Ποτέ δεν κλείνει τέτοιο τραύμα

Οκτώ χρόνια μετά την τραγωδία στο Μάτι, που άφησε πίσω 104 νεκρούς, συγγενείς θυμάτων και επιζώντες συνεχίζουν να παλεύουν με τις εφιαλτικές μνήμες και τις δυσβάσταχτες απώλειες

7' 21" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ξεκίνησα πριν από δύο μήνες γράφοντας έναν κατάλογο με τα 104 ονόματα των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους από την καταστροφική πυρκαγιά της 23ης Ιουλίου 2018. Αρχικά έβαλα τα ονόματα αλφαβητικά, αλλά στη συνέχεια άλλαξα τη σειρά και έβαλα μαζί τα 47 μέλη των 16 οικογενειών. Δίπλα σε κάθε όνομα είχα σημειώσει ένα τηλέφωνο επικοινωνίας κάποιου συγγενούς που έπρεπε να καλέσω για να ζητήσω μια φωτογραφία του ανθρώπου που έχασαν και τη συγκατάθεσή τους να τη χρησιμοποιήσω για τις ανάγκες ενός κινηματογραφικού ντοκιμαντέρ για το Μάτι. Ολοκληρώνοντας τα τηλεφωνήματα, το ένιωθα έντονα. Μπορεί με τη δικαστική απόφαση του Εφετείου να είχε κλείσει ένας κύκλος της τραγωδίας, για τους ανθρώπους όμως που έχουν μείνει πίσω και ζουν με την απώλεια, το τραύμα είναι ακόμη ανοιχτό. Ανεπούλωτο.

Οπως η γυναίκα που έχασε τους γονείς, τον αδερφό και τον γιο της και με παρέπεμψε στον πρώην σύζυγο και πατέρα του παιδιού για τις φωτογραφίες, γιατί δεν αντέχει από τότε να ανοίξει τα φωτογραφικά άλμπουμ. «Ούτε στο νεκροταφείο δεν μπορώ να πάω. Είμαι εντελώς διαλυμένη», μου είπε. Ή ο γιος που έφτασε αργά εκείνο το βράδυ στο Μάτι αναζητώντας τη μητέρα του. Αντίκρισε στην πιλοτή του σπιτιού ένα απανθρακωμένο σώμα. Δεν ήταν αναγνωρίσιμο, αλλά ήξερε πως ήταν εκείνη από τη βέρα και το δαχτυλίδι που φορούσε στο δεξί της χέρι. Σχεδόν μηχανικά είχε τραβήξει μια φωτογραφία, την οποία μου έστειλε. «Η στιγμή της αναγνώρισης, χαράματα 24/7», μου έγραψε. Δεν ήταν ο μόνος που είχε και θέλησε να μου στείλει μια τέτοια φωτογραφία. Μαζί έστειλε και μία ακόμη φωτογραφία της μητέρας του, λίγες ημέρες νωρίτερα, στα γενέθλιά της. Κοιτούσε τον φακό και χαμογελούσε. «Σας στέλνω αυτή τη φωτογραφία επειδή φαίνεται και το δαχτυλίδι», διευκρίνισε…

Πολλούς έχουν στοιχειώσει οι τελευταίες στιγμές των δικών τους. Το πόσο φοβισμένοι πρέπει να ήταν. Κάποιοι μου διηγήθηκαν το τελευταίο τους τηλεφώνημα. Αλλοι το πώς είχαν προσπαθήσει να φτάσουν –μάταια– κοντά τους για να τους σώσουν. Ή πως ήταν περαστικοί από την περιοχή και η Τροχαία τους έστειλε μέσα στη φωτιά. Υπήρχαν βέβαια και κάποιοι που δεν ήθελαν καν να μιλήσουν. «Σε αυτό το σπίτι δεν μιλάμε για το Μάτι. Σας παρακαλώ, μην καλέσετε ξανά», μου είπε ο σύζυγος της γυναίκας που έχασε στη φωτιά μέλη της οικογενείας της.

Αλλοι μου μίλησαν ξανά για τις ημέρες μετά τη φωτιά, μέχρι να βρεθούν οι αγνοούμενοί τους, και για την ελπίδα πως ίσως τα είχαν καταφέρει. Ενας πατέρας που αναζητούσε τα δίδυμα κορίτσια του και τους γονείς του νόμιζε πως τις είχε αναγνωρίσει σε ένα τηλεοπτικό πλάνο δευτερολέπτων, πάνω σε ένα καΐκι. Βγήκε ο ίδιος στις ειδήσεις, έδωσε το κινητό του και τις επόμενες ημέρες που ζούσε με την αγωνία και τη λαχτάρα, είχε να αντιμετωπίσει και αρρωστημένες φάρσες – με κάποιον να παριστάνει τις κόρες του.

