Πολύ πριν προσγειωθούν πάνω μας, τα κουνούπια «διαβάζουν» τα σήματα που εκπέμπει το σώμα μας, τα οποία καθορίζουν πόσο ευάλωτοι είμαστε στα τσιμπήματα. Τα σήματα από ορισμένους ανθρώπους είναι σχεδόν ακαταμάχητα για τα κουνούπια.
Το BBC καταγράφει τους τρεις τρόπους με τους οποίους τα κουνούπια μάς εντοπίζουν:
Το διοξείδιο του άνθρακα είναι το πρώτο σήμα
Μόνο τα θηλυκά κουνούπια τσιμπούν τον άνθρωπο, καθώς χρειάζονται τις πρωτεΐνες του αίματος για την ανάπτυξη των αυγών τους.
Για να εντοπίσουν το θήραμά τους, χρησιμοποιούν τόσο την όραση όσο και την όσφρηση από απόσταση περίπου δέκα μέτρων. Ανάμεσα στα σημαντικότερα «ίχνη» που ακολουθούν είναι το διοξείδιο του άνθρακα (CO₂) που εκπέμπουμε με την αναπνοή και σε μικρότερο βαθμό μέσω του δέρματος.
Η αναπνοή λειτουργεί σαν σήμα που ενεργοποιεί τη «συμπεριφορά αναζήτησης ξενιστή» στα αισθητήρια όργανα των κουνουπιών. Οι ενήλικες είναι συνήθως πιο ελκυστικοί από τα παιδιά, καθώς παράγουν περισσότερο CO₂.
Βέβαια, τα κουνούπια δεν προσελκύονται μόνο από το διοξείδιο του άνθρακα των ανθρώπων. Αντιδρούν και σε άλλες πηγές CO₂, γεγονός που εξηγεί γιατί ο ξηρός πάγος ή οι φιάλες διοξειδίου του άνθρακα χρησιμοποιούνται αποτελεσματικά στις παγίδες για κουνούπια.
«Αν βάλεις τέσσερα άτομα στον ίδιο χώρο, είναι πιθανό το ένα να συγκεντρώσει περίπου το 90% των τσιμπημάτων», λέει η Χέδερ Φέργκιουσον, καθηγήτρια Ιατρικής Εντομολογίας στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης.
Η θερμοκρασία του σώματος αυξάνει την έλξη
Ερευνες δείχνουν ότι τα κουνούπια προσελκύονται επίσης από τη θερμότητα και την υγρασία του σώματος, ενώ το διοξείδιο του άνθρακα ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή την έλξη.
Ετσι, οι έγκυες γυναίκες προσελκύουν τα κουνούπια σε διπλάσιο βαθμό. Η εγκυμοσύνη αυξάνει τις μεταβολικές ανάγκες και τον όγκο της αναπνοής, με αποτέλεσμα να εκπέμπεται περισσότερη θερμότητα και περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα.
«Είναι σαν να έχετε έναν μικρό φούρνο μέσα σας. Το σώμα σας είναι πιο ζεστό», εξηγεί ο Στιβ Λίντσεϊ, καθηγητής Δημόσιας Υγείας και Εντομολογίας στο Πανεπιστήμιο Durham.
Επίσης, όσοι γυμνάζονται γίνονται πιο ελκυστικοί για τα κουνούπια, κυρίως κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά την άσκηση, καθώς παράγουν περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα, έχουν αυξημένη θερμοκρασία σώματος και ιδρώνουν περισσότερο.
Το ίδιο ισχύει συχνά και για ανθρώπους με μεγαλύτερο σωματότυπο.
Η μυρωδιά του δέρματος κάνει τη διαφορά
Καθώς τα κουνούπια πλησιάζουν σε απόσταση μικρότερη των 10 μέτρων, βασίζονται σε μια αλληλουχία σημάτων, με κυριότερα την οσμή του δέρματος και της αναπνοής.
«Στην ουσία, όλα κρίνονται από τη μυρωδιά», λέει ο Στιβ Λίντσεϊ. «Τα κουνούπια ζουν σε έναν κόσμο γεμάτο χημικά σήματα».
Μαζί με άλλους επιστήμονες, ο Στιβ Λίντσεϊ κατέρριψε τον μύθο ότι όσοι έχουν «γλυκό αίμα» τσιμπιούνται περισσότερο. Αντίθετα, διαπίστωσε ότι τα κουνούπια προσελκύονται από το μοναδικό «άρωμα» του δέρματος κάθε ανθρώπου.
«Το πόσο ελκυστικοί είστε για τα κουνούπια είναι σε μεγάλο βαθμό προκαθορισμένο», σημειώνει.
Τι μπορείτε να κάνετε για να αποφύγετε τα τσιμπήματα
Σύμφωνα με τη Χέδερ Φέργκιουσον, υπάρχουν ελάχιστα ή ασαφή δεδομένα στοιχεία ότι η κατανάλωση σκόρδου ή η λήψη συμπληρωμάτων βιταμίνης Β απωθεί τα κουνούπια. Αντίθετα, συνιστά τη χρήση αποδεδειγμένα αποτελεσματικών εντομοαπωθητικών.
Τονίζει επίσης πως η κάλυψη του δέρματος έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς τα κουνούπια τείνουν να τσιμπούν κυρίως τα ακάλυπτα άκρα. Επιπλέον, η προστασία μειώνεται με τον ιδρώτα και με την πάροδο του χρόνου, επομένως απαιτείται τακτική ανανέωση του εντομοαπωθητικού.
Το μικροβίωμα του δέρματος φαίνεται επίσης να επηρεάζει την ελκυστικότητά μας. Αυτό πιθανότατα οφείλεται στο ότι τα βακτήρια του δέρματος παίζουν καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία της ανθρώπινης οσμής. Χωρίς αυτά, ο ανθρώπινος ιδρώτας είναι ουσιαστικά άοσμος.
Δεν αντιδρούν όλοι το ίδιο στα τσιμπήματα
Οι άνθρωποι δεν αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο στα τσιμπήματα των κουνουπιών. Μια μεγάλη γενετική μελέτη εντόπισε ισχυρή σύνδεση ανάμεσα σε γονίδια του ανοσοποιητικού συστήματος και στον τρόπο με τον οποίο αντιδρά το σώμα στα τσιμπήματα. Ενδιαφέρον είναι ότι οι ίδιες γενετικές περιοχές σχετίζονται και με τις αλλεργίες.
Επιπλέον, όσοι εμφανίζουν πιο έντονες αντιδράσεις –μεγαλύτερο πρήξιμο και εντονότερη φαγούρα– είναι πιθανό να πιστεύουν ότι τους τσιμπούν περισσότερο.
«Μερικοί άνθρωποι θεωρούν ότι αποτελούν μαγνήτη για τα κουνούπια, ενώ στην πραγματικότητα απλώς αντιδρούν πιο έντονα στα τσιμπήματα», λέει η Φέργκιουσον. «Αλλοι μπορεί να τσιμπιούνται εξίσου συχνά, αλλά σχεδόν να μην εμφανίζουν καμία αντίδραση».
Και παρότι κάποιοι από εμάς αποτελούν βιολογικά πιο εύκολο στόχο, κανείς δεν είναι εντελώς «αόρατος» στα κουνούπια. Οπως επισημαίνει η Φέργκιουσον: «Ακόμη κι αν πιστεύετε ότι δεν σας τσιμπούν, θα πρέπει και πάλι να προστατεύεστε».
Πηγή: BBC

