Δικαιοσύνη: Τι «ψηφίζει» το ΣτΕ για την αναθεώρηση του Συντάγματος

Δικαιοσύνη: Τι «ψηφίζει» το ΣτΕ για την αναθεώρηση του Συντάγματος

Οι προτάσεις του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου για τα άρθρα του Συντάγματος που αφορούν τη Δικαιοσύνη

6' 4" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Την ώρα που η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση «φουντώνει», τα ζητήματα της Δικαιοσύνης τοποθετούνται, σχεδόν αναπόφευκτα, στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου. Σε μια περίοδο που ο θεσμός της Δικαιοσύνης εμφανίζεται «πληγωμένος», επανέρχεται και η συζήτηση για το κατά πόσον οι δυσλειτουργίες μπορούν πράγματι να αντιμετωπιστούν μέσω συνταγματικών αλλαγών ή αν απαιτούνται κυρίως ουσιαστικές νομοθετικές παρεμβάσεις και συνεπής εφαρμογή των υφιστάμενων κανόνων.

Στο πλαίσιο αυτό, οι δικαστές του Συμβουλίου της Επικρατείας συνέστησαν ομάδες εργασίας και στη συνέχεια κατέθεσαν τις προτάσεις τους για την ανάγκη αναθεώρησης ή μη οκτώ άρθρων του Συντάγματος (88, 99, 90, 91, 93, 94, 95 και 100) που αφορούν τη Δικαιοσύνη. Με έξι αποφάσεις της Διοικητικής Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, το Ανώτατο Δικαστήριο λέει –μεταξύ άλλων– «όχι» στην αύξηση του ορίου ηλικίας αφυπηρέτησης των δικαστών, είναι αρνητικό στο ενδεχόμενο ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου, ενώ κρίνει πως ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας των δικαστηρίων δεν χρειάζεται να αλλάξει.

Αποχώρηση στα 67 έτη

«Oχι» στην αύξηση του ορίου ηλικίας αποχώρησης των δικαστικών λειτουργών είπε, κατά πλειοψηφία, η Διοικητική Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, στο πλαίσιο της συζήτησης για τη συνταγματική αναθεώρηση και ειδικότερα για το άρθρο 88 παρ. 5 του Συντάγματος, που αφορά το όριο ηλικίας αποχώρησης. Η πρόταση διατήρησης του ισχύοντος ορίου επικράτησε με 37 ψήφους σε σύνολο 50, ύστερα από μακρά συζήτηση γύρω από το αν οι δικαστές θα πρέπει να παραμένουν στο σώμα έως τα 70 έτη.

Κεντρικός άξονας της τοποθέτησης του εισηγητή ήταν ότι «η αύξηση του ορίου ηλικίας θα ήταν επιβλαβής για τη Δικαιοσύνη», σημειώνοντας ότι η παραμονή των ίδιων προσώπων για πολύ μεγάλο διάστημα στις ανώτατες βαθμίδες ενδέχεται να οδηγήσει σε «θεσμική ακαμψία» και να περιορίσει την είσοδο νέων αντιλήψεων και προσεγγίσεων. «Δεν είναι δυνατόν το 2030 να εξακολουθώ να διαμορφώνω νομολογία εγώ που οι εμπειρίες που με διαμόρφωσαν φτάνουν πίσω στο 1970», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Στο ίδιο πνεύμα, αρκετές παρεμβάσεις επικεντρώθηκαν στον κίνδυνο να «παγώσει» η εξέλιξη των νεότερων δικαστών, εφόσον αυξηθεί το όριο ηλικίας. Μάλιστα, υπήρξε παρατήρηση σχετικά με τις απαιτητικές συνθήκες εργασίας στο ΣτΕ, με τους συμβούλους να επωμίζονται μεγάλο όγκο πρωτογενούς εργασίας, σύνταξης αποφάσεων και συμμετοχής σε πολλαπλά όργανα. «Η συσσωρευμένη σοφία δεν αρκεί», επισημάνθηκε, «όταν η κόπωση είναι ήδη ορατή σε δικαστές άνω των 60 ετών».

Από την άλλη πλευρά, διατυπώθηκαν και απόψεις υπέρ της αύξησης του ορίου ηλικίας, με βασικό επιχείρημα την αύξηση του προσδόκιμου ζωής και τη διατήρηση της επαγγελματικής ικανότητας των δικαστών σε μεγαλύτερη ηλικία. «Το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται σε όλο τον δυτικό κόσμο και ο δικαστής δεν θα πρέπει να φεύγει σε ηλικία που είναι ακμαίος και σε θέση να προσφέρει. Η εμπειρία δεν αντικαθίσταται από την εξαιρετική κατάρτιση ενός νέου δικαστή και δεν μπορεί να συγκριθεί», σημείωσε μια σύμβουλος.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε και η πρόταση του έτερου συμβούλου για δημιουργία θεσμού «ομότιμων δικαστών». Σύμφωνα με την πρόταση, οι δικαστές μετά τη συμπλήρωση του 67ου έτους θα μπορούν, εφόσον το επιθυμούν, να παραμένουν στο δικαστικό σώμα έως το 70ό ή και το 72ο έτος της ηλικίας τους, εκτός επετηρίδας και με περιορισμένα καθήκοντα. Οι ομότιμοι δικαστές δεν θα συμμετέχουν σε μονομελείς συνθέσεις ούτε θα ορίζονται εισηγητές, αλλά θα παράγουν ποιοτικό έργο συμβάλλοντας στην επιτάχυνση της δικαιοσύνης, χωρίς να εμποδίζεται η υπηρεσιακή εξέλιξη των νεότερων λειτουργών.

«Οχι» σε Συνταγματικό Δικαστήριο

Με ευρεία πλειοψηφία 50 ψήφων έναντι τριών, η Διοικητική Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας αποφάσισε να εισηγηθεί τη διατήρηση του ισχύοντος συστήματος διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, απορρίπτοντας κάθε σκέψη ουσιαστικής μεταβολής του ρόλου του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ή εισαγωγής μοντέλου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Η πρόταση για ένα «εν μέρει διαφορετικό σύστημα ελέγχου», με δυνατότητα άσκησης συνταγματικής προσφυγής από αριθμό βουλευτών μετά την ψήφιση και πριν από τη δημοσίευση νόμου, δεν έτυχε της υποστήριξης της πλειοψηφίας των δικαστών της Ολομέλειας.

Κατά τη συνεδρίαση της Ολομέλειας συζητήθηκε πρόταση για έναν περιορισμένο προληπτικό έλεγχο συνταγματικότητας μόνο για περιβαλλοντικά νομοσχέδια, «στο πρότυπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου», με στόχο την «ενίσχυση του κράτους δικαίου στον ευαίσθητο αυτόν τομέα». Παράλληλα στο τραπέζι τέθηκε και η συνταγματοποίηση της πιλοτικής δίκης και των «φίλτρων» στα ένδικα μέσα, ώστε το ΣτΕ «να απασχολείται μόνο με τα σοβαρά νομικά ζητήματα».

Η πρόταση συνάντησε διαφωνίες με μια σύμβουλο να υποστηρίζει ότι ο προληπτικός έλεγχος στα περιβαλλοντικά νομοσχέδια παρουσιάζει «τεχνικά ανυπέρβλητες δυσκολίες», λόγω του «περίπλοκου έως δυσλειτουργικού νομοθετικού πλαισίου», ενώ άλλη σύμβουλος αμφισβήτησε τη δυνατότητα ελέγχου ενός νομοσχεδίου που υποβάλλεται «γυμνό», δηλαδή χωρίς να έχει φανεί ακόμη η εφαρμογή του.

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε και το ενδεχόμενο ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου. Μια σύμβουλος υπενθύμισε ότι η συζήτηση επανέρχεται από το 1986 και μετά, με υποστηρικτές όπως οι Ν. Αλιβιζάτος, Ξ. Κοντιάδης και Ι. Σαρμάς να επικαλούνται την ανάγκη «ταχύτερης δικαστικής κρίσης» και «ενιαίας νομολογίας». Ωστόσο αντέτεινε ότι πίσω από αυτές τις προτάσεις «διαφαίνεται έλλειψη εμπιστοσύνης έναντι των τακτικών δικαστών, ιδίως έναντι αυτών του Συμβουλίου της Επικρατείας».

Η ίδια προειδοποίησε ότι η παραπομπή υποθέσεων σε Συνταγματικό Δικαστήριο θα οδηγούσε σε «περαιτέρω καθυστέρηση» και «αναστολή της προόδου των υπολοίπων δικών», επιβραδύνοντας συνολικά την απονομή δικαιοσύνης. Η εισηγήτρια αναφέρθηκε και σε εναλλακτικά μοντέλα, όπως η συνταγματική προσφυγή από 60 βουλευτές πριν από την ψήφιση νόμου ή ο γνωμοδοτικός έλεγχος από το ΑΕΔ, ωστόσο κατέληξε ότι το γαλλικό μοντέλο δεν μπορεί να μεταφερθεί στην Ελλάδα «χωρίς να επέλθουν βαθιές ρωγμές στο σύστημα του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου».

Δύο χρόνια «δοκιμασία» για τους δικαστές

Υπέρ της θέσπισης διετούς δοκιμαστικής υπηρεσίας των δικαστικών λειτουργών μετά τον διορισμό τους τάχθηκε, με ευρεία πλειοψηφία, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, στο πλαίσιο της συζήτησης για την αναθεώρηση του άρθρου 88 παρ. 3 του Συντάγματος. Μεταξύ άλλων υποστηρίχθηκε πως «άλλο πράγμα είναι η Σχολή Δικαστών και άλλο η άσκηση του λειτουργήματος μέσα στο δικαστήριο», καθώς «σε ένα έτος δεν πιστοποιούνται τα απαραίτητα επαγγελματικά προσόντα». Οπως αναφέρθηκε στην Ολομέλεια, «δεν γνωρίζουμε πραγματικά τους νέους συναδέλφους μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, καθώς ελάχιστοι δικαστές συνεργάζονται μαζί τους κατά τη δοκιμαστική περίοδο».

Στην ίδια κατεύθυνση, αρκετά μέλη της Ολομέλειας υποστήριξαν ότι «η δοκιμαστική υπηρεσία είναι πολύ μικρή για τη σοβαρότητα του λειτουργήματος», ενώ η μειοψηφία υποστήριξε ότι ούτε δύο ούτε τρία χρόνια αρκούν για να αποκλειστούν όλες οι προβληματικές περιπτώσεις, εκφράζοντας επιφυλάξεις για τη συνταγματική αυστηροποίηση της διαδικασίας.

Ανάδειξη ηγεσίας

Η Διοικητική Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, μέσα από διαδοχικές συνεδριάσεις το 2025, κατέγραψε τις τάσεις και τις απόψεις των μελών της σχετικά και με την αναθεώρηση του άρθρου 90 του Συντάγματος, κυρίως ως προς την επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων. Η επικρατούσα κατεύθυνση που αναδείχθηκε ήταν η διατήρηση της συμμετοχής της εκτελεστικής εξουσίας στην επιλογή των προεδρείων, αλλά με ενισχυμένη συμμετοχή των ίδιων των δικαστών μέσω των Ολομελειών των ανωτάτων δικαστηρίων.

Κατά τη συζήτηση, παρουσιάστηκαν διαφορετικές προσεγγίσεις για τη διασφάλιση της δικαστικής ανεξαρτησίας. Ενας σύμβουλος υποστήριξε ότι «τα προεδρεία των ανώτατων δικαστηρίων πρέπει να επιλέγονται αποκλειστικά από τους δικαστές», τονίζοντας ότι η δικαστική εξουσία πρέπει να παραμένει απολύτως αποκομμένη από την κυβέρνηση. Στο ίδιο πνεύμα, άλλος σύμβουλος ανέφερε ότι «όσο πιο γρήγορα αποκοπεί ο ομφάλιος λώρος μεταξύ εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας, τόσο το καλύτερο για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης».

Αντιθέτως, σημαντικός αριθμός μελών υποστήριξε τη διασταύρωση των λειτουργιών. Μεταξύ άλλων επισημάνθηκε ότι «ένα σύστημα επιλογής αποκλειστικά από δικαστές δεν παρέχει εγγυήσεις ούτε εξωτερικής ούτε εσωτερικής λογοδοσίας», ενώ εκφράστηκε φόβος για δημιουργία ομάδων πίεσης στο δικαστικό σώμα. Για «αναγκαία διασταύρωση των λειτουργιών στη διαδικασία επιλογής των προεδρείων» έκανε λόγο ένας αντιπρόεδρος, προτείνοντας η τελική αρμοδιότητα να ανατεθεί στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας αντί της κυβέρνησης.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT