«Οταν ο Τζον Φ. Κένεντι δολοφονήθηκε, το Κογκρέσο ζήτησε από την πρώτη κυρία, Τζάκι Κένεντι, να πει πώς θα ήθελε να τιμηθεί η μνήμη του. Εκείνη, που ήδη υποστήριζε τη δημιουργία ενός εθνικού πολιτιστικού κέντρου, ζήτησε να δημιουργηθεί ένα ζωντανό μνημείο. Ετσι, το 1964, ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον μετονόμασε το υπό ίδρυση Εθνικό Πολιτιστικό Κέντρο σε Κέντρο Παραστατικών Τεχνών Τζον Φ. Κένεντι. Στην πρόσοψη παραμένει η επιγραφή “Memorial Center for the Performing Arts”, ενώ διεθνώς είναι γνωστό απλώς ως Kennedy Center».
Με αυτά τα λόγια και με μια ευρύτερη αναδρομή στην ιστορία του οργανισμού ξεκίνησε την ομιλία της η πρώην πρόεδρος του Kennedy Center, Ντέμπορα Ράτερ, στο πλαίσιο του SNF Nostos, στο οποίο επικεφαλής σημαντικών πολιτιστικών θεσμών συναντήθηκαν στον Θόλο του ΚΠΙΣΝ για να συζητήσουν για τον ρόλο και την ευθύνη των ιδρυμάτων αυτών απέναντι στην κοινωνία.
Η Ράτερ, που διετέλεσε πρόεδρος του Kennedy Center από το 2014 έως το 2025, υπογράμμισε ότι αυτό που ξεχωρίζει το Κέντρο, διεθνώς, είναι ότι «όλος ο καλλιτεχνικός προγραμματισμός -όπερα, ορχήστρα, θέατρο, μπαλέτο, χορός και πλήθος παραστατικών τεχνών- παράγεται από έναν και μόνο οργανισμό. Δεν λειτουργεί ως χώρος που απλώς φιλοξενεί παραγωγές τρίτων, αλλά ως ενιαίος φορέας που δημιουργεί και παρουσιάζει χιλιάδες παραστάσεις σε εθνικό επίπεδο».
Στη συζήτηση επισημάνθηκε, μάλιστα, ο δημόσιος χαρακτήρας του ως χώρου, ο οποίος «έχει την υποχρέωση να ανήκει σε όλους και να λειτουργεί ως “το σπίτι του λαού”, ένα μέρος όπου κάθε πολίτης νιώθει ότι έχει πρόσβαση και μπορεί να συμμετάσχει, όχι μόνο η οικονομική ή κοινωνική ελίτ». Μαζί της συμφώνησε και η Μαρία Μανουέλα Λόπεζ, καλλιτεχνική διευθύντρια του τμήματος LCT3 (νέων έργων) του Lincoln Center, η οποία συμμετείχε στη συζήτηση μαζί με τη Χάνα Σαρίφ, καλλιτεχνική διευθύντρια του ιστορικού Arena Stage.
Νωρίτερα, «Ο δημόσιος χώρος και η σημασία του σε έναν κατακερματισμένο κόσμο» ήταν το θέμα για το οποίο μίλησαν οι Ελλη Ανδριοπούλου, Μπέτσι Σμιθ και Μάρικο Σίλβερ, με τη συζήτηση να επικεντρώνεται αυτή φορά τόσο σε ΗΠΑ όσο και σε Ελλάδα, αναδεικνύοντας τις διαφορετικές προσεγγίσεις των δύο χωρών στη συντήρηση και τη λειτουργία των δημόσιων χώρων. Οι ομιλητές στάθηκαν κυρίως στη βαθιά ψυχολογική ανάγκη για δημόσιους χώρους που επιτρέπουν στους πολίτες να είναι «alone together» (μόνοι αλλά όχι απομονωμένοι), ανάγκη που, σύμφωνα με τις ομιλήτριες, έγινε πιο ορατή μετά την πανδημία. Η κ. Ανδριοπούλου, τόνισε, μάλιστα, ότι «οι κοινές εμπειρίες χαράς που διοργανώνονται στον δημόσιο χώρο, όπως για παράδειγμα η συγκέντρωση χιλιάδων επισκεπτών την Παραμονή Πρωτοχρονιάς στο ΚΠΙΣΝ, είναι αυτές που ενθαρρύνουν κάτι τέτοιο και δημιουργούν μια πραγματική αίσθηση κοινότητας».
