Το πρόσφατο δυστύχημα στη λεωφόρο Κύμης, στη Νέα Ιωνία, με θύμα έναν ηλικιωμένο που διέσχιζε τη διάβαση πεζών, επαναφέρει ένα ερώτημα που συστηματικά αποφεύγουμε. Πόσο ασφαλείς είναι οι δρόμοι όταν ακόμη και τα στοιχειώδη, όπως η διαγράμμιση, έχουν αφεθεί στη φθορά του χρόνου; Το ερώτημα αυτό οδηγεί αναπόφευκτα στη συζήτηση για τη σημασία της οριζόντιας σήμανσης στην οδική ασφάλεια. Οι διαγραμμίσεις στην άσφαλτο, όπως και τα σύμβολα που τις συνοδεύουν, αποτελούν τον πιο άμεσο τρόπο επικοινωνίας του δρόμου με τον χρήστη του. Οταν αυτή η σήμανση ξεθωριάζει ή εξαφανίζεται, η κυκλοφορία γίνεται αβέβαιη και, τελικά, επικίνδυνη.
Σε κάποια σημεία της πόλης οι λωρίδες μειώνονται, χωρίς προειδοποίηση και σαφή καθοδήγηση για τα Ι.Χ.
Αν ο μέσος οδηγός αντιλαμβάνεται πόσο κρίσιμη για την ασφάλειά του είναι η σωστή σήμανση πάνω στο οδόστρωμα, είναι να απορεί κανείς γιατί οι διερχόμενοι φορείς του κρατικού μηχανισμού από προβληματικά σημεία του δρόμου δεν φροντίζουν ώστε αυτά να διορθωθούν άμεσα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η λεωφόρος Βεΐκου στο Γαλάτσι. Πρόκειται για έναν κεντρικό αστικό άξονα ταχείας κυκλοφορίας, με τρεις λωρίδες, καμπύλη χάραξη και διαδοχικές εξόδους. Σε αρκετά σημεία έχουν σχεδόν σβηστεί –εδώ και πολλά χρόνια– οι διακεκομμένες διαχωριστικές γραμμές των λωρίδων κυκλοφορίας, ενώ το βράδυ δεν λειτουργούν πολλοί από τους στύλους φωτισμού. Την ίδια στιγμή, οι ταχύτητες των διερχόμενων αυτοκινήτων συχνά ξεπερνούν τα επιτρεπόμενα όρια. Σε αυτές τις συνθήκες, ο οδηγός δεν έχει σαφή οπτική αναφορά για τη θέση του στον δρόμο, κατάσταση που χειροτερεύει όταν βρέχει. Σε ανάλογες περιπτώσεις στο εξωτερικό, όχι μόνο θα υπήρχε συντήρηση στις διαγραμμίσεις, αλλά θα υποστηριζόταν από ανακλαστήρες οδοστρώματος. Στην Ελλάδα φαίνεται να επικρατεί μια γενικότερη αδιαφορία. Το αποτέλεσμα είναι ότι τα οχήματα πολλές φορές κινούνται με βάση μια κατά προσέγγιση αντίληψη του χώρου, γεγονός που στο παράδειγμα της Βεΐκου επιβεβαιώνεται από τις μονίμως παραμορφωμένες μπαριέρες του κεντρικού διαζώματος.

