Τον περασμένο Οκτώβριο ο Βρετανός συγγραφέας Ιαν ΜακΓιούαν κήρυξε πόλεμο με το εμφιαλωμένο νερό. «Πριν από τριάντα χρόνια», δήλωσε σε συνέντευξη, «κανείς δεν είχε μπουκάλια νερό – έπινες νερό από τη βρύση όταν πήγαινες σπίτι. Και ξαφνικά», τόνισε, «μας έπεισαν ότι δεν μπορείς να περάσεις 10 λεπτά χωρίς να διψάς».
Πράγματι, στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, το νερό φαίνεται να διανύει περίοδο rebranding. Τώρα δεν είναι μόνο απαραίτητο για την επιβίωσή μας – το νερό και η ενυδάτωση αποτελούν από τα πιο βασικά σύμβολα του wellness, της ευεξίας και της αυτοβελτίωσης, ένα αναπόσπαστο συστατικό της αυτοφροντίδας, με την οποία καταπιάνονται αμέτρητα βίντεο στα social media. Σε πολλές περιπτώσεις –από το #WaterTok, στο πλαίσιο του οποίου δημιουργοί περιεχομένου δημοσιοποιούν συνταγές που «νοστιμεύουν» το νερό, μέχρι το πολυχρησιμοποιημένο hashtag #HydrationGoals (στόχοι ενυδάτωσης)–, η ενυδάτωση είναι πλέον trend.
Η αυξανόμενη δημοφιλία του νερού αποτυπώνεται και στην παγκόσμια αγορά του εμφιαλωμένου, η οποία το 2024 εκτιμήθηκε σε περίπου 349 δισ. δολάρια και μέχρι το 2030 προβλέπεται να έχει ξεπεράσει τα 509 δισ., σύμφωνα με την Grand View Research. Τι ισχύει στην Ελλάδα και πόσο νερό πρέπει τελικά να πίνουμε;
Η ελληνική αγορά
Τα τελευταία χρόνια ο κλάδος εμφιάλωσης νερού έχει σημειώσει ισχυρή ανάπτυξη στη χώρα, σύμφωνα με έρευνα του ΙΟΒΕ που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2023. Πιο συγκεκριμένα, το 2009 ο όγκος πωλήσεων εμφιαλωμένου νερού στην Ελλάδα ανερχόταν σε 1,413 εκατ. λίτρα. Το 2022 είχε φτάσει στα 2,247 εκατ. λίτρα.
«Το συγκεκριμένο κομμάτι της αγοράς παρουσιάζει ανάπτυξη επί έτη», δηλώνει στην «Κ» ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Φυσικών Μεταλλικών Νερών (ΣΕΦΥΜΕΝ) Χαράλαμπος Παπαχρήστος. Κατά τον ίδιο, η Ελλάδα αποτελεί μια από τις χώρες που έχουν από τις καλύτερες ποιότητες νερού. Αλλά δεν είναι αυτός ο μοναδικός λόγος χάρη στον οποίο η αγορά ενισχύεται. Υπογραμμίζει ότι το εμφιαλωμένο νερό είναι ασφαλές για τους καταναλωτές και απαραίτητο σε περιοχές που το νερό της βρύσης δεν είναι πόσιμο, εκεί που δεν βρίσκεται πάντα σε διαθεσιμότητα, όπως τα νησιά. Αλλά βοηθούν κι άλλοι παράγοντες – από τον τουρισμό μέχρι τον καιρό.
«Υπάρχει πράγματι μια τάση των καταναλωτών προς υγιεινά προϊόντα και ειδικότερα προς το φυσικό μεταλλικό νερό», αναφέρει στην «Κ» ο Κωνσταντίνος Κούτσας, πρώην πρόεδρος του ΣΕΦΥΜΕΝ και διευθύνων σύμβουλος της «Μεντεκίδης Α.Ε.». «Ταυτόχρονα, ο τουρισμός και η εστίαση έχουν άμεση επίδραση – το ότι πηγαίνουν καλύτερα έχει συμβάλει στην ανάπτυξη του κλάδου», συμπληρώνει, «ενώ άλλος παράγοντας είναι οι υψηλές θερμοκρασίες».
