Δολοφονία Κυριακής Γρίβα: Οι αστυνομικοί δεν ενήργησαν, ως όφειλαν

Δολοφονία Κυριακής Γρίβα: Οι αστυνομικοί δεν ενήργησαν, ως όφειλαν

Η εισαγγελική πρόταση για παραπομπή των τεσσάρων εμπλεκομένων σε δίκη για τη δολοφονία της Κυριακής Γρίβα

3' 35" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ενα πλέγμα παραλείψεων, υπηρεσιακής αδιαφορίας και υποβάθμισης ενός περιστατικού ενδοοικογενειακής βίας, το οποίο «με πιθανότητα που εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας» θα μπορούσε να είχε αποτραπεί, η εισαγγελέας Θεοδώρα Μπιμπίκου ζητάει την παραπομπή τεσσάρων αστυνομικών σε δίκη για τη δολοφονία της Κυριακής Γρίβα από τον πρώην σύντροφό της έξω από το αστυνομικό τμήμα Αγίων Αναργύρων τον Απρίλιο του 2024. Στην 75 σελίδων πρότασή της, η εισαγγελέας αποδίδει στους τέσσερις αστυνομικούς το αδίκημα της θανατηφόρου έκθεσης από υπόχρεο διά παραλείψεως, υποστηρίζοντας ότι η 28χρονη γυναίκα αναζήτησε προστασία σε ένα χώρο που «αποτελεί εγγύηση της ασφάλειας των πολιτών που καταφεύγουν σε αυτόν», χωρίς όμως να τη λάβει ποτέ.

Η περιγραφή των γεγονότων είναι αποκαλυπτική. Η Κυριακή Γρίβα μετέβη στο αστυνομικό τμήμα φοβούμενη για τη ζωή της, αναφέροντας ότι ο πρώην σύντροφός της βρισκόταν έξω από το σπίτι της και την περίμενε. Ζήτησε αστυνομική συνοδεία και διάθεση περιπολικού προκειμένου να επιστρέψει με ασφάλεια στην οικία της. Κατά την εισαγγελική κρίση, όμως, οι αστυνομικοί «δεν ενήργησαν κατά τα ανωτέρω, ως όφειλαν», ενώ εμφανίζονται να της ζήτησαν ακόμη και παράβολο για την υποβολή μήνυσης.

Η εισαγγελέας επισημαίνει ότι δεν καταγράφηκαν ούτε τα βασικά στοιχεία της παθούσας και του πρώην συντρόφου της ούτε ελήφθη ιστορικό της υπόθεσης ώστε να αξιολογηθεί το επίπεδο επικινδυνότητας. Αντιθέτως, «το περιστατικό εξαρχής υποβαθμίστηκε», ενώ η παθούσα ρωτήθηκε μόνο «εάν είχε απειληθεί από τον πρώην σύντροφό της την ίδια ή την προηγούμενη ημέρα» και αν επιθυμούσε να υποβάλει μήνυση, παρότι «για το συγκεκριμένο αδίκημα της ενδοοικογενειακής απειλής προβλέπεται αυτεπάγγελτη δίωξη».

Κατά την εισαγγελική κρίση, οι δύο κατηγορούμενες (αξιωματικός βάρδιας και επόπτρια) όφειλαν να ενεργοποιήσουν αμέσως τη διαδικασία προστασίας θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, να ζητήσουν τη μετάβαση περιπολικού, να διατάξουν τον εντοπισμό και την προσαγωγή του δράστη και να μεριμνήσουν για την ασφαλή μεταφορά της παθούσας στην οικία της. Ωστόσο, «δεν προέβησαν στις προβλεπόμενες εκ του νόμου και των εσωτερικών διαταγών του αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. ενέργειες», ενώ δεν ενημέρωσαν καν την Κυριακή Γρίβα για τα δικαιώματα και τις δυνατότητες προστασίας που διέθετε, ούτε της πρότειναν την εγκατάσταση της εφαρμογής panic button.

Η εισαγγελέας επισημαίνει ότι δεν καταγράφηκαν ούτε τα βασικά στοιχεία της παθούσας και του πρώην συντρόφου της ούτε ελήφθη ιστορικό της υπόθεσης.

Για τον σκοπό του αστυνομικού τμήματος, η εισαγγελέας υποστηρίζει ότι, ενώ γνώριζε πως η Κυριακή Γρίβα είχε προσέλθει στο τμήμα «φοβούμενη για τη σωματική της ακεραιότητα» και ζητώντας προστασία, δεν βρισκόταν, όπως όφειλε, «εκτός του φυλακίου» και σε κατάσταση διαρκούς επιφυλακής. Στην πρόταση σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος «δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως» τον δράστη να πλησιάζει πεζή κρατώντας μαχαίρι, ούτε αντέδρασε αμέσως όταν ξεκίνησε η επίθεση, παρότι αυτή εκτυλισσόταν σε απόσταση μόλις λίγων μέτρων από τη σκοπιά. Μάλιστα, η εισαγγελέας επικαλείται την εσωτερική διαταγή του Α.Τ. Αγίων Αναργύρων, σύμφωνα με την οποία ο σκοπός οφείλει να βρίσκεται «συνεχώς ανήσυχος, προσηλωμένος στα καθήκοντά του και σε διαρκή ετοιμότητα και εγρήγορση». Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στο γεγονός ότι, ακόμη και όταν ο αστυνομικός εξήλθε από το φυλάκιο, δεν προέβη σε «έγκαιρες και δραστικές ενέργειες αφοπλισμού του δράστη», με αποτέλεσμα εκείνος να συνεχίσει την επίθεση και να καταφέρει αλλεπάλληλα χτυπήματα στην Κυριακή Γρίβα.

Ο τηλεφωνητής

«Καταπέλτης» είναι η εισαγγελέας και για τον τηλεφωνητή της Aμεσης Δράσης, στον οποίο η 28χρονη κοπέλα δήλωσε ξεκάθαρα ότι φοβόταν να επιστρέψει σπίτι της επειδή ο πρώην σύντροφός της την περίμενε έξω από αυτό. Παρ’ όλα αυτά, ο κατηγορούμενος φέρεται να μην αξιολόγησε το περιστατικό ως επείγον συμβάν ενδοοικογενειακής βίας και να μην προώθησε αμέσως την αποστολή περιπολικού. Η εισαγγελέας καταγράφει και τη φράση «το περιπολικό δεν είναι ταξί», η οποία αποδίδεται στον τηλεφωνητή, επισημαίνοντας ότι, παρά τις σαφείς αναφορές της παθούσας πως φοβόταν ότι ο πρώην σύντροφός της «θα τη χτυπήσει» ή θα κινηθεί εκδικητικά, εκείνος δεν ζήτησε ούτε τα πλήρη στοιχεία ούτε την περιγραφή του δράστη ώστε να κινητοποιηθεί αμέσως αστυνομική δύναμη. Κατά την εισαγγελική πρόταση, ο τηλεφωνητής «ανέλαβε καθήκον προστασίας του συγκεκριμένου θύματος», δημιουργώντας σχέση εμπιστοσύνης με την παθούσα, καθώς της έδωσε την εντύπωση ότι θα αποσταλεί περιπολικό για την προστασία της. Ωστόσο, η βοήθεια αυτή δεν έφτασε ποτέ.

«Ο κίνδυνος πραγματώθηκε με τη θανάτωση αυτής από τον πρώην σύντροφό της», σημειώνεται επανειλημμένως στο κείμενο της πρότασης, η οποία καταλήγει ότι οι παραλείψεις των κατηγορουμένων «συνδέονται αιτιωδώς με την προσβολή τελικά της ζωής της καταγγέλλουσας», αφού, εάν είχαν γίνει οι προβλεπόμενες ενέργειες, «με πιθανότητα που εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα δεν θα επερχόταν».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT