Τον Δεκέμβριο, λίγο πριν κλείσουν τα σχολεία για τις διακοπές των Χριστουγέννων, ένα αυτοκίνητο στάθμευσε έξω από γυμνάσιο της Αττικής. Δύο αστυνομικοί με πολιτικά ρούχα βγήκαν από το συμβατικό όχημα και προχώρησαν στο εσωτερικό του κτιρίου. Λίγο αργότερα, μια 14χρονη μαθήτρια ειδοποιήθηκε να εξέλθει από το μάθημα. Σύντομα το κορίτσι, συνοδεία των αστυνομικών και των γονιών του, που εν τω μεταξύ ειδοποιήθηκαν από τη διεύθυνση του σχολείου, βγήκαν από το κτίριο, μπήκαν στο υπηρεσιακό αυτοκίνητο και έφυγαν.
Τι είχε συμβεί; Ενας γονιός είχε καταγγείλει στην αστυνομία ότι η συγκεκριμένη μαθήτρια είχε χαστουκίσει την κόρη του εντός του σχολείου. Η 14χρονη μαθήτρια αφέθηκε ελεύθερη τελικά με προφορική εντολή του εισαγγελέα.
Περίπου ένα μήνα αργότερα, μεσημέρι στα τέλη Ιανουαρίου, δύο άγνωστοι τηλεφώνησαν σε σχολική μονάδα στο Ιλιον αναφέροντας την τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού στο εσωτερικό της. Οι αστυνομικοί του Τμήματος Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων σε συνεργασία με τη διοίκηση του σχολείου δεν δυσκολεύτηκαν να βρουν τον ένοχο. Λίγο αργότερα, δύο ανήλικοι μαθητές συνελήφθησαν και εις βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία για διασπορά ψευδών ειδήσεων κατά συναυτουργία.
Εγκλεισμός
«Καλά να πάθουν τα παλιόπαιδα», θα μονολογήσουν πολλοί, χωρίς ποτέ να μάθουν τι συνέβη στη συνέχεια, το επόμενο κεφάλαιο της ιστορίας. Τα τελευταία χρόνια στο θέμα της παραβατικότητας ανηλίκων η ζυγαριά της πολιτείας έχει γείρει αισθητά προς την πλευρά της καταστολής και της ποινικοποίησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι αυστηροποιήθηκε ο Ποινικός Κώδικας διευρύνοντας τις περιπτώσεις για τις οποίες επιτρέπεται ο εγκλεισμός ανηλίκων σε καταστήματα κράτησης. Ποιες είναι όμως οι συνέπειες αυτής της πολιτικής;
«Μολονότι σύμφωνα με τις στατιστικές δεν υπάρχει έκρηξη κρουσμάτων παραβατικότητας ανηλίκων, τα τελευταία δύο – τρία χρόνια, με τη βοήθεια και των ΜΜΕ, έχει σκιαγραφηθεί η φιγούρα του ανήλικου παραβάτη που αποτελεί απειλή για το κοινωνικό σύνολο», λέει στην «Κ» ο ψυχίατρος και διευθυντής της Διεύθυνσης Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού Γιώργος Νικολαΐδης. «Δημιουργείται κλίμα φόβου προς τα παιδιά. Αυτό είναι σοβαρό, καθώς κινδυνεύει να δημιουργήσει ηθικό πανικό και άρα βία εκεί όπου δεν υπάρχει. Γιατί αν ένα παιδί φοβάται το διπλανό του, μπορεί να γίνει βίαιο».

Σύμφωνα με τον ίδιο, η αυστηροποίηση της αντίδρασης της πολιτείας απέναντι σε περιστατικά παραβατικότητας ανηλίκων, «που υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν», είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για την αύξησή τους. «Αν τα παιδιά που φλερτάρουν με τη βία, τη χαμηλής έντασης εγκληματικότητα τα καθιστούμε ποινικούς κρατουμένους, κλειδώνοντας την τροχιά ζωής τους στον χώρο του εγκλήματος, θα έχουμε το αντίθετο αποτέλεσμα. Αυτές είναι πολιτικές που έχει διαπιστωθεί ότι δεν δουλεύουν και εγκαταλείπονται στην Αμερική. Η προσέγγιση που χρειάζεται είναι η ακριβώς αντίθετη, να ενσωματώνουμε κοινωνικά τα παιδιά που φλερτάρουν με την παραβατικότητα».