Η κ. Σμιθ ανέφερε και το Central Park, ως έναν από τους σημαντικότερους δημόσιους χώρους της Νέας Υόρκης, λέγοντας ότι ο δήμος της καλύπτει μόλις το 20% με 25% των λειτουργικών του εξόδων. Με αφορμή αυτό το μοντέλο χρηματοδότησης, επισημάνθηκε η ανάγκη για την επόμενη γενιά «”αστικών ηγετών”—ανθρώπων με όραμα και δέσμευση, όπως εκείνοι που συνέβαλαν στην αναγέννηση της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του ’80 και ανέλαβαν τη συντήρηση του μεγαλύτερου δημόσιου πάρκου στο Μανχάταν μέσω ιδιωτικών πόρων και της κινητοποίησης των πολιτών».
Οι ελληνικές σπουδές
Κατηφορίζοντας προς το σημείο όπου στεγάζεται η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (ΕΒΕ) στο ΚΠΙΣΝ και αφού κάναμε την καθιερωμένη στάση για διάλειμμα στο «Καφενείο του Γιάννη», παρακολουθήσαμε ακόμη μία εκδήλωση, αυτή τη φορά με τη μορφή διάλεξης, αφιερωμένη στη σημασία των ελληνικών σπουδών. Ο διακεκριμένος ιστορικός και βυζαντινολόγος Πίτερ Φράνκοπαν (Πανεπιστήμιο Οξφόρδης) υπογράμμισε ότι η επιρροή της Ελλάδας δεν περιορίζεται στη Δύση και την κλασική Αθήνα, αλλά εκτείνεται βαθιά στην Ανατολή, επηρεάζοντας την Ασία, τη γλώσσα και τη φιλοσοφία άλλων λαών, όπως των Αράβων.
Στη συνέχεια, τον λόγο πήρε, μεταξύ άλλων, η νεοελληνίστρια Γκόντα Φαν Στιν, κάτοχος της ιστορικής Εδρας Κοραή στο King’s College London. Εξήγησε ότι το ακαδημαϊκό πρόγραμμα ελληνικών σπουδών, το οποίο η ίδια διευθύνει, εξετάζει την Ελλάδα διαχρονικά, από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη πολιτική, «συνδυάζοντας παράδοση και σύγχρονη οπτική».
Οπως τόνισε, οι ελληνικές σπουδές λειτουργούν ως συνδετικός κρίκος για πολλά επιστημονικά πεδία, μεταξύ των οποίων η λογοτεχνία, η συγκριτική γλωσσολογία, η αρχαιολογία και η ιστορία της τέχνης, κλάδοι οι οποίοι συναντιούνται σε ένα ζωντανό, διεπιστημονικό πλαίσιο.
Η πρώτη γυναίκα και πρώτη μη Βρετανίδα που κατέχει την Εδρα Κοραή μίλησε και για τον προσωπικό της δεσμό με την Ελλάδα μέσα από την εκστρατεία «Nostos», ένα εγχείρημα κοινωνικής δικαιοσύνης, ομώνυμο με εκείνο του ΚΠΙΣΝ. Η δράση αυτή στηρίζει χιλιάδες ανθρώπους που υιοθετήθηκαν από την Ελλάδα τις δεκαετίες του ’50 και ’60, βοηθώντας τους να εντοπίσουν τις ρίζες τους και να ανακτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, μια διαδικασία που απαιτούσε ακόμη και νομοθετική μεταρρύθμιση.