«Δεν θα το αντέξουν»

Για άλλους η περιπέτεια δεν έχει τελειωμό: Μια γυναίκα που είχε εντοπίσει η ίδια τον απανθρακωμένο πατέρα της μέσα στα εγκλωβισμένα αυτοκίνητα το βράδυ της φωτιάς, μου εκμυστηρεύθηκε πως όταν τον Αύγουστο του 2023 χρειάστηκε να γίνει η εκταφή του για να ταφεί στον ίδιο τάφο άλλος συγγενής, διαπίστωσε πως μέσα στο φέρετρο δεν βρισκόταν ο πατέρας της, αλλά ένας άγνωστος άνδρας. Εκτοτε προσπαθεί –και μέχρι σήμερα δεν τα έχει καταφέρει– να γίνει η εκταφή και η ταυτοποίηση της σορού ώστε να βρει πού βρίσκεται ο πατέρας της. Αφού μου έστειλε τη φωτογραφία του, μου έστειλε εκ νέου e-mail στο οποίο έγραφε: «Παρακαλώ πολύ να μη γίνει καμία σύνδεση με το ζήτημα που έχει προκύψει σχετικά με την παράδοση λάθους σορού και ό,τι αυτό συνεπάγεται». Ο λόγος είναι πως δεν το έχει πει ακόμη σε όλα τα μέλη της οικογένειας. «Δεν θα το αντέξουν», μου εξήγησε.

Λάθος σορός – Γυναίκα που είχε εντοπίσει η ίδια τον απανθρακωμένο πατέρα της εκμυστηρεύθηκε πως όταν τον Αύγουστο του 2023 έγινε η εκταφή του για να ταφεί στον ίδιο τάφο άλλος συγγενής, διαπίστωσε πως μέσα στο φέρετρο δεν βρισκόταν ο πατέρας της, αλλά ένας άγνωστος.

«Η Δικαιοσύνη δεν στάθηκε στο ύψος της»

Το δικαστήριο, που διήρκεσε συνολικά τρία χρόνια, ήταν επίσης επώδυνο για όσους κλήθηκαν να καταθέσουν. Hταν σαν να ξαναζούσαν την 23η Ιουλίου. Παραμονές της τελευταίας δικαστικής απόφασης ο Aρης Χερουβείμ, που έχασε στη φωτιά τη μάνα, την αδερφή και τις δύο ανιψιές του, προέβλεπε πως ασχέτως του αποτελέσματος, ο ίδιος θα ένιωθε ανακούφιση και όχι σύνδρομο στέρησης που θεωρούσαν οι δικοί του. Eχοντας μελετήσει σε βάθος τη δικογραφία, δεν είχε χάσει σχεδόν καμία συνεδρίαση. Eνα χρόνο μετά, του έχει μείνει η αίσθηση πως δεν υπήρξε δίκαιη δίκη. «Από την αρχή υπήρχαν αδιάσειστα στοιχεία για τις ευθύνες πολλών σε βαθμό κακουργήματος. O ανακριτής Αθανάσιος Μαρνέρης είχε καταθέσει τρεις φορές αιτήματα για αναβάθμιση της κατηγορίας, αλλά όλα απορρίφθηκαν. Η ελληνική Δικαιοσύνη δεν στάθηκε στο ύψος της», λέει στην «Κ».

Eνα χρόνο μετά την απόφαση, τέσσερις καταδικασθέντες εξακολουθούν να εκτίουν ποινές φυλάκισης. Ο Aρειος Πάγος οριστικοποίησε την ενοχή τους, ωστόσο έκανε εν μέρει δεκτές τις αιτήσεις αναίρεσης τριών εξ αυτών (του τότε αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος Σωτήρη Τερζούδη, του τότε υπαρχηγού Επιχειρήσεων Βασίλη Ματθαιόπουλου και του τότε γενικού γραμματέα Πολιτικής Προστασίας Γιάννη Καπάκη) ως προς την απόρριψη του ελαφρυντικού του σύννομου βίου. Το συγκεκριμένο ζήτημα θα εξεταστεί εκ νέου τον Σεπτέμβριο.

Παράλληλα, αυτά τα χρόνια «έτρεχαν» τα διοικητικά δικαστήρια για τις αποζημιώσεις. Τον πρώτο καιρό, το ελληνικό Δημόσιο ασκούσε εφέσεις στις αποφάσεις. Κατόπιν παρέμβασης του Συλλόγου Συγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών, το ΥΠΟΙΚ και στη συνέχεια η Περιφέρεια και οι δήμοι παραιτήθηκαν από τις εφέσεις. Υπήρχαν όμως άλλα αιτήματα στα οποία το κράτος δεν έχει ανταποκριθεί με τα ίδια αντανακλαστικά. Οπως το αίτημα του Αρη Χερουβείμ που είχε προσπαθήσει –μάταια– να εκπροσωπήσει στο ποινικό δικαστήριο τις ανιψιές του. «Δεν το δέχονταν, καθώς είχαμε τρίτο βαθμό συγγενείας. Στην περίπτωσή μου, όμως, δεν υπήρχε απολύτως κανένας συγγενής, εκτός από εμένα», εξηγεί. Το αίτημά του ήταν απλό: όταν δεν υπάρχει συγγενής μέχρι δευτέρου βαθμού, να μπορεί να εκπροσωπήσει τα θύματα στο ποινικό δικαστήριο ο εγγύτερος συγγενής, ανεξαρτήτως βαθμού. Το ζήτησε ξανά με επιστολή, αφού έληξε το ποινικό δικαστήριο και αυτό γιατί κάποια στιγμή που είχε ακρόαση με υπουργό για να εξηγήσει το θέμα, τον άκουσε εμβρόντητος να σχολιάζει πως ο απώτερος σκοπός του ήταν να πάρει αποζημίωση και για τις ανιψιές του. «Συνολικά πέντε παιδιά θύματα δεν εκπροσωπήθηκαν στο ποινικό δικαστήριο από κανέναν, σαν να μην υπήρξαν ποτέ για την ελληνική πολιτεία (…) Ο λόγος που το κάνω είναι για να μην υποστούν και άλλοι Ελληνες πολίτες ό,τι εγώ, ενώπιον των δικαστηρίων», διευκρίνισε στην επιστολή του προς τον πρωθυπουργό, για την οποία δεν έχει λάβει ακόμη απάντηση.