Χωρίς υποστήριξη
Κι όμως, ο πληθυσμός στις φυλακές της Κασσαβέτειας έχει πολλαπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια. «Μάλιστα οι συνθήκες που επικρατούν εκεί είναι άθλιες», τονίζει η πρώην Συνήγορος του Παιδιού Θεώνη Κουφονικολάκου. «Εχει καταγραφεί βία μεταξύ των ανηλίκων, διάχυτο άγχος και φόβος, σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας χωρίς την αναγκαία υποστήριξη, καθώς και απουσία δραστηριοτήτων που θα μπορούσαν έστω στοιχειωδώς να διευκολύνουν την κοινωνική τους επανένταξη». Οπως λέει, αυτή η διαχείριση αποτελεί σκληρότητα μεταμφιεσμένη σε αυστηρότητα. «Τα μέτρα που υλοποιούμε θα μας οδηγήσουν με μαθηματική ακρίβεια στην παγίδευση των παιδιών σε δίκτυα εκμετάλλευσης τα οποία οι ίδιοι θα έχουμε ενθαρρύνει με τις πράξεις μας. Τα παιδιά εγκλωβίζονται στο περιθώριο. Τα ποσοστά υποτροπής των ανηλίκων μετά την εμπειρία του εγκλεισμού, με βάση κάποια στοιχεία, υπερβαίνουν ακόμη και το 80%».
Η πρώην Συνήγορος του Παιδιού θυμίζει ότι θεμελιώδης αρχή του ποινικού δικαίου των ανηλίκων είναι η αγωγή και όχι η τιμωρία. «Κάποιοι κερδίζουν από τον ηθικό πανικό που τροφοδοτούν. Αλλά το τίμημα το πληρώνουν τα παιδιά με την ίδια τους τη ζωή». Η φράση που δεν θα κουραστεί ποτέ να επαναλαμβάνει είναι: «Δεν υπάρχουν επικίνδυνα παιδιά, αλλά μόνο παιδιά σε κίνδυνο».
Δυσκολίες προσαρμογής
Οι πρώτοι που μπορούν να το επιβεβαιώσουν είναι οι δάσκαλοι. «Ναι, τα παιδιά έχουν αλλάξει», λέει στην «Κ» η εκπαιδευτικός με εξειδίκευση στις νέες τεχνολογίες στην εκπαίδευση Χριστίνα Παπαδοπούλου. «Εργάζομαι 18 χρόνια στην εκπαίδευση και παρατηρώ πως πράγματι τα παιδιά έχουν γίνει πιο ευερέθιστα, παρουσιάζουν μεγαλύτερες δυσκολίες προσαρμογής, έλλειψη ορίων και μια γενικότερη δυσκολία στη σύνδεση και στην επικοινωνία με τους συνομηλίκους τους. Μην ξεχνάμε, όμως, ότι αυτή η γενιά, τα παιδιά που είναι τώρα έφηβοι, έχουν περάσει μέσα σε μια δεκαετία μια οικονομική και μια υγειονομική κρίση που δεν άφησαν ανεπηρέαστους τους γονείς τους και κατ’ επέκταση και τα ίδια. Ανεργία, αβεβαιότητα, άγχος για το αύριο ήταν για αρκετά χρόνια η καθημερινότητα στις ελληνικές οικογένειες. Ολη αυτή η κατάσταση ήταν επόμενο να έχει αντίκτυπο στην ψυχική ευημερία των παιδιών».
Φρενήρεις ρυθμοί
Ακόμη και σήμερα οι ρυθμοί της καθημερινότητας είναι φρενήρεις, παρατηρεί η Χριστίνα Παπαδοπούλου. «Οι γονείς εργάζονται από το πρωί μέχρι το βράδυ για να τα βγάλουν πέρα και τα παιδιά για μεγάλο χρονικό διάστημα μέσα στην ημέρα δεν βρίσκονται καν με τους γονείς τους, αλλά και όταν βρίσκονται ο καθένας είναι κολλημένος στη συσκευή του. Δεν υπάρχει πλέον χρόνος και διάθεση για ουσιαστική σύνδεση και αληθινή επικοινωνία». Με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εξέλιξή τους.
Το σχολείο θα μπορούσε να είναι σύμμαχος της πολιτείας στη μάχη με την παραβατικότητα ανηλίκων. Ομως, ο ρόλος του συνεχώς αποδυναμώνεται, λέει η ίδια. «Δεν είναι λίγες οι φορές που οι εκπαιδευτικοί έμειναν εκτεθειμένοι απέναντι σε ακραίες αντιδράσεις γονέων, ενώ και στο μαθησιακό κομμάτι το σχολείο έχει απαξιωθεί, με τη συντριπτική πλειονότητα των μαθητών να δίνει έμφαση μόνο στο φροντιστήριο. Ομως, για τα παιδιά το σχολείο είναι το δεύτερο σπίτι τους μέσα στο οποίο περνούν το 1/3 της ημέρας. Μακροπρόθεσμα οι πολιτικές καταστολής δεν έχουν αποτέλεσμα. Χρειάζεται να καλλιεργηθεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης και ασφάλειας κυρίως ανάμεσα στο σχολείο και στην οικογένεια».