Ενα ακόμη πρόβλημα δημιουργείται στις περιπτώσεις που ο αριθμός των λωρίδων ενός δρόμου μειώνεται σε κάποιο σημείο. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η συνέχεια της Λ. Βουλιαγμένης στην κατεύθυνση προς Αθήνα –στο ύψος της Ηλιούπολης– όπου μετονομάζεται σε Εθν. Αντιστάσεως. Σε αυτό το σημείο, τελείως απροειδοποίητα, οι τρεις λωρίδες περιορίζονται σε δύο. Ανάλογες μεταμορφώσεις συναντάμε συχνά στο άνω μέρος των ανισόπεδων κόμβων, όπου για παράδειγμα δύο λωρίδες μπορεί να συγκλίνουν σε μία, δίχως σαφή οριζόντια καθοδήγηση. Οι διαχωριστικές γραμμές απλώς σταματούν, χωρίς να ορίζεται αν αυτός που κινείται στη δεξιά ή στην αριστερή λωρίδα έχει προτεραιότητα. Οι οδηγοί ανακαλύπτουν τελευταία στιγμή ότι ο δρόμος στενεύει. Η σήμανση τους αφήνει αβοήθητους και το μόνο που μένει είναι να αυτοσχεδιάσουν. Θα πείτε, συνηθισμένος ο Ελληνας οδηγός. Τι θα συμβεί, όμως, σε έναν πρωτάρη, έναν αφηρημένο ή κάποιον ξένο οδηγό που δεν έχει ακόμη μυηθεί στους κανόνες επιβίωσης των ελληνικών δρόμων;
Αναξιοποίητο εργαλείο
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της σημασίας της οριζόντιας σήμανσης είναι και η γραμμή παραχώρησης προτεραιότητας στις διασταυρώσεις. Η γραμμή αυτή στους δευτερεύοντες δρόμους δεν δηλώνει απλώς ότι ο οδηγός οφείλει να παραχωρήσει προτεραιότητα, αλλά ορίζει με ακρίβεια το σημείο μέχρι το οποίο μπορεί να προσεγγίσει με ασφάλεια, ώστε να έχει τη μέγιστη δυνατή ορατότητα χωρίς να εισχωρήσει στον κύριο άξονα. Στο εξωτερικό, η ίδια λειτουργία ενισχύεται συχνά με τριγωνική διαγράμμιση στο οδόστρωμα (shark teeth), που καθιστά απολύτως σαφές το όριο κίνησης.

Στην Ελλάδα, αντιθέτως, η σήμανση αυτή συνήθως απουσιάζει ή είναι τόσο φθαρμένη, ώστε πρακτικά δεν λειτουργεί, με αποτέλεσμα οι οδηγοί να «βγάζουν μούρη» προοδευτικά, βασιζόμενοι στο ένστικτο και όχι σε σαφή καθοδήγηση. Ετσι, ένα απλό και χαμηλού κόστους εργαλείο που θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο πλευρικών συγκρούσεων παραμένει αναξιοποίητο.
Ανάλογη είναι η κατάσταση με την οριζόντια σήμανση και στις διαβάσεις πεζών. Οταν η χαρακτηριστική «ζέβρα» είναι καθαρή και ευδιάκριτη, ο οδηγός αντιλαμβάνεται εγκαίρως ότι πλησιάζει σε σημείο προτεραιότητας πεζών και μειώνει την ταχύτητά του. Οταν όμως οι λευκές λωρίδες έχουν σβηστεί, τυπικά, ο πεζός διατηρεί το δικαίωμα προτεραιότητας, όμως ο οδηγός συχνά δεν αντιλαμβάνεται καν ότι βρίσκεται μπροστά σε διάβαση, με τις όποιες επιπτώσεις να υφίσταται ο πιο ευάλωτος χρήστης του δρόμου.
Καλύτερη ροή κυκλοφορίας
Η οριζόντια σήμανση, πέρα από την ασφαλέστερη κίνηση των οχημάτων, εξασφαλίζει και καλύτερη ροή στην κυκλοφορία. Στις περισσότερες χώρες του εξωτερικού, η οριζόντια σήμανση, σε συνδυασμό με την κάθετη –δηλαδή τις πινακίδες–, ενημερώνει τον οδηγό αρκετά μέτρα πριν από το φανάρι ή σε μια σύνθετη διασταύρωση για το πού πρέπει να τοποθετηθεί στον δρόμο. Αν, για παράδειγμα, η αριστερή λωρίδα προορίζεται αποκλειστικά για υποχρεωτική πορεία αριστερά, αυτό δηλώνεται εγκαίρως και επαναλαμβανόμενα με βέλη, διαχωριστικές γραμμές και πινακίδες. Ο οδηγός έχει χρόνο να αλλάξει λωρίδα με ασφάλεια και χωρίς πίεση.

Στην ελληνική πραγματικότητα, αντιθέτως, η πληροφορία αυτή αποκαλύπτεται συχνά την τελευταία στιγμή. Ο οδηγός που δεν γνωρίζει την περιοχή συνειδητοποιεί –συνήθως όταν έχει ήδη σταματήσει στο φανάρι– ότι βρίσκεται σε λάθος λωρίδα και εμποδίζει την κίνηση. Ολο αυτό προκαλεί άγχος και εκνευρισμό, όχι επειδή ο οδηγός έκανε λάθος, αλλά επειδή δεν ενημερώθηκε εγκαίρως.
