Η ΦΡΑΣΗ που ακουγόταν επί δεκαετίες, κυρίως στα σπίτια της Δυτικής Μακεδονίας, δεν χρειαζόταν εξηγήσεις. «Διάβαζε, γιατί θα σε στείλω στο Τσοτύλι». Το Οικοτροφείο Αρρένων του Τσοτυλίου ήταν συνώνυμο της απομάκρυνσης από το σπίτι και της σπαρτιατικής πειθαρχίας. Για τα παιδιά όμως που μεγάλωναν στα χωριά του Βοΐου τις δεκαετίες του ’40 και του ’50, η ίδια φράση δεν ηχούσε ως απειλή αλλά ως προοπτική. Το ίδιο οικοτροφείο που αναμόρφωνε τα «δύσκολα» παιδιά αστικών περιοχών άνοιγε τους ορίζοντες στα φτωχόπαιδα των ορεινών κοινοτήτων προς έναν άγνωστο κόσμο, μεγαλύτερο από τα χωράφια, την κτηνοτροφία και τους χωμάτινους δρόμους.

ΠΡΩΤΗ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟ
«Το 1959, μια μέρα πριν δώσω τις εισαγωγικές εξετάσεις ταξιδέψαμε από το χωριό μου, τον Αυγερινό, και διανυκτερεύσαμε στο Τσοτύλι. Εγώ εκείνο το βράδυ έμεινα ξύπνιος. Οχι από το άγχος μου για τις εξετάσεις… Υπήρχε εκείνο το πράγμα που το στριφογύρναγες και άναβε το φως. Το γυρνούσες από την άλλη και έκλεινε. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ολο το βράδυ άνοιγα και έκλεινα τον διακόπτη. Ηταν, βλέπετε, η πρώτη μου επαφή με τον ηλεκτρισμό».
Τα δίδακτρα ήταν, αν θυμάμαι καλά, 300 δραχμές τον χρόνο. Μόνο ένα παιδί μπορούσε να στείλει η μητέρα μου να σπουδάσει, και ήμουν ευγνώμων για την τύχη μου.
Ο Γιώργος Τζούλης, το μικρότερο αγόρι της οικογένειάς του, θυμάται τη μητέρα του «με μια τσάπα στο χέρι», να αγωνίζεται για να θρέψει τα τέσσερα παιδιά της. Για τον πατέρα του ήξεραν πως βρίσκεται φυλακισμένος στην Τσεχοσλοβακία, μία από τις χώρες του ανατολικού μπλοκ όπου κατέληξαν χιλιάδες Ελληνες μετά τον Εμφύλιο. Στα σχολικά χαρτιά αναγραφόταν ως «ορφανός πατρός». Μεγαλώνοντας ήρθε σε επαφή με τη αίγλη του οικοτροφείου, μέσα από τα μεγαλύτερα παιδιά του χωριού που επέστρεφαν για τις διακοπές τους. «Τα δίδακτρα ήταν, αν θυμάμαι καλά, 300 δραχμές τον χρόνο. Μόνο ένα παιδί μπορούσε να στείλει η μητέρα μου να σπουδάσει, και ήμουν ευγνώμων για την τύχη μου. Μπορεί να ήμουν μόλις 12 χρόνων, αλλά ήξερα πως πρόκειται για ιστορικό σχολείο».

Πράγματι, η ιστορία του ξεκινάει το 1871, όταν η Μακεδονία βρισκόταν ακόμη υπό οθωμανική κυριαρχία. Τότε, εύποροι Δυτικομακεδόνες της διασποράς, εγκατεστημένοι κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, αποφάσισαν να επενδύσουν στην παιδεία του τόπου τους. Ιδρυσαν στο Τσοτύλι μια σχολή-οικοτροφείο που στην αρχή λειτουργούσε ως αλληλοδιδακτικό σχολείο. Τα μεγαλύτερα παιδιά δίδασκαν τα μικρότερα. Την πρώτη κιόλας χρονιά φοιτούσαν 80 μαθητές, ανάμεσά τους και 10 κορίτσια. Το 1893 αναγνωρίστηκε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και το ελληνικό κράτος ως ισότιμο με τα δημόσια γυμνάσια της χώρας. Οι απόφοιτοί του μπορούσαν να εγγράφονται στα ανώτατα ιδρύματα χωρίς εξετάσεις, γεγονός που επιβεβαίωνε το επίπεδο της διδασκαλίας.
Στα μεταπολεμικά χρόνια, όταν η φτώχεια και η έλλειψη υποδομών χαρακτήριζαν την ύπαιθρο, το οικοτροφείο αποτέλεσε για πολλούς τη μοναδική δυνατότητα συνέχισης των σπουδών.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, το Τσοτύλι είχε πλέον εδραιωθεί ως εκπαιδευτικό κέντρο της περιοχής. Υπάρχει η αναφορά ότι μέχρι το 1938 είχαν φοιτήσει περίπου 11.000 μαθητές, ένας αριθμός άκρως εντυπωσιακός, αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος της κωμόπολης. Στα μεταπολεμικά χρόνια, όταν η φτώχεια και η έλλειψη υποδομών χαρακτήριζαν την ύπαιθρο, το οικοτροφείο αποτέλεσε για πολλούς τη μοναδική δυνατότητα συνέχισης των σπουδών. Καθώς η καθημερινή μετακίνηση ήταν πρακτικά αδύνατη, σχεδόν ολόκληρο το μαθητικό σώμα ζούσε εσώκλειστο. Το 1965 περίπου 500 μαθητές διέμεναν στο οικοτροφείο από σύνολο περίπου 700 του σχολείου.

ΣΑΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ
Ενας από αυτούς ήταν ο Γιώργος Παπαδόπουλος, που φοίτησε στο σχολείο και έμεινε στο οικοτροφείο από το 1963 έως την αποφοίτησή του το 1969. Γεννημένος στη Δάφνη Βοΐου, θυμάται πως όλα σχεδόν τα παιδιά του χωριού ήταν μαθητές του Τσοτυλίου. «Οι γονείς μας στερήθηκαν τη βοήθεια στις αγροτικές εργασίες για να μπορέσουμε εμείς να σπουδάσουμε. Και πράγματι, η περιοχή μας αστικοποιήθηκε. Σήμερα, το χωριό έχει 25 μόνιμους κατοίκους. Εχει όμως δεκάδες καθηγητές πανεπιστημίου».
Ο ίδιος θυμάται με κάθε λεπτομέρεια τη ζωή του μέσα στο οικοτροφείο, καθώς, όπως λέει, όλη την καθημερινότητα την όριζε ο ήχος ενός κουδουνιού. «Λειτουργούσαμε σαν στρατιώτες. Με τον ήχο του κουδουνιού σηκωνόμασταν, πλενόμασταν, περνούσαμε από επιθεώρηση. Το ίδιο και το μεσημέρι όταν επιστρέφαμε από το σχολείο. Το κουδούνι όριζε πότε θα ξαπλώσουμε, πότε θα διαβάσουμε και πότε θα κοιμηθούμε. Αναγνώσματα που δεν είχαν σχέση με την εκπαίδευσή μας και πολιτικές συζητήσεις, φυσικά, ήταν απαγορευμένα».


Οι έξοδοι στους μαθητές επιτρέπονταν μία φορά την εβδομάδα και η συμπεριφορά τους ελεγχόταν εντός και εκτός σχολείου. Καθώς η αυστηρή δομή δεν άφηνε πολλά περιθώρια παρεκκλίσεων, δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις γονέων που επέλεγαν το οικοτροφείο ως «τελευταία ελπίδα» για τα παιδιά τους. Ο κύριος Παπαδόπουλος θυμάται έναν συμμαθητή του που πριν φτάσει στο Τσοτύλι είχε αποκλειστεί από όλα τα σχολεία της χώρας, έπειτα από σοβαρό επεισόδιο με καθηγητή.
Σήμερα, το χωριό έχει 25 μόνιμους κατοίκους. Εχει όμως δεκάδες καθηγητές πανεπιστημίου.
«Ημασταν περίπου 16 χρονών όταν ήρθε ένας νέος συμμαθητής που όπως μάθαμε στο προηγούμενο σχολείο του είχε χτυπήσει έναν καθηγητή του. Τον είχαν διαγράψει από παντού, μόνο στο Τσοτύλι έγινε δεκτός. Στην αρχή δυσκολεύτηκε, αλλά σιγά σιγά προσαρμόστηκε. Μπήκε στο πανεπιστήμιο, σπούδασε, έκανε καριέρα. Είμαστε φίλοι μέχρι και σήμερα. Το λέει και ο ίδιος, πως το οικοτροφείο τον έσωσε. Υπήρξαν βέβαια και άλλοι που δεν άντεξαν». Από τα 122 παιδιά της δικής του χρονιάς, οι 46 έφτασαν μέχρι την αποφοίτηση. «Αλλοι νοστάλγησαν το σπίτι τους, άλλοι δεν μπορούσαν να συμβιβαστούν με τους κανόνες. Οσοι όμως έμειναν προχώρησαν».

