Ψάχνει 17 χρόνια την αλήθεια για τον θάνατο της μητέρας του

Ψάχνει 17 χρόνια την αλήθεια για τον θάνατο της μητέρας του

Η υπόθεση δολοφονίας της Τζιν Χάνλον στην Κρήτη, το 2009, φτάνει σήμερα στο ακροατήριο χάρη στην επιμονή του γιου της

7' 5" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ο Μάικλ Πόρτερ ετοιμαζόταν ψυχολογικά εδώ και καιρό για το ταξίδι του στην Κρήτη και τη στιγμή για την οποία αγωνίζεται εδώ και 17 χρόνια: τη δίκη που ξεκινάει σήμερα, 30 Ιουνίου, για την υπόθεση δολοφονίας της μητέρας του Τζιν Χάνλον. «Είναι μια απίστευτη στιγμή για εμάς. Δεν σκόπευα να σταματήσω να προσπαθώ, αλλά η αλήθεια είναι πως είχα αρχίσει να απογοητεύομαι», είχε δηλώσει στην «Κ» από το διαμέρισμά του στο Λονδίνο πριν ταξιδέψει.

«Ο κατηγορούμενος είναι ένας άνδρας για τον οποίο είχαμε εδώ και καιρό συγκεντρώσει νέα στοιχεία», σημειώνει. Κάθεται στην άκρη του κρεβατιού του και ακριβώς από πίσω διακρίνεται ένα τεράστιο πορτρέτο της μητέρας του – μια επεξεργασμένη ασπρόμαυρη φωτογραφία, στην οποία φαίνεται να γελάει με την ψυχή της.

Η Τζιν είχε αφήσει πίσω της τη Σκωτία το 2005, παίρνοντας την απόφαση να ξεκινήσει μια καινούργια ζωή στην Κρήτη. Για τους δικούς της, η επιλογή αυτή ήταν απρόσμενη, η ίδια όμως έμοιαζε αποφασισμένη. Πλησιάζοντας τα πενήντα, ένιωθε πως είχε έρθει η στιγμή να ζήσει για τον εαυτό της. Και πράγματι, όταν ο Μάικλ την επισκέφθηκε, την είδε χαρούμενη και πιο ζωντανή από ποτέ. Τα καλοκαίρια εργαζόταν σε ένα καφέ στις Γούβες, τους χειμώνες πρόσεχε ένα μικρό κορίτσι. Της άρεσε να περπατάει στην παραλία, να χορεύει, να βλέπει φίλους. «Εδώ ο ήλιος δεν σταματάει ποτέ να λάμπει και οι άνθρωποι είναι πάντα χαμογελαστοί», είχε πει στον γιο της.

Ψάχνει 17 χρόνια την αλήθεια για τον θάνατο της μητέρας του-1

Τέσσερα χρόνια αργότερα, ένα πρωινό του Μαρτίου 2009, η απουσία της προκάλεσε ανησυχία. Δεν είχε εμφανιστεί στο σπίτι του παιδιού που φρόντιζε, κάτι που δεν είχε ξανασυμβεί. Ο Μάικλ ειδοποιήθηκε αμέσως και μαζί με τα δύο του αδέλφια ταξίδεψαν στο Ηράκλειο. Το σώμα της βρέθηκε, ημέρες αργότερα, μέσα στο νερό – στο λιμάνι. Eφερε μώλωπες και τραύματα, αλλά η πρώτη ιατροδικαστική εξέταση κατέληξε ότι η Τζίν είχε πνιγεί.

Η οικογένεια επέμενε να διερευνηθεί το σενάριο να μην είναι ένα απλό ατύχημα. Η δεύτερη ιατροδικαστική έκθεση κατέληξε πως ο θάνατος επήλθε πριν πέσει στο νερό. Το Λιμενικό ανέλαβε τότε την ανάκριση, με πολλούς υπόπτους όμως, ανάμεσά τους και πρόσωπα από τον στενό της κύκλο. Η υπόθεση μπήκε στο αρχείο – ο Μάικλ, ωστόσο, δεν το έβαλε κάτω. Κατάφερε δύο φορές να την επαναφέρει, αλλά ο φάκελος κατέληξε και πάλι ως «αγνώστων δραστών».

Επί χρόνια ο Μάικλ έψαχνε απαντήσεις χωρίς αποτέλεσμα, μέχρι που το 2024 τον προσέγγισε ένας ιδιωτικός ερευνητής. Ηρθε έτσι στο φως μια ιστορία και η ανάκριση άνοιξε ξανά.

«Ηταν η ζωή μου»

«Μου έλεγαν ότι πρέπει να βάλω μια τελεία και να προχωρήσω με τη ζωή μου. Αλλά η μητέρα μας ήταν η ζωή μου. Αυτό δεν μπορεί να αλλάξει, ούτε να ξεχάσω τι της συνέβη», είχε εξηγήσει ο Μάικλ σε παλαιότερη συνέντευξή του στην «Κ». Προσπαθώντας όλα αυτά τα χρόνια να βρει απαντήσεις, είχε πραγματικά δοκιμάσει τα πάντα: επαφές με την αστυνομία, πολιτικούς και διπλωμάτες, ταξίδια στην Κρήτη κάνοντας ο ίδιος τον ντετέκτιβ. Oταν το 2024 τον προσέγγισε ο ιδιωτικός ερευνητής Χάρης Βεραμόν, αποφάσισε να του δώσει μια ευκαιρία. «Δεν είχα μεγάλες ελπίδες, αλλά στην πραγματικότητα δεν είχα κάτι να χάσω. Του είμαι ευγνώμων, γιατί ήταν αυτός που ξεκλείδωσε την υπόθεση», αναφέρει σήμερα.

Ο Βεραμόν μελέτησε τη δικογραφία και το ημερολόγιο της Τζιν, κάνοντας μια λίστα με αναπάντητα ερωτήματα και κατέβηκε στην Κρήτη για να ξεκινήσει την έρευνα από το μηδέν. Εξαρχής τού είχε τραβήξει την προσοχή ένας άνδρας, με τον οποίο η Τζιν είχε μια σχέση μερικών εβδομάδων στις αρχές εκείνου του χρόνου, πριν εκείνη τον χωρίσει.

Πριν επιχειρήσει να τον προσεγγίσει, συνάντησε εκ νέου όλους τους μάρτυρες, εντόπισε νέους και συγκέντρωσε νέες μαρτυρίες. Τα στοιχεία που βρήκε –και παρουσιάζονται σήμερα για πρώτη φορά– ήταν καθοριστικά. Oχι μόνο για να ανοίξει ξανά η υπόθεση, αλλά και για να παραπεμφθεί σε δίκη ο συγκεκριμένος άνδρας. «Φωτίζουν όσα συνέβησαν τις εβδομάδες μετά τον χωρισμό τους. Eτσι ήρθε στο φως μια ιστορία, την οποία οι Αρχές δεν είχαν αξιολογήσει καθόλου. Oλα ξαφνικά έδεσαν», υπογραμμίζει ο Βεραμόν.

Oι μαρτυρίες

Σύμφωνα με φίλους της Τζιν, ο άνδρας αυτός δεν ήθελε να χωρίσουν. Hξερε τη ρουτίνα της, οπότε το επόμενο διάστημα την ακολουθούσε και πήγαινε στο σπίτι της απρόσκλητος. Εκείνη προσπαθούσε με ψυχραιμία να διαχειριστεί την κατάσταση – δεν φώναζε, αλλά του έλεγε με όμορφο τρόπο να την αφήσει ήσυχη.

Ο τελευταίος άνθρωπος που την είδε το πρωί της εξαφάνισής της είπε στον Βεραμόν ότι η Τζιν της είχε αναφέρει πως είχε δεχτεί να συναντήσει ξανά τον συγκεκριμένο άνδρα, διότι επέμενε ότι ήθελε να της μιλήσει.

Ο ερευνητής θεωρεί πως το βράδυ της 9ης Μαρτίου συναντήθηκε μαζί του στο καφέ «Μαρίνα», στο Ηράκλειο. Καθοριστική ήταν η μαρτυρία ενός καλού φίλου της Τζιν, ο οποίος εκείνο το βράδυ είχε μιλήσει τηλεφωνικά και με τους δύο. Δεν θυμόταν να έχουν συστηθεί, αλλά του είχε αναφέρει το χωριό του (από το ίδιο χωριό είναι ο κατηγορούμενος) και του είχε πει πως ήθελε να παντρευτεί την Τζιν «τους» και να κάνουν όλοι μαζί παρέα σε ένα συγκεκριμένο μαγαζί στο χωριό.

«Η αναφορά περί γάμου φανερώνει άτομο που ήδη γνωρίζεται με την Τζιν, αλλιώς δεν θα μπορούσε από την πρώτη γνωριμία να μιλήσει για γάμο», σχολιάζει ο Βεραμόν. Σημειώνει ακόμη ότι το κινητό τηλέφωνο της Τζιν ενεργοποιήθηκε μετά τον θάνατό της στις Γούβες, όπου διαμένει, και ότι το μαγαζί στο οποίο θα σύχναζαν όλοι μαζί ήταν μέρος όπου και ο ίδιος συχνάζει.

«Μας αγνόησαν εντελώς και περιφρόνησαν εκείνη», λέει για τις Αρχές και τονίζει ότι τα λάθη, οι καθυστερήσεις, η αδιαφορία είναι μια ξεχωριστή υπόθεση, την οποία σκοπεύει να κυνηγήσει. 

