Μια «βεντάλια από φωτιά» είχε κυκλώσει την παραλία στο δάσος της Πρέβελης και κατέβαινε προς τη θάλασσα απειλώντας τη ζωή περίπου 60 ατόμων που είχαν βρεθεί εκεί το πρωί της Πέμπτης για να κάνουν το μπάνιο τους και να απολαύσουν τη μοναδική ομορφιά του τοπίου, τον ποταμό Κουρταλιώτη που χύνεται στο Λιβυκό πέλαγος και τους φοίνικες του Θεόφραστου.

Αυτοί οι άνθρωποι, στην πλειονότητά τους Ελληνες και Βέλγοι, ήταν τρομαγμένοι γιατί ήξεραν ότι ο μόνος τρόπος διαφυγής ήταν από τη θάλασσα. Τότε είδαν ένα φουσκωτό να πλησιάζει την ακτή. Σε αυτό επέβαιναν ο Τάσος Τσάνας, ο Βασίλης Βογιατζής (αριστερά) και ο γιος του, Γιάννης.
Με πολύωρη προσπάθεια και κόντρα στις κακές καιρικές συνθήκες, κατάφεραν να τους μεταφέρουν όλους με ασφάλεια στα σκάφη του λιμενικού που βρίσκονταν στα ανοιχτά.
«Δεν υπήρχε δίοδος από πουθενά για να φύγουν. Αν δεν καταφέρναμε να πλησιάσουμε θα καίγονταν ή θα πνίγονταν από τους καπνούς», λέει στην «Κ» ο Βασίλης Βογιατζής.
Ο κ. Βογιατζής είναι δύτης και ιδιοκτήτης σκάφους στον Πλακιά. Ο Τάσος Τσάνας είναι συνάδελφος και φίλος του. Οταν τους τηλεφώνησαν από το λιμεναρχείο για να τους ζητήσουν να πάνε με το φουσκωτό στην Πρέβελη και να ξεκινήσουν την επιχείρηση διάσωσης δεν δίστασαν παρά τις δυσκολίες που υπήρχαν. «Κληθήκαμε για μια δύσκολη περίπτωση. Μας είπαν ότι υπάρχουν εγκλωβισμένοι και ότι η φωτιά κατεβαίνει προς την παραλία. Οι καιρικές συνθήκες ήταν πάρα πολύ άσχημες. Μιλάμε για ανέμους έντασης τουλάχιστον 10 μποφόρ και για ριπές που έφταναν τα 120 – 130 χιλιόμετρα την ώρα», λέει ο κ. Βογιατζής.


Ο Τάσος Τσάνας λέει στην «Κ» ότι η φωτιά δεν είχε φτάσει στην παραλία, αλλά όσοι βρίσκονταν εκεί έβλεπαν τις φλόγες. «Επικρατούσε πανικός και δεν ήταν μόνο για τη φωτιά που κατέβαινε, αλλά και για τους καπνούς που είχαν αρχίσει να τους ενοχλούν. Οι περισσότεροι ήταν Ελληνες και υπήρχε ένα γκρουπ Βέλγων οι οποίοι είχαν πάει στην παραλία με πούλμαν και δεν μπορούσαν να επιστρέψουν σε αυτό λόγω της φωτιάς. Ο ξεναγός τους προσπαθούσε απεγνωσμένα να τους συγκεντρώσει για να κάνει καταμέτρηση».
Με δυσκολία, το φουσκωτό έφτασε στην παραλία και άρχισε να επιβιβάζει τον κόσμο που βρισκόταν στην παραλία. Χρειάστηκαν αρκετές διαδρομές για τη μεταφορά τους, λέει ο Γιάννης. «Τους βάζαμε στο φουσκωτό και τους πηγαίναμε στα σκάφη του λιμενικού που τους μετέφεραν στην Αγία Γαλήνη», προσθέτει ο κ. Τσάνας.
Οπως λέει ο κ. Βογιατζής, δεν ήταν όλοι αποφασισμένοι να φύγουν. Κάποιοι ήθελαν να μείνουν για να προστατεύσουν τις περιουσίες τους. «Ηταν περίπου 10 άτομα, μεταξύ των οποίων και οι ιδιοκτήτες της καντίνας που υπάρχει στην παραλία. Η εμπειρία μου έλεγε ότι μπορούσαμε να περιμένουμε λίγο για να πάρουμε και τους τελευταίους πριν φτάσει η φωτιά στην παραλία», διηγείται.
Ωστόσο, ύστερα από περίπου δύο ώρες δεν υπήρχαν άλλα χρονικά περιθώρια. «Οταν το απόγευμα η φωτιά μπήκε για τα καλά στο φοινικόδασος τους βάλαμε στο φουσκωτό και φύγαμε. Εκείνη τη στιγμή δεν βλέπαμε σχεδόν τίποτα λόγω της κάπνας και της φωτιάς. Τους σώσαμε όλους. Νομίζω ότι αν δεν καταφέρναμε να φτάσουμε θα αντιμετωπίζαμε μια μεγάλη τραγωδία».