«Εννοείται ότι η δημοφιλία του νερού έχει ανέβει», δηλώνει ο Γιάννης Κοροβέσης, ο οποίος, πέρα από σύμβουλος σε επιχειρήσεις εστίασης, είναι πιστοποιημένος δοκιμαστής νερού ή αλλιώς water sommelier. Νερό από νερό διαφέρει, τονίζει, κι όχι μόνο τα φυσικά μεταλλικά από τα επιτραπέζια. «Ο κόσμος σιγά σιγά αντιλαμβάνεται ότι τα νερά διαφέρουν στη γεύση από μάρκα σε μάρκα, γιατί η γεύση επηρεάζεται από το τερουάρ – τον πλούτο των ιχνοστοιχείων που υπάρχουν στο υπέδαφος με τα οποία εμπλουτίζεται το νερό», εξηγεί.
Τα τελευταία χρόνια, ακόμα και στη χώρα μας έχουν δημιουργηθεί μάρκες premium εμφιαλωμένου νερού, τα μπουκάλια των οποίων «μπορούν να σταθούν σε γαστρονομικά εστιατόρια ως συνοδεία φαγητού, ως επιλογή ποτού», λέει στην «Κ». Το ανανεωμένο μάρκετινγκ του νερού, κατά τον ίδιο, επωφελείται και από το κίνημα κατά του αλκοόλ, το οποίο επίσης συνδέεται με το wellness. Κι έτσι το νερό –ήπιο ή ανθρακούχο– μπορεί πλέον να αντικαθιστά σε ένα δείπνο το αλκοόλ.
Βέβαια, υπάρχει και ο περιβαλλοντικός παράγοντας. Ο κ. Παπαχρήστος επισημαίνει ότι, μεταξύ άλλων, οι εταιρείες επενδύουν σημαντικά στη βιώσιμη συσκευασία του εμφιαλωμένου. Και πάλι, η τόση κατανάλωση εμφιαλωμένου νερού δεν βοηθά στη μείωση των πλαστικών.
Το ανανεωμένο μάρκετινγκ του νερού επωφελείται και από το κίνημα κατά του αλκοόλ, σύμφωνα με τον Γιάννη Κοροβέση, σύμβουλο σε επιχειρήσεις εστίασης και πιστοποιημένο δοκιμαστή νερού.
Είχε ανακοινωθεί πως από τον προηγούμενο μήνα θα ξεκινούσε η εφαρμογή του συστήματος εγγυοδοσίας πλαστικού DRS (Σύστημα Επιστροφής Εγγύησης), ωστόσο αυτή έχει μετατεθεί σε μεταγενέστερο χρόνο. Το σύστημα αφορά τις πλαστικές συσκευασίες PET και κουτιά αλουμινίου που χρησιμοποιούνται σε τρεις κλάδους: εμφιαλωμένα νερά, αναψυκτικά και ζυθοποιία. Η εγγύηση θα προστίθεται στην τιμή αγοράς και θα επιστρέφεται στον καταναλωτή με την επιστροφή της άδειας συσκευασίας, ενώ όταν η χρήση γίνεται σε καφέ ή εστιατόριο, θα επιβαρύνονται οι εκάστοτε ιδιοκτήτες και όχι οι καταναλωτές.
Από την άλλη, ενώ ο κ. Κοροβέσης σημειώνει πως σε ένα τραπέζι εστιατορίου το νερό θα πρέπει να είναι σε γυάλινο μπουκάλι, συμπληρώνει ότι τα συγκεκριμένα απαιτούν πολλή ενέργεια για την παραγωγή τους. Και παρότι ο ίδιος δεν έχει καμία αμφιβολία για την αυξανόμενη δημοφιλία του νερού, αναφέρει ότι πολύς κόσμος συνεχίζει να μην το προτιμά.