Μεγάλο κέρδος για την ασφάλεια, με χαμηλό κόστος αναβάθμισης
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η οριζόντια σήμανση αποτελεί ένα από τα πιο αποδοτικά εργαλεία βελτίωσης της οδικής ασφάλειας. Μελέτες από χώρες με ανεπτυγμένα συστήματα μεταφορών καταγράφουν σημαντική μείωση ατυχημάτων έπειτα από ανανέωση διαγραμμίσεων, ιδιαίτερα σε συνθήκες χαμηλής ορατότητας, περιορισμένου φωτισμού ή βροχής. Πιο συγκεκριμένα, η χρήση διαγραμμίσεων υψηλής αντίθεσης μπορεί να μειώσει τις παρεκκλίσεις οχημάτων από τη λωρίδα τους σε ποσοστό έως 74%, ενώ εφαρμογές χρωματιστών διαγραμμίσεων έχουν συσχετιστεί με έως 27% μείωση στα τροχαία ατυχήματα. Επιπλέον, σχετικές αναλύσεις στις ΗΠΑ δείχνουν ότι όταν προστέθηκαν ή βελτιώθηκαν διαγραμμίσεις, ακολούθησε μείωση των ατυχημάτων κατά 19%, ποσοστό που φτάνει στο 63% στην περίπτωση των διασταυρώσεων. Αντιστοίχως, το συνδυαστικό ποσοστό μείωσης των θανάτων και τραυματισμών φτάνει το 37%. Παρότι λοιπόν η χρήση υλικών υψηλής ανακλαστικότητας θεωρείται κρίσιμη, στην Ελλάδα η εφαρμογή τους παραμένει περιορισμένη. Από τον σχετικό κανονισμό για την οριζόντια σήμανση απουσιάζει και οποιαδήποτε αναφορά σε βαφές με ανάγλυφο, που προειδοποιούν όταν πας να βγεις από τον δρόμο. Την ίδια στιγμή, σπάνια αξιοποιείται η χρωματική διαφοροποίηση σε επικίνδυνα σημεία ή σε περιοχές ήπιας κυκλοφορίας, όπως γύρω από σχολεία.

Ισως όλα αυτά αποτελούν πολυτέλεια όταν έχουμε δρόμους όπου παλιές και νέες διαγραμμίσεις διασταυρώνονται, μαζί με τα αυλάκια από τα αλλεπάλληλα σκαψίματα των διαφόρων υπηρεσιών, συνθέτοντας ένα μπερδεμένο παζλ, τόσο για τους οδηγούς οι οποίοι προσπαθούν να κατανοήσουν πού πάει ο δρόμος όσο και για τα ηλεκτρονικά συστήματα υποβοήθησης που διαθέτουν τα σύγχρονα αυτοκίνητα.
Είναι να απορεί κανείς για τη συγκεκριμένη κατάσταση, με δεδομένο ότι η αναβάθμιση της οριζόντιας σήμανσης έχει εξαιρετικά χαμηλό κόστος σε σχέση με άλλες παρεμβάσεις για τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας. Η ανανέωση διαγραμμίσεων και η χρήση ποιοτικών υλικών κοστίζει ασύγκριτα λιγότερο από την ανακατασκευή κόμβων ή την εκτεταμένη αστυνόμευση, ενώ μπορεί να αποφέρει άμεσα και μετρήσιμα οφέλη. Πρόκειται για μία από τις λίγες περιπτώσεις όπου μια σχετικά μικρή επένδυση μπορεί να έχει δυσανάλογα μεγάλο αντίκτυπο στην ασφάλεια. Σε μια χώρα με βαρύ ιστορικό τροχαίων δυστυχημάτων, η συστηματική παραμέληση ενός τόσο αποτελεσματικού εργαλείου αποτελεί αναμφίβολα μια χαμένη ευκαιρία ουσιαστικής βελτίωσης της οδικής ασφάλειας. Επιπλέον, η κακή ή ξεφτισμένη διαγράμμιση τελικά δίνει μια γενικότερη εικόνα υποβάθμισης, όπου κανείς δεν σέβεται τίποτε. Και αυτό είναι πολύ σοβαρό.

