Δεν ήταν η πρώτη φορά και δεν πρόκειται να είναι ούτε και η τελευταία. Το βράδυ της Τρίτης, λίγο πριν από τις 8.30, χιλιάδες οδηγοί και επιβάτες μέσων μαζικής μεταφοράς εγκλωβίστηκαν σε δευτερεύοντες, αφόρητα μποτιλιαρισμένους δρόμους, καθώς βασικές οδικές αρτηρίες (Βασιλίσσης Σοφίας, Βασιλέως Κωνσταντίνου, Αμαλίας, Φιλελλήνων, Αρδηττού, Συγγρού κ.ά.), που ενώνουν την πλατεία Μαβίλη με το παραλιακό μέτωπο, έκλεισαν για περίπου τρεις ώρες. Οσοι από τους αναγνώστες ζουν στην πρωτεύουσα ξέρουν πολύ καλά τι συνεπάγεται αυτό για μια ακτίνα περίπου δέκα χιλιομέτρων. Και αυτή τη φορά ο λόγος ήταν η διεξαγωγή ενός ακόμα αγώνα δρόμου, του SNF Nostos Run, που διοργανώνει από το 2015 το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, με σημείο εκκίνησης το Παναθηναϊκό Στάδιο και κατάληξη το Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος στον Φαληρικό Ορμο. Οι αγώνες δρόμου στα κέντρα των μεγάλων πόλεων δεν είναι ελληνική εφεύρεση. Ξεκίνησαν από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα ως σχεδόν ακτιβιστικές πράξεις επαναδιεκδίκησης του δημόσιου χώρου από τα αυτοκίνητα. Δεν υπήρχαν χορηγοί από πίσω, ούτε μεγάφωνα, ούτε άδειες από την Αστυνομία. Ετρεχες και κινδύνευες να περάσεις τη νύχτα στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα.
Στην Ελλάδα δεν ζήσαμε την πρώτη φάση. Αλλά ζούμε –με ομολογουμένως πληθωρικό τρόπο– την εξέλιξη της δεύτερης. Τα τελευταία 15 χρόνια, στο όνομα της διάδοσης του μαζικού αθλητισμού, έχουν «φυτρώσει» κάθε είδους αγώνες δρόμου.
Η αλήθεια είναι ότι το SNF Nostos Run διεκδίκησε εξαρχής μια διαφορετική ταυτότητα. Πραγματοποιείται μετά τη δύση του ηλίου. Αυτή η επιλογή θεωρητικά σημαίνει μικρότερη επιβάρυνση, όμως στην πράξη αυτό δεν επιβεβαιώνεται όταν μιλάμε για καθημερινή με χιλιάδες εργαζομένους ακόμα έξω στους δρόμους. Και σίγουρα δεν εξευμενίζει τα νεύρα των εξουθενωμένων οδηγών και επιβατών λεωφορείων και τρόλεϊ που θέλουν απλώς να επιστρέψουν στο σπίτι τους και αυτό που συνειδητοποιούν για πολλοστή φορά είναι ότι κανείς δεν τους υπολογίζει.
Επίσης, πόσο ρηχές και εκτός τόπου και χρόνου ακούγονται οι αοριστολογίες περί «συμπερίληψης» και «ενσυναίσθησης» που συχνά συνοδεύουν το λάιφσταϊλ αμπαλάζ πολλών παρόμοιων εκδηλώσεων. Γιατί, στο τέλος της ημέρας, αυτό που μένει δεν είναι το ατμοσφαιρικό στιγμιότυπο με τον μοναχικό δρομέα που κατηφορίζει τη Συγγρού με φόντο το ηλιοβασίλεμα, αλλά η πικρή επίγνωση της βαθιάς άγνοιας για την καθημερινότητα των πολλών.