Πόσο χρειαζόμαστε
Σύμφωνα με την Σμαραγδή Μαρινάκη, διευθύντρια της Κλινικής Νεφρολογίας και Μεταμόσχευσης Νεφρού στο νοσοκομείο «Λαϊκό», το πόσο νερό θα πρέπει ο καθένας να πίνει καθημερινά εξαρτάται από πολλούς παράγοντες – από την ηλικία και την υγεία του ατόμου μέχρι την εποχή και το πόσο και πού αθλείται. «Πάντως το “όσο πιο πολύ νερό πίνεις τόσο το καλύτερο για τα νεφρά σου” είναι ένας μύθος», δηλώνει στην «Κ». Σε κανονικές συνθήκες, ένας υγιής άνθρωπος χρειάζεται γύρω στα 2 λίτρα την ημέρα. «Σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, που γενικά έχει ζέστη, τους θερινούς μήνες όλοι χρειαζόμαστε λίγο παραπάνω», σημειώνει.
Αλλά σε κάποιες περιπτώσεις το «παραπάνω» νερό μπορεί να είναι και επιβλαβές, ειδικά αν κάποιος έχει υποκείμενη νεφρική νόσο ή πρόβλημα με την καρδιά. «Μπορεί να οδηγήσει σε ηλεκτρολυτικές διαταραχές, ρίχνοντας το νάτριο, και σε υπερφόρτωση με υγρά», εξηγεί η ίδια.
Ταυτόχρονα, καλό θα είναι όλοι να μοιράζουμε την ποσότητα νερού που καταναλώνουμε μέσα στη μέρα – «δεν είναι σωστό κάποιος να πίνει 2-3 μπουκαλάκια νερού απανωτά, και μετά τίποτα όλη την υπόλοιπη μέρα», συμπληρώνει.
Ενας εύκολος τρόπος για να ελέγχουν τα άτομα τα επίπεδα ενυδάτωσής τους είναι το χρώμα των ούρων, αναφέρει η καθηγήτρια Κλινικής Διατροφής στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Μερόπη Κοντογιάννη. «Οσο πιο ανοιχτό το χρώμα, τόσο καλύτερη η ενυδάτωση», σημειώνει, τονίζοντας πως δεν θα πρέπει κανείς να πίνει πολύ νερό λόγω ψυχαναγκασμού, επειδή μπορεί να θεωρεί ότι αυτό είναι το σωστό.
Αξιόπιστος κανόνας
«Σε γενικές γραμμές, ένας πολύ αξιόπιστος κανόνας είναι η δίψα – ο οργανισμός μας δίνει σήμα όταν διψάμε και τότε πρέπει οπωσδήποτε να πιούμε νερό», λέει η κ. Μαρινάκη, και δεν μπορούμε να το αντικαταστήσουμε με άλλα υγρά. «Δεν είναι σωστό να αναπληρώνουμε το νερό με τον καφέ ή το τσάι, που έχουν καφεΐνη, ή με την κόλα και με χυμούς, που έχουν ζάχαρη, ή με τη σόδα, που έχει κάποια ποσότητα αλατιού και μπορεί να συμπληρώνει την κατανάλωση νερού αλλά όχι να την υποκαθιστά».
Παρ’ όλα αυτά, σε περιοχές που το νερό της βρύσης είναι πόσιμο δεν είναι ξεκάθαρο γιατί κανείς να μην το επιλέγει και να προτιμά εμφιαλωμένο ή ανθρακούχο. «Το θέμα είναι αν το κάνω γιατί πιστεύω ότι με ωφελεί σε κάτι σε σχέση με το νερό της βρύσης – ας ελπίσουμε ότι η ζωή θα μας πάει καλά και δεν θα μας λείψει το νερό», δηλώνει η κ. Κοντογιάννη, «όσο το έχουμε, ας το απολαμβάνουμε».

