Σημαντική επιτάχυνση στην απονομή της πολιτικής δικαιοσύνης καταγράφουν, σύμφωνα με το υπουργείο Δικαιοσύνης, τα πρώτα συγκεντρωτικά στοιχεία από τους 18 μήνες εφαρμογής του νέου Δικαστικού Χάρτη. Ο εκτιμώμενος χρόνος έκδοσης αποφάσεων στα Πρωτοδικεία μειώθηκε από 774 σε 357 ημέρες, ενώ για πρώτη φορά ο δείκτης εκκαθάρισης των υποθέσεων ξεπέρασε το 100%, γεγονός που σημαίνει ότι τα δικαστήρια δεν περιορίζονται πλέον στη διεκπεραίωση των νέων υποθέσεων, αλλά απορροφούν σταδιακά και τις εκκρεμότητες προηγούμενων ετών.
«Την τελευταία τριετία δημοσιεύονται από οργάνωση της στοιχεία παλαιότερων ετών πριν την εφαρμογή του Δικαστικού Χάρτη. Ο,τι παρουσιάζουμε εμείς είναι τα τελευταία στοιχεία στα πρότυπα της Cepej, θεωρώ ότι το 2026 όταν ενσωματωθούν από την Ε.Ε. τα στοιχεία θα φανεί η πραγματική εικόνα και η βελτίωση της κατάστασης» ανέφερε ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης και συμπλήρωσε ότι «πριν την εφαρμογή του Δικαστικού Χάρτη ο χρόνος έκδοσης απόφασης ήταν 774 ημέρες, ενώ σήμερα είναι 357 ημέρες».
Κάνοντας μια προβολή στην επόμενη διετία, ο κ. Φλωρίδης σημείωσε πως «οι δικαστές θα εφοδιαστούν με σύγχρονες υπολογιστικές μηχανές και θα αξιοποιηθούν όλα τα τεχνολογικά μέσα. Παράλληλα, θα τεθεί σε πλήρη λειτουργία ο κώδικας εναλλακτικής επίλυσης διαφορών με τη συνεργασία και του δικηγορικού σώματος. Ο στόχος είναι το 2030 η Ελλάδα να βρίσκεται στις πέντε πρώτες θέσεις στους χρόνους απόδοσης δικαιοσύνης και πιστεύουμε ότι μπορούμε».
Την υπόμνηση ότι «πρώτους μήνες δεν ήταν στο σύστημα όλοι οι δικαστές τους πρώτου βαθμού γιατί υπήρχε η εκπαίδευση των ειρηνοδικών» έκανε ο υφυπουργός Δικαιοσύνης Ιωάννης Μπούγας, ο οποίος συμπλήρωσε ότι «σύντομα με τις αλλαγές στην πολιτική δικονομία θα επιταχυνθεί ακόμη περισσότερο η διαδικασία, ενώ μέχρι το 2028 θα πρέπει να έχουν εκκαθαριστεί και οι υποθέσεις ανακοπών μέσω της νέας πλατφόρμας».
Τα στοιχεία
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, η εφαρμογή του Δικαστικού Χάρτη συνοδεύτηκε από αισθητή βελτίωση τόσο στον χρόνο απονομής της δικαιοσύνης όσο και στον ρυθμό εκκαθάρισης των υποθέσεων. Ειδικότερα, ο εκτιμώμενος χρόνος έκδοσης απόφασης μειώθηκε από 774 ημέρες κατά το δικαστικό έτος 2023-2024 σε 383 ημέρες το δικαστικό έτος 2024-2025 και περιορίστηκε περαιτέρω στις 357 ημέρες μετά τη συμπλήρωση 18 μηνών εφαρμογής του Δικαστικού Χάρτη. Με άλλα λόγια, ο απαιτούμενος χρόνος για την έκδοση απόφασης υποχώρησε από περίπου δύο χρόνια σε περίπου έναν χρόνο.