Ο κύριος Τζούλης δεν είχε ιδιαίτερο πρόβλημα με τους κανονισμούς, είναι όμως μία από τις περιπτώσεις που νοσταλγούσε το σπίτι του τον πρώτο καιρό στο οικοτροφείο. «Ο πρώτος καιρός μακριά από την οικογένειά μου ήταν πολύ δύσκολος. Θυμάμαι πως με έναν συγχωριανό μου ανεβαίναμε στον λόφο δίπλα από το σχολείο, γιατί από εκεί μπορούσαμε να δούμε το χωριό μας. Καθόμασταν και το σχεδιάζαμε στο χώμα, φτιάχναμε την κάτοψη και λέγαμε ποιος δρόμος είναι ποιος, μην τυχόν και το ξεχάσουμε. Οταν είχαμε έξοδο, πηγαίναμε σε σπίτια όπου είχαν αφήσει οι δικοί μας φαγητά, για να έχουμε μέσα στην εβδομάδα. Οταν είχα πίτα από τη μάνα μου, την έτρωγα κομματάκι κομματάκι για κρατήσω τη γεύση περισσότερο. Περνούσαν όμως οι μήνες και συνηθίζαμε».

ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΜΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Το φαγητό εκτός από μέσο σύνδεσης με τις οικογένειές τους λειτούργησε ως κρίκος σύνδεσης και με τους συμμαθητές τους που προέρχονταν από άλλα μέρη της Ελλάδας. Ο κύριος Τζούλης ακόμα θυμάται τον ίδιο με τους συγχωριανούς του να κάθονται τις πρώτες μέρες στην τραπεζαρία και να κοιτάνε με γνήσια απορία μια παρέα παιδιών από τη Θεσσαλονίκη που είχε ένα σωληνάριο το οποίο πίεζαν και έβγαζε μια κόκκινη σάλτσα. «Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι είναι, μέχρι που ήρθε ένας επιμελητής από τα μέρη μας και μας διαφώτισε. «Μη ζηλεύετε, τσαλιασμένη ντομάτα είναι», μας είπε. «Μόλις γνωριστήκαμε μοιραζόμασταν ό,τι είχε ο καθένας, από κάθε μεριά της Ελλάδας».
Ο ίδιος επιμελητής που τους διαφώτισε εκείνη τη μέρα, στην τραπεζαρία, διαδραμάτισε σωτήριο ρόλο και σε μια από τις καθημερινές επιθεωρήσεις του κοιτώνα. Ο επιβλέπων καθηγητής καλούνταν να χτυπήσει με βέργα ένα ένα τα κρεβάτια των μαθητών, χωρίς να βγάλουν καθόλου σκόνη. «Επειδή δυκολευόμασταν να το πετύχουμε, μια μέρα ένας συμμαθητής είχε τη φαεινή ιδέα να ψεκάσουμε με λίγο νερό τα κρεβάτια μας. Ελα όμως που στο δικό του το κρεβάτι τού ξέφυγε παραπάνω νερό, με αποτέλεσμα να κάνει μούσκεμα τον καθηγητή με τη βέργα. Ευτυχώς, ο επιμελητής παρενέβη και τον έπεισε να μη μας τιμωρήσει λόγω της ευρηματικότητάς μας…».

ΜΝΗΜΕΣ ΖΩΝΤΑΝΕΣ
Με το πέρασμα του χρόνου, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1970, οι κοινωνικές αλλαγές άρχισαν να επηρεάζουν και τον ρόλο του οικοτροφείου. Η μαζική μετανάστευση προς τα αστικά κέντρα και το εξωτερικό καθώς και η βελτίωση των οδικών δικτύων σήμαινε ότι λιγότερα παιδιά παρέμεναν στα χωριά – άρα λιγότεροι μαθητές χρειάζονταν να πάνε εσώκλειστοι στο Τσοτύλι. Σταδιακά, το μαθητικό δυναμικό μειώθηκε και η λειτουργία του οικοτροφείου άρχισε να συρρικνώνεται.
Ωστόσο, για τους αποφοίτους οι μνήμες παραμένουν μέχρι και σήμερα ζωντανές. Ο κύριος Τζούλης δεν αποφοίτησε, καθώς η οικογένειά του αντιμετώπιζε μεγάλες οικονομικές δυσκολίες και μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη. Πήγε μαζί τους προκειμένου να δουλεύει τα πρωινά και συνέχισε τις σπουδές του σε νυχτερινό σχολείο. Ωστόσο, όπως διηγείται, «η καρδιά μου παρέμεινε στο οικοτροφείο. Οποτε βρισκόμαστε με τους συμμαθητές δεν αφήνουμε ούτε ένα δευτερόλεπτο να πάει χαμένο, προσπαθούμε να ρουφήξουμε όλον τον χρόνο και τις αναμνήσεις μας. Ε, κάποιες φορές μπορεί να βουρκώνουμε κιόλας…».
