συντάχθηκε στην Πάτμο διαβάζουμε ότι μεταξύ άλλων η προίκα της νύφης περιλαμβάνει 12 σεντόνια (τα έξι πλουμιστά), οχτώ παπλώματα (τα δύο μεταξωτά), 15 μαξιλάρια (τα 7 ήταν καμουχένια), η κουφετιέρα είναι ασημένια, ενώ καταγράφονται και οι γεωγραφικές συντεταγμένες δύο περιβολιών, που είναι «στον Τρούλο, κοντά στης Φόκαινας το ένα, το άλλο στο Καμάρι».
Καθημερινά αντικείμενα που για την εποχή τους αποτελούσαν αξιόπιστες μονάδες περιουσίας, ή αλλιώς το μέσο με το οποίο οικογένειες προσπάθησαν να εξασφαλίσουν το μέλλον των παιδιών τους.
Η μητέρα της νύφης πιθανότατα ήταν χήρα, καθώς το προικοσύμφωνο έγινε με τη συγκατάθεση και την παρουσία του γιου της. Στη Χίο, αντίστοιχα, διαβάζουμε πως το στρώμα της νύφης είναι «γιομάτο μαλλί» και τα έξι σεντόνια «βαμβακερά με ξωτικές ίνες». Το πάπλωμα είναι «ντόπιο γαλάζιο». Καθημερινά αντικείμενα που για την εποχή τους αποτελούσαν αξιόπιστες μονάδες περιουσίας, ή αλλιώς το μέσο με το οποίο οικογένειες, σε εποχές χωρίς κοινωνικό κράτος, κράτος πρόνοιας ή εγγυημένη οικονομική ασφάλεια, προσπάθησαν να εξασφαλίσουν το μέλλον των παιδιών τους. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι το προικοσύμφωνο ήταν το Excel μιας άλλης εποχής: το φύλλο καταγραφής μιας μικροοικονομίας που μεταφερόταν από το πατρικό σπίτι στο νέο.

ΕΝΘΥΜΙΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ
Η Μυρσίνη Σταυράκη από τη Μυτιλήνη βρήκε τη δεκαετία του ’80 ένα τέτοιο έγγραφο στα χαρτιά του παππού της και όπως εικάζει προέρχεται από τη θεία ή τη νονά της γιαγιάς της, που πέθανε νέα από φυματίωση. «Πέθανε σε ηλικία 30-35 χρόνων και δεν έχουμε ούτε μια φωτογραφία της. Το προικοσύμφωνο είναι για εμένα ένα ενθύμιο από την ιστορία της, αλλά και από αισθητικής πλευράς είναι ένα αριστούργημα καλλιγραφίας. Με συγκινεί διπλά, γιατί το ελαιόκτημα που αναφέρεται στο προικοσύμφωνο έχει περάσει πλέον σε εμένα, όπως άλλωστε και το όνομα της γιαγιάς μου».
Το ίδιο το έγγραφο δεν καταγράφει μόνο την προίκα αλλά όλο το περιβάλλον της. Αναφέρονται οι γονείς, οι συγγενείς, οι μάρτυρες, τα όρια της αυλής και οι γειτονικές ιδιοκτησίες. Είναι σαν να αποτυπώνεται πάνω στο χαρτί όχι μόνο μια περιουσία αλλά ένας ολόκληρος μικρόκοσμος. Στις υπογραφές βλέπουμε τα ονόματα της οικογένειας, αλλά δίπλα υπάρχει σταυρός και η σημείωση «δι’ αγραμματοσύνην».


Ενα διαφορετικό προικοσύμφωνο συναντάμε στην Κοζάνη του 1911. Εδώ η τυποποιημένη μορφή του θυμίζει περισσότερο λογιστικό φύλλο: αποτιμημένα αγαθά με αριθμούς, είδη, και αξίες. Η πράξη συντάσσεται «ενώπιον» ιερέως και μαζί με τα μετρητά και τα χωράφια η νύφη προικίζεται με ασπρόρουχα (όχι μόνο δικά της, αλλά και 4 ζευγάρια του «γαμβρού»), ποδιές, χάλκινα σκεύη, σακιά και ένα μεγάλο κιβώτιο.

Καθώς τα αντικείμενα δεν αναφέρονται μόνο αλλά αποτιμώνται κιόλας, γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρο ότι η προίκα ήταν μια οικονομική καταγραφή και όχι απλώς ένα πολιτιστικό έθιμο. Με άλλα λόγια, η προίκα, εκτός από πατριαρχικός θεσμός, ήταν και ένας τρόπος συντονισμού της οικογενειακής περιουσίας, της κοινωνικής θέσης και των μελλοντικών υποχρεώσεων. Και όπως κάθε οικονομική πράξη, έπρεπε να καταγραφεί. Οχι πρόχειρα, αλλά με ακρίβεια, παρουσία μαρτύρων, ιερέων ή συμβολαιογράφων, ορισμένες φορές, όπως στην περίπτωση της Λέσβου, και με χαρτόσημα.
ΑΠΟ ΜΑΝΑ ΣΕ ΚΟΡΗ
Πρότον εις Ακήνιτα
Εις θέσιν Ταξιάρχην 100 κιλά ελεοστάσιον εις θέσιν Λαγκαδιά και δυο σκάλες με 10 ελεόδενδρα εις θέσιν Μπασαβιά εις κοριφήν, το ήμιση της Αμπέλου τέσσερις σκάλες εις κοριφήν εις θέσιν Αμόλενα.
2ον εις Κηνιτά
2 Στρόματα Γεμάτα
4 ζέβγη Μαξιλάρες Γεμάτες
2 ζέβγη Μαξιλαράκια Γεμάτα