Αντίστοιχα, ο δείκτης εκκαθάρισης των υποθέσεων (Clearance Rate) κατέγραψε σταθερή ανοδική πορεία. Από 86,2% το δικαστικό έτος 2023-2024, όταν είχαν περαιωθεί 173.714 υποθέσεις έναντι 201.479 εισερχόμενων, ανήλθε σε 99,6% το δικαστικό έτος 2024-2025, με 415.555 νέες υποθέσεις και 417.565 περαιωθείσες. Μετά από 18 μήνες εφαρμογής του Δικαστικού Χάρτη, ο δείκτης έφτασε στο 105,1%, καθώς περαιώθηκαν 618.239 υποθέσεις έναντι 588.339 νέων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Δικαιοσύνης, η υπέρβαση του ορίου του 100% σημαίνει ότι τα Πρωτοδικεία δεν εκδικάζουν πλέον μόνο το σύνολο των νέων υποθέσεων που εισάγονται κάθε έτος, αλλά μειώνουν παράλληλα και το απόθεμα των εκκρεμοτήτων προηγούμενων ετών, επιτυγχάνοντας πρόσθετη εκκαθάριση της τάξης του 5,1%.
Τα Πρωτοδικεία
Τα μεγαλύτερα οφέλη καταγράφονται στο Πρωτοδικείο Αθηνών, όπου συγκεντρώνεται το 52% της συνολικής δικαστηριακής ύλης της χώρας. Ο εκτιμώμενος χρόνος έκδοσης απόφασης μειώθηκε από 1.448 ημέρες στο δικαστικό έτος 2023-2024 σε 478 ημέρες μετά από 18 μήνες εφαρμογής του Δικαστικού Χάρτη, δηλαδή από σχεδόν τέσσερα χρόνια σε περίπου ενάμιση χρόνο. Παράλληλα, ο δείκτης εκκαθάρισης αυξήθηκε από 86%, με 60.182 περαιωθείσες υποθέσεις έναντι 70.014 εισερχόμενων, σε 112,7%, καθώς μέσα στο 18μηνο περαιώθηκαν 280.761 υποθέσεις έναντι 249.028 νέων υποθέσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου, το πρώτο τρίμηνο του 2026 ο δείκτης έχει ήδη ανέλθει στο 143,8%, γεγονός που σημαίνει ότι το Πρωτοδικείο Αθηνών όχι μόνο απορροφά το σύνολο των νέων υποθέσεων, αλλά μειώνει και τις εκκρεμότητες των προηγούμενων ετών κατά 12,7%.
Αντίστοιχη εικόνα παρουσιάζουν και τα υπόλοιπα Πρωτοδικεία της χώρας, στα οποία αντιστοιχεί το υπόλοιπο 48% της συνολικής δικαστηριακής ύλης. Ο εκτιμώμενος χρόνος έκδοσης απόφασης περιορίστηκε από 774 σε 256 ημέρες, ενώ ο δείκτης εκκαθάρισης αυξήθηκε από 86,2%, με 173.714 περαιωθείσες υποθέσεις έναντι 201.479 εισερχόμενων, σε 99,5%, με 337.478 περαιωθείσες υποθέσεις έναντι 339.311 νέων. Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 ο δείκτης διαμορφώνεται ήδη στο 110,8%, γεγονός που δείχνει ότι και τα περιφερειακά Πρωτοδικεία αρχίζουν πλέον να μειώνουν σταδιακά το απόθεμα των εκκρεμών υποθέσεων.
Στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο διαχειρίζεται το 9,6% της συνολικής δικαστηριακής ύλης, ο εκτιμώμενος χρόνος έκδοσης απόφασης περιορίστηκε από 455 σε 220 ημέρες. Ο δείκτης εκκαθάρισης αυξήθηκε από 88,9%, με 23.084 περαιωθείσες υποθέσεις έναντι 25.959 εισερχόμενων, σε 113,3%, καθώς κατά το 18μηνο περαιώθηκαν 70.110 υποθέσεις έναντι 61.876 νέων. Το πρώτο τρίμηνο του 2026 ο δείκτης έφθασε το 119,2%, γεγονός που, σύμφωνα με το υπουργείο, μεταφράζεται σε σημαντική αποσυμφόρηση των εκκρεμοτήτων.
Βελτιωμένη εμφανίζεται και η εικόνα στο Πρωτοδικείο Πειραιά, όπου συγκεντρώνεται το 3,3% της συνολικής δικαστηριακής ύλης. Ο εκτιμώμενος χρόνος έκδοσης απόφασης μειώθηκε από 425 σε 233 ημέρες, δηλαδή από περίπου 14 μήνες σε περίπου εννέα μήνες. Ο δείκτης εκκαθάρισης αυξήθηκε από 77,2%, με 9.002 περαιωθείσες υποθέσεις έναντι 11.658 εισερχόμενων, σε 101,1%, καθώς στο 18μηνο περαιώθηκαν 23.927 υποθέσεις έναντι 23.674 νέων. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 ο δείκτης εκκαθάρισης ανήλθε στο 140,9%, στοιχείο που δείχνει ότι το Πρωτοδικείο Πειραιά μειώνει πλέον σταθερά και τις παλαιές εκκρεμότητες.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης υποστηρίζει ακόμη ότι η Ελλάδα βρίσκεται πλέον πολύ κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς τον χρόνο έκδοσης τελεσίδικης απόφασης στις πολιτικές υποθέσεις. Συγκεκριμένα, για το πρώτο τρίμηνο του 2026 ο εκτιμώμενος χρόνος στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας ανέρχεται στις 309 ημέρες, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι 307 ημέρες. Παράλληλα, με την εφαρμογή του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εκτιμάται ότι ο χρόνος στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας θα διαμορφωθεί στις 325 ημέρες, με αποτέλεσμα ο συνολικός χρόνος έκδοσης τελεσίδικης απόφασης να προσεγγίσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 627 ημερών μέσα στο 2027.
Συνολικά, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει το υπουργείο, οι πρώτοι 18 μήνες εφαρμογής του Δικαστικού Χάρτη συνοδεύτηκαν από αισθητή επιτάχυνση στην απονομή της πολιτικής δικαιοσύνης, σημαντική μείωση του χρόνου εκδίκασης και σταδιακή αποκλιμάκωση των εκκρεμών υποθέσεων, καθώς ολοένα και περισσότερα μεγάλα Πρωτοδικεία εμφανίζουν πλέον δείκτη εκκαθάρισης άνω του 100%.
Η αξιολόγηση της αποδοτικότητας των δικαστηρίων πραγματοποιήθηκε με βάση τους δύο δείκτες που χρησιμοποιεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης (CEPEJ): τον δείκτη εκκαθάρισης υποθέσεων (Clearance Rate), ο οποίος αποτυπώνει τη σχέση μεταξύ των περαιωμένων και των εισερχόμενων υποθέσεων, καθώς και τον εκτιμώμενο χρόνο έκδοσης απόφασης (Disposition Time), που δείχνει πόσες ημέρες απαιτούνται για την εκδίκαση των εκκρεμών υποθέσεων με τον υφιστάμενο ρυθμό απονομής δικαιοσύνης. Δείκτης εκκαθάρισης άνω του 100% σημαίνει ότι τα δικαστήρια δεν διεκπεραιώνουν μόνο τις νέες υποθέσεις, αλλά μειώνουν και το απόθεμα των εκκρεμοτήτων προηγούμενων ετών.
Η έρευνα βασίζεται αφενός σε ειδική αποτύπωση των υποθέσεων Πολιτικής Διαδικασίας για το διάστημα από τις 16 Σεπτεμβρίου 2024 έως τις 31 Μαρτίου 2025 και αφετέρου στα περιοδικά στατιστικά στοιχεία των ετών 2025 και 2026, τα οποία αποστέλλονται ανά τρίμηνο από όλα τα Πρωτοδικεία και τις Περιφερειακές Εδρες στο Τμήμα Συλλογής και Επεξεργασίας Δικαστικών Στατιστικών Στοιχείων του υπουργείου Δικαιοσύνης, σύμφωνα με τον ν. 4946/2022. Η σύγκριση πραγματοποιείται σε δύο χρονικές περιόδους. Η πρώτη αφορά το δικαστικό έτος 2023-2024, δηλαδή το τελευταίο πριν από την εφαρμογή του Δικαστικού Χάρτη, ενώ η δεύτερη καλύπτει τους πρώτους 18 μήνες εφαρμογής του, από τον Σεπτέμβριο του 2024 έως τον Μάρτιο του 2026. Υπενθυμίζεται ότι κάθε δικαστικό έτος αρχίζει στις 16 Σεπτεμβρίου και ολοκληρώνεται τον Σεπτέμβριο του επόμενου έτους.

