ΤΟΡΟΝΤΟ. Την ολοκλήρωση μιας αρχιερατείας που διήρκεσε περισσότερο από μισό αιώνα σηματοδοτεί η παραίτηση του Αρχιεπισκόπου Καναδά Σωτηρίου, ο οποίος, στην τελευταία δημόσια ομιλία του πριν από την αποχώρησή του, απέφυγε έναν θριαμβευτικό απολογισμό και επέλεξε να μιλήσει για την ευθύνη της διαδοχής, την προσευχή και το μέλλον της Εκκλησίας και του Ελληνισμού στη χώρα.
Ο 90χρονος ιεράρχης θα υποβάλει και εγγράφως την παραίτησή του στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο αύριο Τρίτη 21 Ιουλίου. Η υπόθεση αναμένεται να τεθεί ενώπιον της Αγίας και Ιεράς Συνόδου, η οποία αναμένεται να συνεδριάσει την Τετάρτη, 22 Ιουλίου. Εως την ολοκλήρωση της συνοδικής διαδικασίας, η διαδοχή του παραμένει αναπάντητο ερώτημα καθώς δεν έχει διαρρεύσει καμία πληροφορία μέχρι στιγμής. «Τώρα ήρθε ο καιρός να παραδώσω τη σκυτάλη και την αρμοδιότητά μου σε κάποιον άλλον για να συνεχίσει το έργο μου», ανέφερε ο Αρχιεπίσκοπος, χαρακτηρίζοντας την απόφασή του συνειδητή και απαλλαγμένη από προσωπική πικρία.
«Το κάνω αυτό χωρίς καμία λύπη, χωρίς κανέναν πόνο, διότι πιστεύω ότι προσπάθησα να κάνω αυτό που ήθελα και έπρεπε να κάνω. Αν πέτυχα ή δεν πέτυχα, δεν θα το κρίνω εγώ. Θα το κρίνει ο Θεός», είπε.

Η διατύπωση αυτή έδωσε το στίγμα της ομιλίας του. Αντί να απαριθμήσει έργα ή να υπερασπιστεί επιλογές της πολυετούς διοίκησής του, ο κ. Σωτήριος παρέπεμψε την τελική αποτίμηση της διακονίας του στη θεία κρίση και επικεντρώθηκε σε δύο σκέψεις που, όπως είπε, τον απασχολούν κατά την αποχώρησή του.
Η προσευχή για τον διάδοχο
Η πρώτη αφορούσε τον άνθρωπο που θα αναλάβει την ηγεσία της Ελληνορθόδοξης Αρχιεπισκοπής Καναδά λέγοντας: «Προσεύχομαι αυτός που θα με διαδεχθεί να είναι άνθρωπος του Θεού και να δώσει τον εαυτό του στην υπηρεσία της Εκκλησίας του Καναδά».
Ο Αρχιεπίσκοπος δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ποιος θα είναι ο διάδοχός του και ότι δεν επιχείρησε να πληροφορηθεί το περιεχόμενο των σχετικών εκκλησιαστικών διεργασιών.
«Δεν προσπάθησα να μάθω. Δεν άφησα την περιέργεια να με κυριεύσει. Προσεύχομαι για εκείνον και θα προσεύχομαι», είπε, αποφεύγοντας οποιαδήποτε αναφορά σε πρόσωπα ή υποψηφιότητες.
Η στάση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μία περίοδο κατά την οποία η συζήτηση γύρω από την επόμενη ημέρα της Αρχιεπισκοπής έχει ενταθεί. Ο ίδιος, ωστόσο, επέλεξε να προσδιορίσει τα χαρακτηριστικά που θεωρεί αναγκαία για τον νέο Αρχιεπίσκοπο, χωρίς να παρέμβει δημοσίως στη διαδικασία επιλογής του.
Η πρόθεσή του να παραιτηθεί είχε ήδη συζητηθεί με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην Κωνσταντινούπολη. Στις 7 Ιουλίου, κατά τη διάρκεια Θείας Λειτουργίας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης αναφέρθηκε δημοσίως στην επικείμενη παραίτηση και εξήρε την υπερπεντηκονταετή διακονία του κ. Σωτηρίου προς τη Μητέρα Εκκλησία, τους ορθόδοξους πιστούς και την ελληνική κοινότητα του Καναδά.
«Υπάρχει δρόμος μπροστά μας»
Η δεύτερη σκέψη του Αρχιεπισκόπου αφορούσε την πορεία της Εκκλησίας στον Καναδά και τις εκκρεμότητες που, κατά την εκτίμησή του, παραμένουν ανοικτές.
«Σκέφτομαι τον Καναδά: από πού αρχίσαμε, από πού ξεκινήσαμε, πού είμαστε και πού πρέπει να πάμε», είπε. «Πιστεύω ότι έχουμε κάνει αρκετή πρόοδο, όχι, όμως, κάτι που να είναι τέλειο. Υπάρχει δρόμος μπροστά μας που πρέπει να συνεχίσουμε».
Ο κατά κόσμον Σωτήριος Αθανασούλας γεννήθηκε το 1936 στα Λεπιανά Αρτας. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ.
Χειροτονήθηκε διάκονος στις 17 Ιουλίου 1962 και πρεσβύτερος την επομένη, υπηρετώντας έκτοτε στον Καναδά. Εξελέγη επίσκοπος τον Δεκέμβριο του 1973 και χειροτονήθηκε στις 27 Ιανουαρίου 1974. Το 1996 ανυψώθηκε σε μητροπολίτη Τορόντο και έξαρχο παντός Καναδά, ενώ το 2019 έλαβε τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου Καναδά, μετά την αναβάθμιση της Μητρόπολης σε Αρχιεπισκοπή.
Οταν ανέλαβε τα αρχιερατικά του καθήκοντα, στον Καναδά υπήρχαν 22 ελληνορθόδοξες ενορίες, αριθμός που, σύμφωνα με το επίσημο βιογραφικό του, αυξήθηκε στις 75. Με την περίοδο της ποιμαντορίας του συνδέθηκαν, μεταξύ άλλων, η δημιουργία κοινωνικών υπηρεσιών, προγραμμάτων προσωρινής στέγασης αστέγων, εκπαιδευτικών δομών, σχολής βυζαντινής μουσικής, μοναστηριών και της Ορθόδοξης Θεολογικής Ακαδημίας του Τορόντο.
Η μακρά παραμονή του στην ηγεσία της Εκκλησίας στον Καναδά ταύτισε σε μεγάλο βαθμό το πρόσωπό του με τη θεσμική ανάπτυξή της. Η αποχώρησή του, συνεπώς, δεν αποτελεί απλώς αλλαγή προσώπου, αλλά κλείνει μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική διασπορά μετασχηματίστηκε εκκλησιαστικά σε οργανωμένη και πολυγενεακή ομογένεια.
Η αποχώρηση στην προσευχή
Για τη δική του ζωή μετά την παραίτηση, ο Αρχιεπίσκοπος δήλωσε ότι δεν προτίθεται να διατηρήσει ενεργό διοικητικό ρόλο.
«Εγώ, βέβαια, θα καθίσω στην άκρη, για να αφιερώσω τον εαυτό μου σε ένα πράγμα: στην προσευχή», είπε.
Οπως εξήγησε, θα προσεύχεται αρχικά «για τη συγχώρεση των αμαρτιών» του και για να ζητήσει από τον Θεό να τον δεχθεί στο Βασίλειό Του «ως έναν εκ των τελευταίων». Η δεύτερη προσευχή του, πρόσθεσε, θα αφορά «την πρόοδο του καθενός» και το μέλλον της Εκκλησίας και του Ελληνισμού στον Καναδά.
Ο προσωπικός τόνος της ομιλίας κορυφώθηκε όταν απευθύνθηκε άμεσα προς το ποίμνιό του.
«Σας αγαπώ και με αγαπάτε. Σας ξέρω και με ξέρετε», ανέφερε. «Εάν πραγματικά με αγαπάτε, προσπαθήστε να γίνει ό,τι καλύτερο για την Εκκλησία μας στον Καναδά».
Εκκλησία και Ελληνισμός
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η αναφορά του στη σχέση της Εκκλησίας με τη διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας στη Διασπορά.
«Ο Ελληνισμός στον Καναδά θα προχωρήσει μόνο διαμέσου της Εκκλησίας. Δεν θα μείνει τίποτε άλλο. Να το κρατήσετε αυτό στον νου σας», είπε.
Με την κατηγορηματική αυτή διατύπωση ο Αρχιεπίσκοπος εξέφρασε τη δική του εκκλησιοκεντρική αντίληψη για τη συνέχεια του Ελληνισμού στον Καναδά. Πρόκειται για θέση που χαρακτήρισε την ποιμαντική του προσέγγιση, χωρίς να αναιρεί το γεγονός ότι η σημερινή ελληνοκαναδική κοινότητα εκφράζεται επίσης μέσα από κοσμικούς, εκπαιδευτικούς, πολιτιστικούς και κοινωνικούς θεσμούς.
Η επόμενη ηγεσία θα κληθεί να αντιμετωπίσει το ζήτημα της συνέχειας σε ένα περιβάλλον διαφορετικό από εκείνο του 1974: με την πρώτη γενιά των μεταναστών να υποχωρεί αριθμητικά, τις νεότερες γενιές να έχουν διαφορετική σχέση με την ελληνική γλώσσα και την εκκλησιαστική ζωή και τις κοινότητες να αναζητούν νέους τρόπους συμμετοχής και εκπροσώπησης.
Ο κ. Σωτήριος έκλεισε την τελευταία του παράκληση με έκκληση για ενότητα, χωρίς αναφορές στις αντιθέσεις και στις εντάσεις που κατά καιρούς σημάδεψαν την εκκλησιαστική και κοινοτική ζωή.
«Ολοι είμαστε άνθρωποι του Θεού. Δεν έχουμε καμία διαφορά. Δεν έχουμε τίποτα να μας χωρίζει», είπε. «Να εργαστούμε εν ειρήνη, όλοι μαζί, για την πρόοδο όλων μας».