Επιστολή στον πρωθυπουργό είχε στείλει και η Αθηνά Μουτάφη το 2019, με αφορμή τις προαγωγές αξιωματικών σε θέσεις υψίστης ευθύνης, ενώ παρέμεναν υπό δικαστική διερεύνηση οι ευθύνες τους για την υπόθεση. Οταν πλέον υπήρξαν καταδικαστικές αποφάσεις σε δεύτερο βαθμό, ο σύλλογος επανέφερε το ζήτημα, απαιτώντας την ανάκληση του χαρακτηρισμού «ευδοκίμως διατελέσαντες» και κάθε τιμητικής διάκρισης σε ανώτατoυς αξιωματικoύς του Πυρoσβεστικού Σώματoς που έχουν κριθεί ένoχοι. «Το αίτημα αυτό δεν αφορά μόνο τη νομική διάσταση των καταδικαστικώv αποφάσεων. Αφορά πρωτίστως την ασυμβατότητα μεταξύ της διατήρησης υψίστων τιμητικών διακρίσεων της ελληνικής πολιτείας και της αμετάκλητα διαπιστωμένης ευθύνης», τονίζουν. Μέχρι σήμερα, ούτε σε αυτό το αίτημα έχει δοθεί επίσημη απάντηση. Την ίδια στιγμή, δεν έχει αναγνωριστεί η προσφορά του ανθρώπου που είχε καθοριστική συμβολή στην υπόθεση. Του Δημήτρη Λιότσιου, ο οποίος ανέλαβε το 2018 να κάνει την πραγματογνωμοσύνη. Δύο μήνες μετά τη φωτιά, ο τότε αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος Βασίλης Ματθαιόπουλος τον κάλεσε στο γραφείο του. Εχοντας ήδη δεχθεί πιέσεις για την έρευνα που διενεργούσε, αποφάσισε να καταγράψει τη συνομιλία. Στην ηχογράφηση, διάρκειας περίπου τριάντα λεπτών, ο Λιότσιος απειλήθηκε πως εάν γράψει για ευθύνες ανωτέρων «θα μαζευτούν όλοι και θα τον σκίσουν» και πως θα τον στείλουν σε ένα νησί και όταν υπάρξει εκεί φωτιά, δεν θα του στείλουν εναέρια – όπως στο παρελθόν είχαν κάνει άλλα στελέχη σε φωτιές στα Κύθηρα και στη Μάνη. Ο Λιότσιος κατέθεσε στη Δικαιοσύνη τη συνομιλία, αλλά στη συνέχεια βρέθηκε και ο ίδιος κατηγορούμενος (όπως και η γράφουσα, λόγω της δημοσίευσης της συνομιλίας στην «Κ». Αθωωθήκαμε το 2025, ενώ σε άλλη δίκη καταδικάστηκε ο τότε αρχηγός του Π.Σ., Ματθαιόπουλος).

«Αν ζούσε, θα γινόταν σαν εσένα»

Τον Φεβρουάριο του 2023 ήρθε η στιγμή της κατάθεσης του Λιότσιου στο ποινικό δικαστήριο. Κατέθετε για εβδομάδες, με τους δικηγόρους των κατηγορουμένων συχνά να τον φέρνουν στα όριά του. Η αναγνώριση μπορεί να μην έχει έρθει ακόμη από το κράτος, ήρθε όμως από τους ανθρώπους του Ματιού. Οταν οι αστυνομικοί οδήγησαν με χειροπέδες τους ενόχους εκτός δικαστικής αίθουσας, ο κόσμος, αυθόρμητα, άρχισε να φωνάζει δυνατά το δικό του όνομα. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Λιότσιος παρευρέθη για πρώτη φορά στο ετήσιο μνημόσυνο. Εκεί η Αθηνά Μουτάφη πήρε τον λόγο. «Είμαι η μητέρα του Βίκτωρα. Τον έχασα σε ηλικία 25 ετών. Θέλω να ευχαριστήσω δημόσια τον κ. Λιότσιο για ό,τι έκανε για εμάς. Ο Βίκτωρας, εάν μεγάλωνε, ένας άνδρας σαν εσένα θα γινόταν», του είπε βαθιά συγκινημένη.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT