Στις δικαστικές αίθουσες οδηγείται ξανά η υπόθεση των υποκλοπών, στις 7 Απριλίου 2027, έπειτα από την κατάθεση αγωγών 8 προσώπων που περιλαμβάνονται στη λίστα των παρακολουθούμενων μέσω Predator.
Η αγωγή που θα συζητηθεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο της Αθήνας στρέφεται κατά της εταιρίας Intellexa και 13 προσώπων που συνδέονται με αυτήν.
Οι οκτώ προσφεύγοντες ζητούν αποζημιώσεις που φτάνουν τα 7,6 εκατ. ευρώ, ως θύματα της υπόθεσης των υποκλοπών, τα τηλέφωνα των οποίων είχαν παγιδευτεί με το κακόβουλο λογισμικό Predator, ενώ το επόμενο διάστημα αναμένονται και νέες αγωγές.
Ανάμεσα στους ενάγοντες που διεκδικούν δικαστικά αποζημίωση για την υπόθεση βρίσκονται και πρόσωπα τα οποία δεν είχαν παρασταθεί στην πρωτόδικη ποινική δίκη ως υποστήριξη της κατηγορίας, αλλά είχαν καταθέσει ως μάρτυρες.
Ενδεικτικό παράδειγμα η Πηνελόπη Μηνιάτη, πρώην αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ., η οποία κατείχε την θέση της διευθύντριας της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, η Αντωνία Πρίμπα, που είχε διατελέσει συνεργάτης του βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Στέλιου Κυμπουρόπουλου, καθώς και ειδική σύμβουλος του γενικού γραμματέα Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων Υπουργείου Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων από τη 14-05-2014 έως την 28-02-2015, δύο υπάλληλοι της ΕΥΠ, η Αγγελική Ρούσου και η Ζωή Μαρία Σάκκαλη, ο δικηγόρος Ιωάννης Φυτιλής, αλλά και ο δημοσιογράφος Σπύρος Σιδέρης, ο οποίος όπως αποκαλύπτεται για πρώτη φορά μέσω της αγωγής ήταν παρακολουθούμενος.
Η λίστα ολοκληρώνεται με τον δημοσιογράφο Θανάση Κουκάκη και την πολιτική επιστήμονα Αρτεμη Σίφορντ, η οποία από το 2020 εργάζεται στον τομέα της κυβερνοασφάλειας και της ασφάλειας των χρηστών μέσων κοινωνικής δικτύωσης από απειλές.
Σημειώνεται ότι η αγωγή στρέφεται κατά των 4 επιχειρηματιών (Ντίλιαν, Χάμου, Λαβράνου, Μπίτζιου) που έχουν καταδικαστεί πρωτοδίκως για την υπόθεση των υποκλοπών, αλλά και κατά υπαλλήλων της εταιρείας Intellexa. Στο περιεχόμενο της αγωγής περιγράφεται αναλυτικά το πώς στήθηκε η υπόθεση των υποκλοπών και πώς παγιδεύτηκαν τα κινητά των προσφευγόντων με το κακόβουλο λογισμικό Predator, με συνήθη πρακτική αρκετές από τις περιπτώσεις την αποστολή «μολυσμένου» μηνύματος, παρόμοιου με αυτό που δέχονταν οι πολίτες για τον εμβολιασμό στη διάρκεια του κορωνοϊού.
Στο επίκεντρο της αγωγής βρίσκονται τα περιστατικά που περιγράφει η Πηνελόπη Μηνιάτη, τα λεγόμενα της οποίας δεν αποκλείεται να «ανοίξουν» ξανά το κεφάλαιο της κατασκοπείας που μπήκε πρόσφατα στο αρχείο. Η πρώην διευθύντρια της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών αναφέρει πως τα επίμαχα μηνύματα λειτούργησαν ως «Δούρειος Ιππος», επιτρέποντας στους εναγόμενους να αποκτήσουν πρόσβαση όχι μόνο στα προσωπικά της δεδομένα, αλλά και σε συνομιλίες που είχε, λόγω της θέσης της, με εισαγγελικούς λειτουργούς, την ηγεσία της Ελληνικής Αστυνομίας, εκπροσώπους πρεσβειών και διεθνών οργανισμών, ανώτατους αξιωματικούς και επικεφαλής ανεξάρτητων αρχών.
