Αθήνα – Βερολίνο και η λογική στη μέση

3' 3" χρόνος ανάγνωσης

Ενενήντα τρία χρόνια μετά το οδοιπορικό τού επί χρόνια συντάκτη της ιστορικής Frankfurter Zeitung Μπέρναρντ Γκούτμαν στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, το πλέον οξυδερκές και πραγματικά φιλελληνικό κείμενο που γράφτηκε ποτέ από Γερμανό στον 20ό αιώνα, καθώς αγνοείται επιδεικτικά από Ελληνες και Γερμανούς, η κατάσταση δεν φαίνεται να έχει εμφανίσει ουσιαστική βελτίωση. Χάρις στο αντιαισθητικό εξώφυλλο του Focus, με το οποίο ουσιαστικά ξεκίνησε ο «αστραπιαίος πόλεμος» (Blitzkrieg) των κλισέ, των στερεοτύπων και των προκαταλήψεων ένθεν κακείθεν, οι δύο χώρες επιδόθηκαν σε μια ανηλεή μάχη εντυπώσεων, σε όλες σχεδόν τις επικοινωνιακές πλατφόρμες και εκδοχές, γεγονός που λειτούργησε καταλυτικά στην εξέλιξη της «ελληνικής κρίσης», και οξύνθηκε το τελευταίο διάστημα με αφορμή το ζήτημα των πολεμικών αποζημιώσεων.

Για όσους είχαν την τύχη να ζήσουν, άλλοι να εργαστούν και άλλοι (προνομιούχοι) να σπουδάσουν στη Γερμανία, πριν και μετά τη «γερμανική ενοποίηση», αυτή η ελληνογερμανική σύγκρουση δεν έχει ούτε προηγούμενο ούτε νόημα. Εχει όμως βαθιές ρίζες στην ιστορία των δύο χωρών και κοινωνιών. Ενας «λάθος» φιλελληνισμός, που κινείται ανάμεσα στον ρομαντικό ιδεαλισμό του Βίνκελμαν, τον ακραίο βιταλισμό του καζαντζακικού (μετα-)Ζορμπά και την τουριστική-φολκλορική θεώρηση, σε συνδυασμό με έναν «αντιγερμανισμό», που εγκλωβίζεται (σκόπιμα;) στη Βαυαροκρατία και, μετέπειτα, στον πόλεμο και την Κατοχή, δηλητηριάζει σταθερά τις «επικίνδυνες σχέσεις», ακυρώνοντας κάθε προσπάθεια ουσιαστικού διαλόγου, ειδικά στην κρισιμότερη περίοδο της χώρας, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, αλλά και ευρύτερα των ελληνογερμανικών σχέσεων.

Επάλληλες διαδρομές

Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς την πλήρη αδυναμία (Ohnmacht) που αισθάνεται κανείς μπροστά σ’ αυτές τις αρνητικές εξελίξεις. Ζώντας ανάμεσα στις δύο χώρες, έχει κανείς την αίσθηση πως είναι «προδότης για τη Σπάρτη, για τους είλωτες Σπαρτιάτης» (Αρης Αλεξάνδρου). Κάτι ανάλογο περιέγραψε πρόσφατα και ο Γιώργος Παππάς, ο ανταποκριτής της δημόσιας τηλεόρασης στο Βερολίνο, στη Süddeutsche Zeitung. Επιστρέφουμε, χωρίς τη θέλησή μας, στην κατάσταση του παλιννοστούντος, όπως αποτυπώθηκε μοναδικά στη «Φωτογραφία» του Νίκου Παπατάκη, και κινούμαστε σε διασταυρούμενα πυρά. Καταφεύγουμε στους σύγχρονους κλασικούς της γερμανόφωνης και νεοελληνικής λογοτεχνίας: στον Γκρας («Λόγος εναντίον της συνήθειας», Ινστιτούτο Γκαίτε, Μάρτιος 1972), στον Φρις («Homo Faber»), στον Χάντκε (που, μεταφράζοντας επιτόπου τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ», περιδιαβαίνει την αρχαία τοποθεσία, σημειώνοντας στον χάρτη της πόλης στα ελληνικά «πού εστίν η Ακρόπολις;»), στον Ντίρενματ («Ελληνας αναζητεί Ελληνίδα»), στον Χατζή («Το διπλό βιβλίο»), στον Βασιλικό («Το μαγνητόφωνο»), στον αείμνηστο Σχινά της Deutsche Welle, όπως οι φιλέλληνες Ευρωπαίοι απευθύνονταν στα αρχαία ερείπια, απαγγέλλοντας στίχους από την «Οδύσσεια» με ερασμιακή προφορά, κι άκρη δεν βγάζουμε μέσα σ’ αυτή την ομαδική παράνοια.

Λάθος αφετηρίες

Αν η Ιστορία διαμόρφωσε αμετάκλητα το παρελθόν, δεν σημαίνει πως αυτή η σύμβαση πρέπει να δεσμεύει ανέκκλητα και το μέλλον. Αυτό είναι και το μήνυμα μιας ενιαίας ευρωπαϊκής προοπτικής (στα όρια του εφικτού), κι αυτό το περιεχόμενο απεμπολεί συνειδητά η Ελλάδα, με την αλλοπρόσαλλη στάση της απέναντι στους Ευρωπαίους και Γερμανούς πρωτίστως εταίρους. Στο αδιέξοδο αυτό οδηγείται η χώρα αναπαράγοντας μια εικόνα της Γερμανίας που στηρίζεται κυρίως στη μνησικακία (Ressentiments), συχνά συνεπικουρούμενη από μια ανάλογα εσφαλμένη εικόνα των Γερμανών για την Ελλάδα, αλλά και από ατυχείς επικοινωνιακούς-μιντιακούς χειρισμούς (εξώφυλλο Focus, ο Σόιμπλε ως Γερμανός αξιωματικός και με περιβραχιόνιο με τον αγκυλωτό σταυρό κ.ά.) που αγγίζουν τα όρια της υπεροψίας και της αδιαφορίας, αλλά και της αισθητικής. Αντί διαλόγου, σύγκρουση, αντί συνεννόησης, αντιπαράθεση, αντί συναίνεσης, διαφωνία: η κατανόηση ήταν πάντα θέμα γνώσης και διαφέροντος. Η Γερμανία δεν είναι αυτό που ήταν. Το ίδιο όμως και η Ελλάδα. Η «ελληνική κρίση» απέδειξε πως ήταν κάτι πολύ περισσότερο από αδυναμία αποπληρωμής χρεών: είναι κρίση αξιών σε βάθος χρόνου. Είναι η απροθυμία του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος και μεγάλου τμήματος του λαού να αποδεχθεί τους κανόνες του ευρωπαϊκού παιγνιδιού και να ανταποκριθεί ουσιαστικά στην ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Ταυτόχρονα, αναδείχθηκε και η ανεπάρκεια των ΜΜΕ και των πολιτιστικών πυλώνων, σε Ελλάδα και Γερμανία, να αποτρέψουν αυτή την ισορροπία τρόμου. Ενας μονόδρομος χωρίς επιστροφή.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT