Την ίδια περίοδο που η Εθνική Βιβλιοθήκη ετοιμάζεται να εγκατασταθεί στο Κέντρο Πολιτισμού στο Φάληρο, μια άλλη βιβλιοθήκη, πολύ μικρότερη σε μέγεθος αλλά πλούσια σε συλλογή, που επίσης χρηματοδοτήθηκε από το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, απέκτησε νέο «σπίτι». Ο λόγος για την καινούργια βιβλιοθήκη της Σχολής Καλών Τεχνών, που εγκαινιάζεται αύριο στην Πειραιώς 256, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλου και άλλων επισήμων.
H βιβλιοθήκη της ΑΣΚΤ είναι η σημαντικότερη στην Ελλάδα από άποψη καλλιτεχνικού περιεχομένου (μεγαλύτερη και από εκείνη της Εθνικής Πινακοθήκης). Από το 1995 στεγαζόταν στις εγκαταστάσεις της σχολής, σε έναν χώρο 630 τ.μ., αλλά από τον περασμένο Νοέμβριο έχει μεταφερθεί σε ένα νέο κτίριο 4.700 τ.μ. «Ηταν αναγκαία η μεταστέγαση. Είχαμε ξεπεράσει κατά πολύ την πληρότητα του χώρου. Δεν ξέρω πώς λειτουργούσαμε, αλλά με έναν μαγικό τρόπο τα καταφέρναμε», δηλώνει η Μαρίνα Κομπολύτη, αναπληρώτρια διευθύντρια της βιβλιοθήκης.
Το κτίριο της καινούργιας βιβλιοθήκης, καθώς και ένα ακόμα, που φιλοξενεί το μεταπτυχιακό πρόγραμμα των εικαστικών, σχεδιάστηκαν από το Atelier 66. Η ανάθεση στους καταξιωμένους αρχιτέκτονες Σουζάνα και Δημήτρη Αντωνακάκη έγινε πριν από περίπου είκοσι χρόνια επί πρυτανείας Χρόνη Μπότσογλου (η απόφαση να προκηρυχθεί αρχιτεκτονικός διαγωνισμός ανήκει στον πρώην πρύτανη Νίκο Κεσσανλή). Οι οικοδομικές εργασίες ξεκίνησαν το 2003, αλλά ολοκληρώθηκαν το 2012, επειδή στα έγκατα της γης βρέθηκε ένας αρχαίος ληνός (τμήμα από το πατητήρι σταφυλιών διασώζεται στο υπόγειο της βιβλιοθήκης). Και τα δύο οικοδομήματα –η κατασκευή των οποίων κόστισε 8 εκατομμύρια ευρώ– βρίσκονται μέσα στο οικόπεδο της σχολής, ανάμεσα στα γοητευτικά απομεινάρια του παλιού εργοστασίου Ελληνικά Υφαντήρια Συκιαρίδη.
Ομως ο σχεδιασμός του εσωτερικού της βιβλιοθήκης ανήκει σε διαφορετικό αρχιτέκτονα. Το σχέδιο της μετεγκατάστασης ανατέθηκε στο γραφείο του Διονύση Σοτοβίκη, ενός νέου χαρισματικού αρχιτέκτονα, που το 2015 ολοκλήρωσε την ανακατασκευή του ξενοδοχείου In[n]Athens στην οδό Φιλελλήνων. Το συγκεκριμένο έργο διήρκεσε έξι μήνες. «Λόγω μειωμένου χρόνου και περιορισμένου μπάτζετ, δεν κάναμε εισαγωγή επίπλων. Η δική μας πρόταση ήταν να κατασκευάσουμε και να εγκαταστήσουμε μόνοι μας τα έπιπλα», τονίζει ο Διονύσης Σοτοβίκης. Το αποτελέσμα είναι αξιοπρόσεκτο. Δεν υπάρχει άλλη βιβλιοθήκη, τουλάχιστον πανεπιστημιακή, με τόσο ιδιαίτερο ντιζάιν. «Η ιδέα ήταν να σχεδιαστούν τα διαφορετικά αντικείμενα με τέτοιο τρόπο, ώστε να “κουμπώνουν” στην υπάρχουσα δομή. Προσπαθήσαμε αρκετά ώστε να μην έρθουμε σε πλήρη αντίθεση με την αισθητική του κτιρίου, ούτε να μας καταπιεί η αρχιτεκτονική των συναδέλφων μας. Αυτό ήταν μια πρόκληση», προσθέτει ο νέος αρχιτέκτονας.
Μέσα στη βιβλιοθήκη έχουν τοποθετηθεί πολύ ψηλά βιβλιοστάσια (το ύψος ορισμένων από αυτά, σε σχήμα σταυρού, φτάνει τα 4 μέτρα). «Θέλαμε να αναπνεύσει ο χώρος, αλλά ταυτόχρονα να τονιστεί το μεγάλο του ύψος», λέει ο Διονύσης, που πιστεύει ότι η αρχιτεκτονική αυτή δουλειά «διαβάζεται» καλύτερα από πάνω, σαν «κάτοψη». Αν ανεβείτε στο τελευταίο επίπεδο της βιβλιοθήκης, μπορείτε να δείτε τα διαφορετικά επίπεδα και πώς αυτά συνδιαλέγονται μεταξύ τους. «Θέλαμε να δημιουργείται μια εναλλαγή στον χώρο. Να προκαλείται διαφορετική ατμόσφαιρα ανάμεσα στα μελετητήρια. Ηθελα να φτιάξω μια βιβλιοθήκη που μπορείς να την οικειοποιηθείς και ταυτόχρονα να την εξερευνήσεις».
