Οταν τον Μάρτιο του 2023 η Σούζαν Βέρα, καθηγήτρια Ψυχολογίας σε σχολείο της Νέας Υόρκης, άρχισε να ξετυλίγει το νήμα της οικογενειακής της ιστορίας, δεν γνώριζε ότι, πολλές γενιές πίσω, το νήμα αυτό θα οδηγούσε στην Ελλάδα. Ούτε όμως και ότι η ανακάλυψη αυτής της σύνδεσης θα έφερνε στο φως ένα πολύτιμο αρχειακό υλικό –το αρχείο της οικογένειας Μπρεστ–, άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία του Αιγαίου κατά τους περασμένους αιώνες.
Με τη φροντίδα του Μαρκ Μαζάουερ, το αρχείο της οικογένειας των Γάλλων υποπροξένων στη Μήλο και στην Κίμωλο, που περιλαμβάνει έγγραφα, επιστολές και φωτογραφίες από τρεις διαφορετικούς αιώνες, διέσχισε τον Ατλαντικό και βρήκε πλέον μόνιμη στέγη στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη της Αθήνας.
Το όνομα Μπρεστ δεν είναι άγνωστο στην Ελλάδα. Ο Λουί Μπρεστ, Γάλλος υποπρόξενος στη Μήλο και ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές του αθέατου μέχρι πρότινος αρχείου, υπηρετούσε στο νησί την περίοδο που ανακαλύφθηκε, το 1820, το άγαλμα της Αφροδίτης της Μήλου. Σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες, ο Μπρεστ φέρεται να διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στη διαδικασία της μεταφοράς του αγάλματος –ένα χρόνο αργότερα– στη Γαλλία και της ένταξής του στις συλλογές του Λούβρου.
Στην έρευνα που είχε ξεκινήσει πριν ακόμη ανακαλυφθεί το αρχείο, η Σούζαν Βέρα είχε καταφέρει να συνθέσει την εικόνα των προγόνων της.
«Εμαθα για τις τέσσερις γενιές προγόνων μου που έζησαν στη Μήλο, για τις εκκλησίες που έχτισαν, για τη βαθύτερη σύνδεσή τους με το άγαλμα της Αφροδίτης της Μήλου. Ενημέρωνα συνεχώς τη μητέρα μου και τις δύο αδελφές μου για όσα συναρπαστικά ανακάλυπτα», υπογραμμίζει στην «Κ».
Η κληρονομιά του παππού
Η πιο καθοριστική στιγμή, ωστόσο, ήρθε τον Ιούνιο του 2023, όταν η μητέρα της την κάλεσε στο πατρικό της στο Λονγκ Αϊλαντ για να της δείξει το παλιό, φθαρμένο μπαούλο, που επί δεκαετίες έμενε σκονισμένο στο υπόγειο του σπιτιού, κληρονομιά από τον παππού της. Σε αυτό το ξεχασμένο κουτί, εκεί μπροστά στα μάτια της, άρχισε να αποκαλύπτεται ένας άγνωστος μέχρι τότε «θησαυρός».

«Τράβηξα ένα γράμμα κι έμεινα άφωνη όταν είδα ότι είχε ημερομηνία του 19ου αιώνα. Αρχισα να φωνάζω: “Μαμά! Ηξερες πόσο παλιά είναι αυτά τα γράμματα;”. Εκείνη χαμογέλασε και μου είπε: “Ηξερα ότι ήταν παλιά, αλλά όχι τόσο”».
Τις επόμενες μέρες, η Σούζαν θα προσπαθούσε να μεταφράσει τα ελληνικά και γαλλικά έγγραφα μέσω εφαρμογών, ωστόσο σύντομα συνειδητοποίησε ότι αυτό ήταν αδύνατο.
«Αρχικά δεν είχα αντιληφθεί το ιστορικό βάρος αυτών των επιστολών, όμως το γεγονός ότι δεν μπορούσαν να μεταφραστούν μου δημιούργησε την αίσθηση ότι είχα μπροστά μου ένα μυστήριο που άξιζε να λυθεί», λέει η ίδια.
Επειτα από επίμονη αναζήτηση, η Σούζαν Βέρα απευθύνθηκε στον καθηγητή Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κολούμπια, Μαρκ Μαζάουερ, ζητώντας τη βοήθειά του για το περιεχόμενο του αρχείου.
Εγγραφα και φωτογραφίες που ανακάλυψε η απόγονος του υποπροξένου Λουί Μπρεστ, Σούζαν Βέρα, το 2023, ξεδιπλώνουν μια ιστορία που εκτείνεται από τα τέλη του 18ου έως τις αρχές του 20ού αιώνα.
Μέσα σε τέσσερις ώρες ο ιστορικός με τις βαθιές γνώσεις για την Ελλάδα είχε ανταποκριθεί και τα έγγραφα θα έπαιρναν, ένα χρόνο αργότερα, τον δρόμο της επιστροφής: η Σούζαν είχε αποφασίσει να δωρίσει το αρχείο της οικογένειας Μπρεστ στη Γεννάδειο, με σκοπό αυτό να μείνει πλέον για πάντα στη χώρα μας.

«Με εντυπωσίασε αμέσως το γεγονός ότι εκεί στο Λονγκ Αϊλαντ βρίσκονταν τα σωζόμενα έγγραφα της οικογένειας του Γάλλου υποπροξένου στη Μήλο την εποχή της ανακάλυψης του εντυπωσιακού αγάλματος που έγινε γνωστό παγκοσμίως ως Αφροδίτη της Μήλου», σημειώνει στην «Κ» ο Μαρκ Μαζάουερ. Οπως μας εξηγεί, το αρχείο Μπρεστ δεν ήταν απλώς ένα προσωπικό οικογενειακό αρχείο. «Πρόκειται για τεκμήρια που μας επιτρέπουν να δούμε την ανακάλυψη του αγάλματος στο πλαίσιο της ευρύτερης ιστορίας του νησιού, σε μια κρίσιμη περίοδο, όταν η οθωμανική κυριαρχία έφτανε στο τέλος της και ο ελληνικός αγώνας της ανεξαρτησίας βρισκόταν προ των πυλών», προσθέτει ο ίδιος.
Το αρχείο της οικογένειας Μπρεστ ξεδιπλώνει, μέσα από περίπου 550 έγγραφα, μια ιστορία που εκτείνεται από τα τέλη του 18ου έως τις αρχές του 20ού αιώνα και φέρνει στο φως τον κομβικό ρόλο των νησιών του Αιγαίου από τα τελευταία χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας έως τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους.
Πρόκειται για ένα προσωπικό και οικογενειακό αρχείο, με επιστολές, συμβολαιογραφικές πράξεις, οικονομικά τεκμήρια και με κεντρικό πρόσωπο, εκτός από τον Λουί Μπρεστ, τον γιο του, Νικολά, που τον διαδέχθηκε στην ίδια θέση από το 1862 έως το 1889.

«Αυτό το εξαιρετικό αρχείο μάς υπενθυμίζει ότι η προξενική υπηρεσία ήταν συχνά μια οικογενειακή παράδοση, που εκτεινόταν επί δεκαετίες ή –όπως σε αυτή την περίπτωση– ακόμη και για έναν αιώνα και περισσότερο. Τα ίδια τα έγγραφα μοιάζουν με εκείνα που θα μπορούσε κανείς να συναντήσει στα γαλλικά προξενικά αρχεία της Νάντης. Εδώ, όμως, είναι συγκεντρωμένα γύρω από μια οικογένεια, τα μέλη της οποίας κληρονομούσαν αυτόν τον ρόλο. Ενα ρόλο καθοριστικό για τη ζωή των ελληνικών περιοχών, κατά τον 18ο, 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα», εξηγεί ο Μαρκ Μαζάουερ.
Παράλληλα με τα προξενικά τους καθήκοντα, τα έγγραφα φωτίζουν τις εμπορικές δραστηριότητες, τις κοινωνικές σχέσεις, τα οικογενειακά δίκτυα και την καθημερινότητα μιας νησιωτικής ελίτ. Μέσα από τις σελίδες τους, η Μήλος και η Κίμωλος αναδύονται ως σταυροδρόμια εμπορίου, διπλωματίας και πολιτισμικών ανταλλαγών στην Ανατολική Μεσόγειο, σε μια περίοδο έντονων μετασχηματισμών.
Μεγάλη διαδρομή
«Αντιλαμβάνεται κανείς ότι ένα νησάκι όπως η Μήλος εκείνη την περίοδο είχε τεράστια σημασία για τους Γάλλους, καθώς λειτουργούσε ως σταθμός στη σχέση του εμπορικού λιμανιού της Σμύρνης με όλο το Αιγαίο», σημειώνει στην «Κ» η Μαρία Γεωργοπούλου, διευθύντρια της Γενναδείου Βιβλιοθήκης της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα. Η ίδια, μετά το τηλεφώνημα του Μαζάουερ για το αρχείο Μπρεστ, είχε ταξιδέψει τον Μάιο του 2024 στην Αμερική για να το παραλάβει από την οικογένεια της Σούζαν Βέρα.
«Το αρχείο αυτό έκανε μια πολύ μεγάλη διαδρομή από τη Γαλλία στην Ελλάδα, από την Ελλάδα στο Μεξικό, μετά στο Περού, στην Αγγλία, στις Ηνωμένες Πολιτείες και πίσω στην Ελλάδα. Διασώθηκε χάρη στη Σεσίλ, την προγιαγιά της Σούζαν, που κουβαλούσε το μπαούλο με τα γράμματα σε όλο τον κόσμο. Οταν το παρέλαβα πια από εκείνη και τη μητέρα της, μου είπαν: “Αν το προσφέραμε εδώ στην Αμερική, ίσως κάπου να το χρησιμοποιούσαν, αλλά εσείς στην Ελλάδα θα μπορέσετε να το αξιοποιήσετε”».

Μετά τον θάνατο του Νικολά Μπρεστ, τη φροντίδα του αρχείου ανέλαβε η δεύτερη σύζυγός του, η Ελληνίδα Παρασκευή Πρωτομάστορη, η οποία κατάφερε να διασφαλίσει τη συνέχεια της οικογενειακής μνήμης στις επόμενες γενιές.
«Μέσα από το αρχείο φωτίζονται και οι σχέσεις εκείνης της περιόδου ανάμεσα στις καθολικές και στις ελληνικές οικογένειες, τις οποίες μελετά σήμερα με μεγάλη προσοχή μια γενιά νέων ερευνητών», επισημαίνει η κ. Γεωργοπούλου.
Το δύσκολο έργο της τεκμηρίωσης και η συμπλήρωση των κενών
Την ταξινόμηση, καταλογογράφηση και τεκμηρίωση του αρχείου έχει αναλάβει η υποψήφια διδάκτωρ Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης Αννα Αθανασούλη. Οπως εξηγεί, η αξία του αρχείου έγκειται στον προσωπικό του χαρακτήρα.
«Δεν πρόκειται για υπηρεσιακά έγγραφα που θα συναντούσε κανείς στα γαλλικά διπλωματικά αρχεία, αλλά για υλικό που μας επιτρέπει να δούμε πώς κινούνταν αυτή η οικογένεια στον χώρο, τις οικονομικές της δραστηριότητες, τις διασυνδέσεις της με άλλες επιφανείς οικογένειες του Αιγαίου. Τα έγγραφα τα οποία περιλαμβάνουν πληροφορίες που δεν χωρούν στις επίσημες προξενικές αναφορές όπως τις πηγές πληροφόρησης των προξένων και τα δίκτυα μέσω των οποίων κυκλοφορούσαν ειδήσεις, μας επιτρέπουν να ανασυνθέσουμε την καθημερινότητά τους όχι μόνο ως προξενικών υπαλλήλων της Γαλλίας, αλλά και ως ισχυρών τοπικών παραγόντων», τονίζει στην «Κ».
Η διαδικασία, ωστόσο, δεν είναι απλή. «Πολλά έγγραφα είναι ιδιαίτερα δυσανάγνωστα, με διαφορετικούς γραφικούς χαρακτήρες, ενώ η αλληλογραφία είναι συχνά αποσπασματική. Ο αποστολέας γνωρίζει τι εννοεί, ο ιστορικός όμως καλείται να συμπληρώσει τα κενά».
Η ίδια σημειώνει ότι το αρχείο Μπρεστ έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά πρόσφατων εκδόσεων και ψηφιακών πρωτοβουλιών που φωτίζουν τον ρόλο των προξενικών αρχών στον ελληνικό χώρο κατά τον 19ο αιώνα. «Μέσα από τέτοια αρχεία αποκτούμε πολύτιμες πληροφορίες για την πολιτική πραγματικότητα, την οικονομία και τον καθημερινό βίο, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο οι ξένες δυνάμεις αντιλαμβάνονταν τα γεγονότα της περιόδου», καταλήγει η κ. Αθανασούλη.
Τη σημασία του αρχείου για το ευρύτερο κοινό υπογραμμίζει και η διευθύντρια της Γενναδείου Βιβλιοθήκης Μαρία Γεωργοπούλου. «Συχνά νομίζουμε ότι γνωρίζουμε την Ιστορία, όμως ένα γράμμα ή μια προσωπική σημείωση μας φέρνει πιο κοντά στην πραγματικότητα της καθημερινής ζωής», σημειώνει στην «Κ». «Μέσα από τέτοια τεκμήρια καταλαβαίνουμε καλύτερα πώς έζησαν οι άνθρωποι, πώς σκέφτονταν και πώς κινούνταν μέσα σε έναν κόσμο πολύ πιο σύνθετο απ’ όσο αφήνουν να φανεί τα επίσημα ιστορικά αφηγήματα».
Για τον Μαρκ Μαζάουερ, που έπαιξε καταλυτικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία, η κατάληξη του αρχείου Μπρεστ στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη έχει ιδιαίτερη σημασία. Οπως επισημαίνει, μία από τις βασικές αλλαγές των τελευταίων 50 ετών είναι ότι σήμερα τα σημαντικότερα αρχειακά σύνολα για τη νεότερη ελληνική ιστορία βρίσκονται πλέον εκεί που ανήκουν: στην Ελλάδα.
«Η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη έχει μια μοναδική αποστολή, να εμπλουτίσουμε τις γνώσεις μας γύρω από τον μετακλασικό και ιδίως τον μεταβυζαντινό ελληνικό κόσμο. Με το αρχείο Μπρεστ, τα νησιά του Αιγαίου ζωντανεύουν ξανά ως σταυροδρόμια όπου Οθωμανοί, Ελληνες, Γάλλοι κ.ά. συναντήθηκαν και αλληλεπίδρασαν», σημειώνει ο Μαζάουερ και καταλήγει: «Σήμερα, το ενδιαφέρον για την ιστορία των ελληνικών νησιών γνωρίζει εντυπωσιακή άνθηση και αρχεία όπως αυτό είναι απολύτως απαραίτητα για την έρευνα. Σε μια περίοδο κατά την οποία βρίσκεται σε εξέλιξη μια κρίσιμη δημόσια συζήτηση για το νησιωτικό περιβάλλον και τις πιέσεις του υπερτουρισμού, η ιστορική προοπτική για το πώς εξελίχθηκε η ζωή στα νησιά μέσα στους αιώνες αποτελεί βασικό μέρος αυτής της συζήτησης».

