Η δέκατη εξαγορά ελληνικού ιδιωτικού σχολείου από ξένο πολυεθνικό κεφάλαιο ανακοινώθηκε χθες. Πρόκειται για το εκπαιδευτήριο Παγκρήτιον στο Ηράκλειο Κρήτης, που λειτουργεί εδώ και 63 έτη. Το σχολείο ήλθε σε συμφωνία με το βρετανικό fund Forfar Education με έδρα το Λονδίνο. Η συμφωνία εντάσσεται στο κύμα εξαγορών ιδιωτικών σχολείων που ξεκίνησε το 2024 και καταδεικνύει τη δυναμική της ιδιωτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα.
Ειδικότερα, το Παγκρήτιον είναι το δεύτερο σχολείο που εξαγοράζει το Forfar Education. Το ίδιο fund έχει εξαγοράσει άλλο ένα σχολείο της περιφέρειας, το Ροδίων Παιδεία. Τα υπόλοιπα οκτώ σχολεία που έχουν εξαγοραστεί μέσα στην τελευταία διετία εδρεύουν σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Αναλυτικά είναι: CGS (Κωστέα – Γείτονα) – Inspired Education Group, Σχολή Μωραΐτη – Inspired Education Group, Αυγουλέα – Λιναρδάτου – International Schools Partnership (ISP), Ο Πλάτων – ISP, Ελληνογερμανική Αγωγή – ISP, Δούκα – Cognita Schools, Μαντουλίδη – Dukes Education, International School of Athens (ISA) – Dukes Education.
«Η πολιτική σταθερότητα και η οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, καθώς και η υγιής πορεία και ο ανταγωνισμός μεταξύ των ιδιωτικών σχολείων είναι οι βασικοί λόγοι για την απόφαση των εξειδικευμένων ξένων κεφαλαίων, που έχουν οργανώσει διεθνές δίκτυο ιδιωτικών σχολείων, να επενδύσουν στα ελληνικά ιδιωτικά», ανέφερε στην «Κ» ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ιδιωτικών Σχολείων Χαράλαμπος Κυραϊλίδης. Ο ίδιος πρόσθεσε ότι οι επενδύσεις στον χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης μέσα στην τελευταία διετία έχουν ξεπεράσει το ένα δισ. ευρώ.
Ταυτόχρονα, παρατηρείται αύξηση του ενδιαφέροντος των γονιών για τα ιδιωτικά σχολεία. Ενδεικτικά είναι τα στοιχεία της τελευταίας έκθεσης της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής («Η Ελλάς με αριθμούς, Ιανουάριος – Μάρτιος 2026»). Ο συνολικός αριθμός των μαθητών στις δύο πρώτες βαθμίδες το σχολικό έτος 2020-2021 ήταν 1.340.385 και τρία χρόνια αργότερα (το 2023-2024) είχε μειωθεί σε 1.291.289, λόγω της δημογραφικής συρρίκνωσης. Αντιθέτως, ο αριθμός των μαθητών στα ιδιωτικά σχολεία από 94.945 το 2020-2021 αυξήθηκε σε 108.949 το 2023-2024, ενώ το μερίδιο της ιδιωτικής επί του συνόλου της ελληνικής πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από 7,08% το πρώτο έτος αναφοράς έφτασε 8,43% το δεύτερο.
Οι παράμετροι
Το κοινό χαρακτηριστικό των ξένων ομίλων που εισήλθαν στην ελληνική ιδιωτική υποχρεωτική εκπαίδευση είναι ότι έχουν αναπτύξει σε όλο τον κόσμο δίκτυα σχολείων που ξεπερνούν τα 100 το καθένα. Από την άλλη πλευρά, το κοινό στοιχείο των ελληνικών ιδιωτικών σχολείων είναι ότι είναι μεγάλα –συγκεντρώνουν σχεδόν το 10% του συνόλου των μαθητών– και διαθέτουν σημαντικές κτιριακές υποδομές. Αυτές μπορούν να αξιοποιηθούν για παροχή προγραμμάτων το απόγευμα ή και το καλοκαίρι (για φοιτητές ξένων ΑΕΙ). Επίσης, με ρύθμιση στον νόμο 5176/2025 επιτρέπεται πλέον σε εκπαιδευτικούς ομίλους να στεγάζουν στο ίδιο κτιριακό συγκρότημα ιδιωτικά σχολεία, κολέγια και πανεπιστημιακά παραρτήματα.
«Ενα καλό ελληνικό ιδιωτικό σχολείο είναι για έναν επενδυτή όπως ένα σταθερό ομόλογο – αμοιβαίο», παρατήρησε στην «Κ» ο Κωνσταντίνος Δούκας, διευθύνων σύμβουλος των ομώνυμων εκπαιδευτηρίων. «Η επιτυχία των ιδιωτικών σχολείων οφείλεται σε συνδυασμό παραγόντων, όπως η συνειδητοποίηση των Ελλήνων γονέων για την πολύ υψηλή ποιότητα υπηρεσιών που προσφέρουν τα σχολεία στη χώρα μας και η διαρκής εξέλιξη και βελτίωση των ιδιωτικών σχολείων. Μια συμφωνία με ένα ξένο δίκτυο σχολείων είναι καλό νέο για όλους: μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς, που δεν έχει αλλάξει τίποτα στη ζωή τους μετά την εξαγορά», προσθέτει.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών Ελλάδος (ΟΙΕΛΕ) Γεώργιος Χριστόπουλος επεσήμανε ότι «επειδή συχνά μας ρωτούν τι συμβαίνει με τα εργασιακά των ιδιωτικών σχολείων που περνούν στα χέρια funds, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι το διάστημα είναι ακόμη μικρό για να βγουν ασφαλή συμπεράσματα. Ωστόσο, διακρίνονται κάποιες πρώτες τάσεις που μένει να φανεί αν θα παγιωθούν. Σε κάποια από αυτά τα σχολεία παρατηρείται τάση περικοπής δαπανών και αύξησης διδάκτρων. Σε κάποια, επίσης, υπάρχει διάλογος με τις διοικήσεις για βελτίωση όρων εργασίας και αμοιβής, γεγονός θετικό. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό συμβαίνει μόνο σε σχολεία που υπάρχουν σωματεία της ΟΙΕΛΕ και όχι στα υπόλοιπα».

