Οι ποινές των τεσσάρων ετών και των τεσσάρων ετών και πέντε μηνών, αντίστοιχα, με αναστολή έως την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό, ήταν η κατάληξη της πολύκροτης δίκης για την καταγγελία της 19χρονης, η οποία είχε υποστηρίξει ότι βιάστηκε μέσα στο Αστυνομικό Τμήμα Ομονοίας τον Οκτώβριο του 2022.
Στους δύο κατηγορούμενους αστυνομικούς αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του σύννομου βίου, ενώ το δικαστήριο δεν τους επέβαλε κανέναν περιοριστικό όρο.
Η απόφαση προέκυψε κατά πλειοψηφία 4-3, αφού τρεις ένορκοι και ένας σύνεδρος έκριναν ενόχους τους δύο αστυνομικούς, ενώ μειοψήφησαν η πρόεδρος, ένας σύνεδρος και ένας ένορκος, οι οποίοι είχαν την άποψη ότι έπρεπε να αθωωθούν.
Το δικαστήριο μετέτρεψε, ωστόσο, την αρχική κατηγορία του ομαδικού βιασμού, που επισύρει ισόβια κάθειρξη, σε βιασμό από κοινού χωρίς συναίνεση.
Παράλληλα, ο ένας από τους δύο αστυνομικούς κρίθηκε ομόφωνα ένοχος και για παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, καθώς σύμφωνα με το κατηγορητήριο είχε καταγράψει τη σεξουαλική πράξη με κάμερα που είχε τοποθετήσει στο τσαντάκι του.
Αντίθετα, ο τρίτος αστυνομικός, ο οποίος κατηγορούνταν για συνέργεια σε βιασμό, αθωώθηκε κατά πλειοψηφία 5-2, με δύο ενόρκους να διατυπώνουν την άποψη ότι έπρεπε να καταδικαστεί.
Η απόφαση του δικαστηρίου κινήθηκε σε διαφορετική κατεύθυνση από την εισαγγελική πρόταση. Ο εισαγγελέας της έδρας είχε ζητήσει την απαλλαγή των δύο βασικών κατηγορουμένων λόγω αμφιβολιών, υποστηρίζοντας ότι, παρότι αποδείχθηκε η σεξουαλική επαφή με την 19χρονη, δεν προέκυψε με την απαιτούμενη ποινική βεβαιότητα ότι αυτή έγινε χωρίς τη συναίνεσή της.
Οπως είχε αναφέρει στην αγόρευσή του, οι αντιφάσεις και οι ανακολουθίες που εντόπισε στις καταθέσεις της καταγγέλλουσας, καθώς και η μεταγενέστερη αλλαγή της στάσης της δεν αρκούσαν για να στοιχειοθετήσουν την έλλειψη συναίνεσης.
«Δεν προέκυψε κάποια δυσφορία ή άρνηση, δεν είπε “όχι”, δεν έδειξε άρνηση. Δεν έφυγε από το δωμάτιο ακόμη και όταν ήταν μόνη της, παρότι η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και ξεκλείδωτη. Δεν φώναξε σε βοήθεια. Θα μπορούσε να βγει και να ζητήσει βοήθεια στο γραφείο ενδοοικογενειακής βίας που βρισκόταν δίπλα», είχε επισημάνει.
Κλείνοντας την πρότασή του, είχε τονίσει ότι το δικαστήριο καλείται να αποφανθεί αποκλειστικά για την ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων και όχι για την ηθική αξιολόγηση της συμπεριφοράς τους, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Δεν είμαστε εδώ για να δικάσουμε το ήθος και τη συμπεριφορά των κατηγορουμένων. Δεν είμαστε δικαστήριο ήθους. Αυτό κρίθηκε στα πειθαρχικά. Για να καταδικάσουμε θέλουμε πλήρη απόδειξη. Αποδείχθηκε η τέλεση της σεξουαλικής πράξης, αλλά δεν αποδείχθηκε ότι δεν υπήρξε συναίνεση».