Με την αγωγή της υποστηρίζει ότι η πρόσβαση αυτή ενδέχεται να υπερβαίνει τα όρια της παράνομης παρακολούθησης και να εγείρει ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Οπως επισημαίνει, οι δράστες «όχι μόνο είχαν παρανόμως πρόσβαση στα δικά μου προσωπικά δεδομένα αλλά και σε πληροφορίες από συζητήσεις με άτομα που ερχόμουν σε επαφή είτε σε υπηρεσιακό είτε σε προσωπικό επίπεδο», σημειώνοντας ότι, στο πλαίσιο των καθηκόντων της, χειριζόταν υποθέσεις ανθρωποκτονιών, εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας, αλλά και υποθέσεις που άπτονταν θεμάτων εθνικής ασφάλειας.
Μάλιστα, παραθέτει συγκεκριμένα παραδείγματα από το 2021, όταν ως διευθύντρια της ΔΕΕ είχε την ευθύνη ερευνών για υποθέσεις κατασκοπείας σε Ρόδο και Σάμο, οι οποίες σχετίζονταν, μεταξύ άλλων, με χρήση drones, καθώς και υποθέσεων εγχώριας και διεθνούς τρομοκρατίας, όπως εκείνων που αφορούσαν την ISIS. Παράλληλα, όπως αναφέρει, οι υπηρεσιακές της αρμοδιότητες περιλάμβαναν τον έλεγχο ψηφιακών συσκευών, την εξέταση γνησιότητας ταξιδιωτικών εγγράφων και την ταυτοποίηση προσώπων μέσω βιομετρικών δεδομένων, στο πλαίσιο ερευνών για υποθέσεις κατασκοπείας και άλλων πράξεων που συνδέονταν με την εθνική ασφάλεια.
Αντίστοιχα, στην αγωγή του ο δημοσιογράφος Σπύρος Σιδέρης υποστηρίζει ότι το επίδικο διάστημα δραστηριοποιούνταν ως ιδρυτής και διευθυντής του Independent Balkan News Agency (IBNA), με αντικείμενο την εξωτερική πολιτική, τη διπλωματία και τις διεθνείς σχέσεις. Οπως αναφέρει, οι δημοσιογραφικές του αποστολές και οι επαφές του με κορυφαίους πολιτικούς και διπλωματικούς αξιωματούχους της Ελλάδας, των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου καταδεικνύουν τη βαρύτητα του υλικού που, όπως υποστηρίζει, υποκλάπηκε μέσω του Predator.
Από την πλευρά του, ο δικηγόρος των εναγόντων, Ζαχαρίας Κεσσές, δήλωσε ότι οι αγωγές στηρίζονται «στα πραγματικά περιστατικά που κρίθηκαν από την πρόσφατη καταδικαστική ποινική απόφαση, καθώς και σε εκτενές αποδεικτικό υλικό από ελληνικές και διεθνείς έρευνες», προσθέτοντας ότι κατά την εκδίκαση θα εισφερθούν νέα στοιχεία, τα οποία, όπως είπε, «είναι πολύ πιθανό να αναγκάσουν το αστικό δικαστήριο να διαβιβάσει τα στοιχεία στην ποινική δικαιοσύνη για διερεύνηση κακουργηματικών πράξεων».
Oπως ανέφερε ακόμη, οι αγωγές αποτυπώνουν αναλυτικά τη δομή, τη λειτουργία και τον καταμερισμό ρόλων του δικτύου εταιρειών και φυσικών προσώπων που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, συνδέονται με την ανάπτυξη, τη διάθεση και τη χρήση του Predator, χαρακτηρίζοντας τη διαδικασία «το επόμενο θεσμικό βήμα για την πλήρη λογοδοσία όλων των εμπλεκομένων και την αποκατάσταση των θυμάτων, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο».