Η Βιολέττα Σάντα από τη Λευκάδα έχει στην κατοχή της ένα προικοσύμφωνο που συντάχθηκε από τους προγόνους της το 1957. Νύφη ήταν η Ολγα Σάντα και γαμπρός ο Ζώης. «Εχω δύο διαφορετικές φωτογραφίες της Ολγας. Η μία είναι πριν από τον γάμο και η άλλη μετά. Μπορούμε να τις ξεχωρίσουμε από τα ρούχα της. Στη μία φοράει την παραδοσιακή λευκαδίτικη φορεσιά των ανύπαντρων κοριτσιών. Επίσης, έχει το χέρι στη μέση, που είναι χαρακτηριστική στάση για τη συγκεκριμένη φορεσιά, που ήταν μάλιστα κλειστή μέχρι τον λαιμό».

Οσο για το προικοσύμφωνο, που συντάχθηκε σε ένα ορεινό χωριό του νησιού, γνωρίζουμε ότι γράφτηκε ιδιόχειρα σε τρεις παλιές «κόλες αλληλογραφίας» από τον πατέρα της Ολγας. «Το κορίτσι ήταν το πρώτο κατά σειρά ηλικίας και ακολουθούσαν άλλα πέντε αδέρφια στην οικογένεια. Ο κλήρος του γονιού ελάχιστος, όπως φαίνεται από τα αναγραφόμενα», σχολιάζει η κυρία Σάντα. «Εχοντας μεγαλώσει σε χωριό στη δεκαετία του ’60, μπορώ να βεβαιώσω ότι τα κινητά πράγματα που αναφέρονταν στα προικοσύμφωνα κατασκευάζονταν από την ιδία την προικούμενη θυγατέρα, στον αργαλειό τα περισσότερα. Ολα τα υπόλοιπα, όπως χοντρόρουχα, σεντόνια, τραπεζομάντιλα και πετσέτες, πουκάμισα αντρικά και γυναικεία, τα κεντούσαν και τα ύφαιναν στον αργαλειό πανάξιες γυναίκες. Ελάχιστα αγοράζονταν έτοιμα, όπως το πάπλωμα, τα ντιβανόπανα, τα κομπινεζόν, τα κεφαλοπάνια, η σιφονιέρα, το μπαούλο, η τέντζερη του νερού, το ταψί κ.ά.
Τα προικοσύμφωνα είναι τα «γραφτά ίχνη» μιας κοινωνίας που κρύβουν όχι μόνο οικονομικά δεδομένα αλλά και αγωνίες, αξίες, νοοτροπίες και πολιτισμικές αλλαγές.
Τα βλαχοσκούτια, οι μαντανίες, οι βελέτζες κληρονομήθηκαν από μάνα σε κόρη, φτάνοντας μέχρι εμάς, πολύτιμα φυλαχτά και θύμησες από τις μανάδες μας». Τα προικοσύμφωνα είναι τα «γραφτά ίχνη» μιας κοινωνίας που κρύβουν όχι μόνο οικονομικά δεδομένα αλλά και αγωνίες, αξίες, νοοτροπίες και πολιτισμικές αλλαγές. Η λέξη «ευρωπαϊκές» δίπλα από τις πετσέτες εδώ έχει ενδιαφέρον. Δείχνει ότι η ελληνική κοινωνία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο άρχισε να ενσωματώνει αναφορές στον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής και στον καταναλωτικό πολιτισμό. Η γυναίκα που ποζάρει καθιστή μαζί με την Ολγα φοράει επίσης ρούχα «ευρωπαϊκά», και όπως σχολιάζει η κυρία Σάντα «ήταν ελάχιστες εκείνη την εποχή οι γυναίκες που φορούσαν τέτοια ρούχα στα χωριά – τα συναντούσες πιο συχνά στην πόλη».

Τα προικοσύμφωνα είναι αρχεία μιας κοινωνίας που οργάνωνε το μέλλον της μέσα από την οικογένεια, αλλά και η γραπτή απόδειξη του πώς η αξία μιας γυναίκας συνδεόταν με όσα έφερνε μαζί της. Η προίκα μπορούσε να λειτουργεί ως ασφάλεια για ένα νέο ζευγάρι, αλλά ταυτόχρονα όριζε τον γάμο ως οικονομική συναλλαγή και τη γυναίκα ως φορέα κεφαλαίου. Η κατάργησή της το 1983, με τη μεταρρύθμιση του Οικογενειακού Δικαίου, δεν έλυσε ως διά μαγείας τις ανισότητες μέσα στην οικογένεια, σταμάτησε όμως να τις καταγράφει σε λίστες. Και αυτό από μόνο του ήταν μια τομή: η μετάβαση από το «τι φέρνει» μια γυναίκα σε έναν γάμο στο «ποια είναι» μέσα σε αυτόν.