Ο νέος τόπος για τα βιβλία θυμίζει μια σύνθεση arte povera, με τα τρία βασικά υλικά που κυριαρχούν να είναι ο σίδηρος, η πέτρα και το ξύλο. Μερικά από τα αντικείμενα ντιζάιν που ξεχωρίζουν είναι: μια σιδερένια καρέκλα σε σχήμα ζιγκ ζαγκ, που στην άκρη του έχει τοποθετηθεί ένα κιονόκρανο για αντίβαρο, το τραπέζι συνεδριάσεων με τη γυάλινη επιφάνεια, που χρησιμεύει επίσης σαν προθήκη, το χαμηλό σιδερένιο τραπέζι καθιστικού, που πάνω του έχει έναν μαρμάρινο πάγκο κοπής, ένα ανάκλιντρο με ένα κομμάτι γκρι μαρμάρου, που θυμίζει άγριο βράχο στην άκρη μιας παραλίας.
«Τα υλικά αποπνέουν μια πνευματικότητα. Γίνεται ένας διάλογος μεταξύ της φύσης και της γνώσης. Το ένα αντικείμενο στηρίζει το άλλο, με τον ίδιο τρόπο που τα βιβλία ακουμπούν στους μαρμάρινους βιβλιοστάτες», υπογραμμίζει ο αρχιτέκτονας, ο οποίος λέει ότι ο σχεδιασμός της βιβλιοθήκης στηρίχτηκε σε μια βιβλιοθηκονομική μελέτη που είχε προηγηθεί. Να σημειώσουμε ότι στο βάθος του νέου κτιρίου υπάρχει και ένα αμφιθέατρο 80 θέσεων, το οποίο θα χρησιμεύει για μαθήματα, ομιλίες, βιβλιοπαρουσιάσεις και άλλες εκδηλώσεις.
Εχω επισκεφτεί πολλές φορές τη βιβλιοθήκη και οφείλω να πω ότι πάντα έμεινα ευχαριστημένη από τις υπηρεσίες της. Η συλλογή της περιλαμβάνει 64.000 τόμους βιβλίων τέχνης, 5.000 τόμους οπτικοακουστικού υλικού και μια συλλογή πολύτιμων, στην οποία πρωταγωνιστούν τα cahiers d’ art (1926-1960) και περίπου 500 χαρακτικά. Επίσης έχει 65 ενεργούς τίτλους περιοδικών – μεταξύ αυτών το Domus, το Frieze, το Wired και το Juxtapoz.
Για δύο μήνες η βιβλιοθήκη παρέμεινε κλειστή, προκειμένου να ολοκληρωθεί το έργο της μεταστέγασης. «Βρισκόμαστε ακόμη σε διάστημα προσαρμογής. Τα σχόλια, πάντως, που δεχόμαστε μέχρι στιγμής από το κοινό είναι θετικά», σχολιάζει η Μαρίνα Κομπολύτη, η οποία δουλεύει είκοσι δύο χρόνια ως βιβλιοθηκονόμος της ΑΣΚΤ.
Οι λειτουργικοί χώροι της βιβλιοθήκης αγγίζουν σήμερα τα 2.000 τ.μ. Τους ελέγχουν τέσσερις βιβλιοθηκονόμοι. «Η ανέγερση κτιρίων δημοσίου χαρακτήρα μέσα στην κρίση φέρνει τη χαρά του επιτεύγματος. Υπάρχει η περαιτέρω μέριμνα για τη στελέχωση της βιβλιοθήκης», δηλώνει ο σημερινός πρύτανης Πάνος Χαραλάμπους, ο οποίος ευελπιστεί η νέα βιβλιοθήκη να αποτελέσει εστία πολιτισμού. Ποια είναι η γνώμη όμως τον φοιτητών γι’ αυτήν; «Για τα γούστα μου είναι overdesigned. Χάνει από τη ζεστασιά της προηγούμενης βιβλιοθήκης. Αλλά έτσι είναι η εποχή μας. Η εικόνα και η αισθητική υπερισχύουν της λειτουργικότητας. Μπορεί τα καθίσματα να είναι ωραία στην εμφάνιση, αλλά δεν ξέρω πώς είναι να κάθεσαι εκεί πολλές ώρες. Θα φανεί στην πορεία», σχολιάζει ο Νεκτάριος Παππάς, φοιτητής στο τρίτο έτος της σχολής. Και συμπληρώνει: «Αυτό που λείπει τώρα είναι να στελεχώσουν τη βιβλιοθήκη. Παλιά παρέμενε ανοιχτή μέχρι τις 7 το απόγευμα, τώρα λειτουργεί μέχρι τις 3 το μεσημέρι».
Μπορεί σήμερα να υπάρχει ακόμη η μυρωδιά του καινούργιου, αλλά η νέα βιβλιοθήκη εκπέμπει δυναμισμό και στυλ. Και αναμφίβολα θα αλλάξει τη σχέση μας με τη γνώση, με τον κόσμο και αλλά και με την ίδια την τέχνη.
