Χωρίς τέλος είναι η δικαστική διαμάχη που έχει ξεσπάσει εδώ και περισσότερα από 25 χρόνια αναφορικά με τη νομιμότητα οικοδομικής άδειας στην Ερμούπολη της Σύρου. Πολίτης που στράφηκε κατά οικοδομικής άδειας δικαιώθηκε από το ΣτΕ ήδη από το 2001 και μετά… έχει περάσει τα υπόλοιπα 25 χρόνια στρεφόμενη κατά διαδοχικών πράξεων νομιμοποίησης της οικοδομής ή εξαίρεσής της από την κατεδάφιση, κερδίζοντας όλα τα δικαστήρια. Παρ’ όλα αυτά η οικοδομή δεν κατεδαφίστηκε ποτέ και νομιμοποιήθηκε πάλι το 2017. Παρά το πλήθος των αποφάσεων που έχει προηγηθεί το ΣτΕ δεν έκλεισε την υπόθεση αλλά την παρέπεμψε στην Ολομέλεια, πιθανότατα γιατί επηρεάζει και το πρόσφατο διάταγμα για την ολοκλήρωση οικοδομών που χτίστηκαν με τα κίνητρα του ΝΟΚ.
Η υπόθεση θα μπορούσε… να διδάσκεται στα πανεπιστήμια, ως παράδειγμα της αδυναμίας εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων, εξαιτίας των διαδοχικών «παραθύρων» του νόμου. Ολα ξεκίνησαν το 1998, δηλαδή πριν από 28 χρόνια, όταν εκδόθηκε οικοδομική άδεια για την ανέγερση τριώροφης οικοδομής στη συνοικία Αγίου Νικολάου της Ερμούπολης. Οι οικοδομικές εργασίες διακόπηκαν την ίδια κιόλας χρονιά, έπειτα από καταγγελία που υπέβαλε η ιδιοκτήτρια διατηρητέου που βρίσκεται απέναντι από την επίμαχη οικοδομή. Οπως υποστήριξε, το διάταγμα του 1978 επέτρεπε οικοδομές έως δύο ορόφων στην περιοχή, ωστόσο για τη συγκεκριμένη άδεια είχε χρησιμοποιηθεί προηγούμενο νομοθέτημα, του 1976, με το οποίο επιτρέπονταν τρεις όροφοι. Η πολίτης προσέφυγε στο ΣτΕ και κέρδισε (απόφαση 84/2001).
Οι υπηρεσίες του υπουργείου Πολιτισμού και η πολεοδομία Σύρου ωστόσο αναθεώρησαν την οικοδομική άδεια το 2002, υποστηρίζοντας ότι ισχύει κάποια μεταβατική διάταξη. Η πολίτης προσέφυγε και πάλι στο ΣτΕ και κέρδισε για δεύτερη φορά (απόφαση 178/2003), ενώ η οικοδομική άδεια ακυρώθηκε από το Εφετείο Πειραιά έπειτα από προσφυγή της γυναίκας το 2004. Ομως, την ίδια χρονιά με απόφαση νομάρχη η οικοδομή εξαιρέθηκε από την κατεδάφιση και κατόπιν επετράπη η αποπεράτωσή της. Η υπόθεση κατέληξε αυτή τη φορά στην Ολομέλεια του ΣτΕ (3921/2010), η οποία έκρινε ως αντισυνταγματική τη ρύθμιση του 2002 με την οποία επετράπη η εξαίρεση από την κατεδάφιση και ακύρωσε την άδεια. Επίσης, το 2012 με ακόμα δύο αποφάσεις του Ε΄ τμήματος του ΣτΕ ακυρώθηκαν και οι άδειες που είχαν εν τω μεταξύ εκδοθεί για την αποπεράτωση της οικοδομής και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου.
Αποζημίωση
Η οικοδομή όμως δεν κατεδαφιζόταν και έτσι παρά τις πέντε(!) αποφάσεις του ΣτΕ υπέρ της η πολίτης αναγκάστηκε να προσφύγει στο Τριμελές Συμβούλιο, όργανο του ΣτΕ που ασχολείται με την υλοποίηση των δικαστικών αποφάσεων. Εν τω μεταξύ, οι ιδιοκτήτες της οικοδομής τη νομιμοποίησαν μέσω του ν. 4014/2011 και το ΣτΕ ζήτησε από την πολιτεία να ακυρώσει την υπαγωγή και να κατεδαφίσει την οικοδομή. Η δήλωση νομιμοποίησης μεταφέρθηκε στον ν. 4178/13 (γιατί ο πρώτος νόμος για τα αυθαίρετα κηρύχθηκε αντισυνταγματικός και ακυρώθηκε), ενώ το ΣτΕ συνέχισε να πιέζει τον Δήμο Σύρου να συμμορφωθεί με την απόφαση του 2010, επιδικάζοντας μάλιστα στη γυναίκα 10.000 ευρώ ως αποζημίωση για την καθυστέρηση.
Η πολεοδομία διέταξε το 2016 την κατεδάφιση της οικοδομής, ωστόσο παραιτήθηκε όταν οι ιδιοκτήτες της οικοδομής τη νομιμοποίησαν… με τον επόμενο νόμο για τα αυθαίρετα, τον 4495/2017. Επειδή ο νομοθέτης δεν αφήνει κανέναν παραπονεμένο, στον ν. 4495/2017 προβλέφθηκε ένα «παραθυράκι» για τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων που είχαν εις βάρος τους δικαστική απόφαση. Η πολίτης προσέφυγε εκ νέου στο Ε΄ τμήμα του ΣτΕ, το οποίο με την πρόσφατη απόφασή του (αρ. 2233/2025), που καθαρογράφηκε πριν από λίγες ημέρες, αντί να κλείσει το ζήτημα, παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια.
Πιο συγκεκριμένα, η πλειοψηφία των δικαστών έκρινε ότι το «παραθυράκι» με το οποίο επετράπη η νομιμοποίηση αδειών που ακυρώθηκαν με δικαστική απόφαση, «ισοδυναμεί με πρόβλεψη της αυτόματης αναβίωσης οικοδομικών αδειών που ακυρώθηκαν με δικαστική απόφαση για ουσιαστικούς πολεοδομικούς λόγους και, ως εκ τούτου, αποτυγχάνει στην εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των εμπλεκόμενων πολιτών και των συντρεχουσών πλευρών του δημοσίου συμφέροντος: Την ανάγκη προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του δικαιούχου της ακυρωθείσας οικοδομικής αδείας, της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος δικαστικής προστασίας εκείνου που επέτυχε τη δικαστική ακύρωση της αδείας για ουσιαστικό πολεοδομικό λόγο, την υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς το περιεχόμενο ακυρωτικών δικαστικών αποφάσεων και της προστασίας του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος».
Αντί όμως το ΣτΕ να κρίνει αντισυνταγματικό το «παραθυράκι» του 4495/17 και να κλείσει την υπόθεση, την παρέπεμψε στην Ολομέλεια (θα δικαστεί τον Απρίλιο) λόγω μείζονος σπουδαιότητας.
Η υπόθεση πάντως παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και για έναν επιπλέον λόγο: πρόσφατα δήμοι δήλωσαν ότι θα προσφύγουν στο ΣτΕ κατά διάταξης με την οποία επετράπη να ολοκληρωθούν οικοδομές με κίνητρα του ΝΟΚ που είχαν εις βάρος τους δικαστικές αποφάσεις. Το ΣτΕ δέχθηκε σε πρώτη φάση τη συνταγματικότητα της ρύθμισης (καθώς αυτή εγκρίθηκε με προεδρικό διάταγμα), ωστόσο η ύπαρξη νομολογίας για το αντίθετο είναι ένα βέλος στη φαρέτρα των δήμων για το συγκεκριμένο ζήτημα.

