Τις τελευταίες ημέρες στη Θεσσαλονίκη, σχεδόν ταυτόχρονα, δύο ομάδες συγγενικές ιδεολογικά μεταξύ τους, επιχείρησαν να εκφοβίσουν αυτούς που μισούν. Από τη μία, μέλη του «Ρουβίκωνα» πραγματοποίησαν «αντισιωνιστικές περιπολίες» απειλώντας Εβραίους. Από την άλλη, επιθέσεις με γκαζάκια εναντίον κατοικιών πολιτικών αντιπάλων κατέληξαν στον θάνατο μιας γυναίκας.
Κάποιοι θα προσπαθήσουν να σας πείσουν ότι πρόκειται για διαφορετικές υποθέσεις. Δεν είναι. Τις ενώνει η ίδια μέθοδος: ο εκφοβισμός. Η προσπάθεια να τρομοκρατήσουν αυτούς που θεωρούν εχθρούς τους. Γι’ αυτές τις ομάδες και την ιδεολογία που τις ενώνει, ο εκφοβισμός των αντιπάλων, η κατατρομοκράτησή τους, αποτελεί πολιτικό εργαλείο.
Η ουσία της τρομοκρατίας δεν είναι η βία αυτή καθαυτή, αλλά η παραγωγή φόβου. Ο σκοπός της είναι να φοβηθούν και να μεταβάλουν τη συμπεριφορά τους τα θύματα: να μη μιλήσουν. Να μη γράψουν. Να μη συμμετάσχουν. Να κρύψουν ποιοι είναι, τι θέλουν, σε τι πιστεύουν.
Η φιλελεύθερη δημοκρατία, όμως, στηρίζεται στη θεσμική προϋπόθεση ότι οι πολίτες πρέπει να μπορούν να εκφράζουν ελεύθερα τις ιδέες, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους, τις ταυτότητές τους, ακόμη και τις πιο αντιδημοφιλείς απόψεις τους χωρίς να φοβούνται ότι κάποιος θα εμφανιστεί στον χώρο όπου ζουν και εργάζονται και θα τους τιμωρήσει.
Γι’ αυτό και η βία αποτελεί απαραίτητο εργαλείο στα χέρια των εχθρών της φιλελεύθερης δημοκρατίας, είτε φορούν μαύρα είτε κόκκινα. Δεν μπορούν και δεν ενδιαφέρονται να σε πείσουν. Τους αρκεί να σε τρομοκρατήσουν. Η σιδερογροθιά είναι το επιχείρημα εκείνων που δεν διαθέτουν καλύτερο.
Ο πραγματικός στόχος δεν είναι ποτέ μόνο το άμεσο θύμα. Είναι όλοι οι υπόλοιποι που παρακολουθούν. Και δυστυχώς, οι τραμπούκοι πετυχαίνουν τον σκοπό τους. Ο εκφοβισμός λειτουργεί και αποθαρρύνει. Αλλά η επιτυχία δεν είναι όλη δική τους. Οφείλουν πολλά και στους συμπαραστάτες τους.
Διότι αυτές οι ομάδες δεν θα υπήρχαν, δεν θα είχαν καμία απολύτως ισχύ, αν δεν τους την εξασφάλιζαν οι χειροκροτητές τους. Αυτοί που τις ενθαρρύνουν με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Οχι μόνο με το χειροκρότημα, αλλά και με τη σιωπή, την ανοχή, το ξέπλυμα.
Καταδικάζουν, αλλά… Το «αλλά» είναι αυτό που νομιμοποιεί την ωμή βία. Το «αλλά» υπονοεί ότι το θύμα το «άξιζε» γιατί κάτι θα είχε κάνει. Οπωσδήποτε ήταν «προκλητικό».
Προσοχή. ∆εν αναφέρομαι στο απαράδεκτο επιχείρημα ότι η σκληρή πολιτική σύγκρουση οδηγεί αναπόφευκτα στη βία. Αυτή είναι μια άποψη ανιστόρητη και ταυτόχρονα αποδεικνύει άγνοια των κανόνων της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η σκληρή κριτική στα εγκλήματα πολέμου του Ισραήλ δεν συνιστά αντισημιτισμό. Η σκληρή κριτική στην κυβέρνηση αποτελεί υποχρέωση της αντιπολίτευσης.
Αναφέρομαι σ’ αυτούς που ξεπλένουν τη βία με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Αυτούς που παριστάνουν ότι δεν βλέπουν τον επικίνδυνο διάχυτο αντισημιτισμό – προφανώς γιατί και οι ίδιοι είναι αντισημίτες. Ο αντισημιτισμός τους είναι αυτός που νομιμοποιεί την απειλή άσκησης βίας των μελανοχιτώνων του «Ρουβίκωνα».
Αναφέρομαι σε εκείνους που καταδικάζουν την πολιτική βία με μισή καρδιά. Ναι μεν, αλλά. Το «αλλά» είναι αυτό που νομιμοποιεί την ωμή βία. Το «αλλά» υπονοεί ότι το θύμα το «άξιζε» γιατί κάτι θα είχε κάνει, σε κάτι θα έφταιγε. Οπωσδήποτε ήταν «προκλητικό».
Αναφέρομαι, επίσης, σ’ αυτούς που έπειτα από κάθε βίαιη ενέργεια αναζητούν «προβοκάτορες» και «παρακρατικούς μηχανισμούς». Οχι, βέβαια, γιατί δεν γνωρίζουν και από την καλή και από την ανάποδη την ιδεολογία της τρομοκρατίας, αλλά γιατί αυτό συνηθίζουν να κάνουν όσοι διαχρονικά ανέχονται τη βία, βρίσκουν τρόπους να την ξεπλύνουν: Οχι, όχι, δεν το πιστεύουμε πως οι θύτες μπορεί να είναι ιδεοληπτικοί αριστεροί που ο μοναδικός λόγος που δεν συλλαμβάνονται είναι η ίδια ανικανότητα εξαιτίας της οποίας το ελληνικό κράτος άφηνε τη «17 Νοέμβρη» να αλωνίζει για δεκαετίες. Οχι, όχι. Οι θύτες πρέπει να είναι ασφαλίτες, παρακρατικοί, προβοκάτορες.
Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική. Η απειλή βίας το ίδιο. Η σχετικοποίηση, το ξέπλυμα, οι υπεκφυγές, η σιωπή σε μετατρέπουν σε συμμέτοχο. Μια επιλογή υπάρχει για κάθε δημοκρατικό πολίτη: η συνεχής εγρήγορση κατά της βίας, η αδιαπραγμάτευτη απόρριψή της.
Διότι σε μία Δημοκρατία κανείς δεν πρέπει να φοβάται.
Ο κ. Αριστείδης Ν. Χατζής είναι καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών και διευθυντής του Εργαστηρίου Πολιτικής και Θεσμικής Θεωρίας και Ιστορίας των Ιδεών στο ΕΚΠΑ.