Iσως όμως το σημαντικότερο νέο στοιχείο προέκυψε όταν ο Βεραμόν του ζήτησε να ακούσει τα ηχητικά αποσπάσματα που συλλέχθηκαν το 2021 από το Τμήμα Οργανωμένου Εγκλήματος – μεταξύ άλλων είχε και δείγμα του συγκεκριμένου άνδρα. «Aγνωστο γιατί, ουδέποτε του είχαν βάλει να τα ακούσει κατά τη διάρκεια της ανάκρισής του. Oταν άκουσε τη φωνή, έβαλε τα κλάματα. Ταράχτηκε πολύ και ήταν σχεδόν βέβαιος ότι ήταν ο άνδρας με τον οποίο είχε μιλήσει».

Αλλαγή στάσης

Πρόσθετα ερωτήματα για τη στάση και τις προθέσεις του δημιουργεί, σύμφωνα με την έρευνα του Βεραμόν, και η στάση του άνδρα μετά την εξαφάνιση της Τζιν. «Ενώ τις προηγούμενες μέρες την έψαχνε επίμονα και έκανε επανειλημμένως απόπειρες προσέγγισης, μετά την εξαφάνισή της δεν εμφανίστηκε ξανά στην οικία της ούτε προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί της», επισημαίνει.

Ο άνδρας αυτός είχε κληθεί να καταθέσει στις Αρχές το πρώτο διάστημα. Είχε αναφέρει πως η σχέση τους διεκόπη από δική του πρωτοβουλία (επειδή τη θεωρούσε μεγάλη και δεν ήθελε να τους βλέπουν μαζί), αλλά και πως ενημερώθηκε για τον θάνατο εντελώς τυχαία, μιάμιση βδομάδα αφού του δόθηκε σχετικό δημοσίευμα από κάτοικο της περιοχής. Με αυτή την κατάθεσή του βγήκε από το κάδρο των ερευνών.

Ο Βεραμόν του τηλεφώνησε αφού είχε προχωρήσει με την έρευνα – και εκείνος δέχτηκε να τον δει. «Οταν τελείωσε εκείνη η πρώτη συνάντηση, ήμουν απολύτως σίγουρος ότι είχα τον βασικό ύποπτο», λέει σήμερα. Στη συνέχεια κατάφερε να μιλήσει και με συγγενείς του και να σκιαγραφήσει το ψυχολογικό του προφίλ – επίσης σημαντικό στοιχείο, που αργότερα φαίνεται να συνυπολόγισε το δικαστικό συμβούλιο.

«Είναι εξοργιστικό»

Σε συνέχεια πάντως της έρευνας του Βεραμόν, η ανάκριση άνοιξε ξανά το 2024. Οι γιοι της Τζιν ήταν αισιόδοξοι – ήξεραν ότι ήταν η τελευταία τους ευκαιρία. Στο πλευρό τους και ο δικηγόρος Ηρακλείου Απόστολος Ξυριτάκης. «Hταν πάντα η φωνή της λογικής και μας θύμιζε όταν υπήρχε μια καλή εξέλιξη πως μπορεί να κερδίσαμε μια μάχη, αλλά όχι τον πόλεμο. Πως ο δρόμος είναι μακρύς», σημειώνει ο Μάικλ.

Και πράγματι, μπορεί το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ηρακλείου με βούλευμα να παρέπεμψε σε δίκη τον συγκεκριμένο άνδρα για ανθρωποκτονία από πρόθεση, αλλά η εισαγγελική πρόταση προς το Συμβούλιο τον Αύγουστο του 2025 ήταν αρνητική, κάνοντας λόγο μεταξύ άλλων για «συνήθεια της θανούσας να κάνει εφήμερες σχέσεις ή να συναντά άτομα που γνώριζε στο Διαδίκτυο». Αυτός ο ισχυρισμός τούς εξόργισε. «Δεν προκύπτει από καμία αξιόπιστη κατάθεση ούτε τεκμηριώνεται από το ημερολόγιο της μητέρας μας. Δεν επιδίωκε τη συνάντηση με άνδρες, πόσο μάλλον με αγνώστους», επιμένει ο Μάικλ και επιβεβαιώνουν οι φίλες της στην Κρήτη.

«Νιώθω ότι σκέφτηκαν: “Α, είναι απλώς μια 53χρονη τσούλα που άξιζε να πεθάνει, κανείς δεν θα νοιαστεί για εκείνη”. Κανείς όμως δεν αξίζει τέτοια αντιμετώπιση. Πόσο μάλλον η μαμά μου. Αγαπούσε το νησί. Αγαπούσε τους Ελληνες. Και είναι εξοργιστικό, γιατί προσπαθούσαμε από την πρώτη στιγμή να συνεργαστούμε μαζί τους. Να τους πούμε πως εκεί έξω υπάρχει ένας κακός άνθρωπος, αλλά μας αγνόησαν εντελώς και περιφρόνησαν εκείνη. Και αυτό σπατάλησε χρόνο, προκάλεσε οδύνη και ήταν οικονομικά ασύμφορο. Oλο αυτό το κομμάτι –τα λάθη, οι καθυστερήσεις, η αδιαφορία– πρέπει να είναι μια ξεχωριστή υπόθεση, την οποία σκοπεύω να κυνηγήσω», τονίζει ο Μάικλ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT