Λαμπρινή Ρόρη , Αντώνης Κλάψης, Κωστής Κορνέτης*, Κωστής Καρπόζηλος, Βασίλης Βαμβακάς, Ηλίας Ντίνας
Τρεις δεκαετίες μετά τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου, η πολιτική προσωπικότητά του, οι μέθοδοί του, τα συνθήματά του εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο αντιπαράθεσης, αλλά και μίμησης. Πώς αποτιμάται σήμερα το αποτύπωμά του και πώς επιζεί η κληρονομιά του;
Ποιοι και πώς προσπάθησαν να τον μιμηθούν;
Της Λαμπρινής Ρόρη
Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Ανδρέας Παπανδρέου παραμένει λιγότερο ένα πρόσωπο του παρελθόντος και περισσότερο ένα πολιτικό μέτρο σύγκρισης. Η ανθεκτικότητα αυτής της αναφοράς δεν οφείλεται μόνο στη δύναμη του ονόματος ή στη νοσταλγική ανακύκλωση μιας εποχής. Συνδέεται με το γεγονός ότι, πενήντα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, ο Ανδρέας και οι κυβερνήσεις του 1980 εξακολουθούν να καταλαμβάνουν προνομιακή θέση στην κοινωνική πρόσληψη της Γ΄ Δημοκρατίας. Οι σχετικές έρευνες για τη συμπλήρωση μισού αιώνα από το 1974 κατέγραψαν ότι το ΠΑΣΟΚ θεωρείται το κόμμα που άφησε εντονότερα τη σφραγίδα του στη Μεταπολίτευση, ενώ η δεκαετία του 1980 λαμβάνει ολοένα περισσότερο δικαιωτικές αποχρώσεις. Το 1981 δεν αποτιμάται απλώς ως εναλλαγή στην εξουσία, αλλά ως ιστορική αλλαγή: η έλευση για πρώτη φορά ενός αριστερού κόμματος στην κυβέρνηση, η μαζική είσοδος των μη προνομιούχων στο πολιτικό προσκήνιο, η μεταβολή της φυσιογνωμίας του κράτους, του κομματικού ανταγωνισμού και της ίδιας της αισθητικής του πολιτεύματος.
Αυτός είναι και ο βαθύτερος λόγος που ο Ανδρέας απέκτησε τόσους μιμητές. Δεν μιμήθηκαν όλοι το ίδιο πράγμα. Αλλοι επιχείρησαν να κληρονομήσουν την παράταξή του, άλλοι το ύφος του, άλλοι τη ρητορική του σύγκρουση με τα κέντρα εξουσίας, άλλοι την ικανότητά του να μετατρέπει κοινωνικά αιτήματα σε προσωπικό δεσμό ηγέτη και λαού. Ωστόσο, κοινό χαρακτηριστικό τους ήταν ότι προσπάθησαν να αναπαραγάγουν μια πολιτική μορφή χωρίς να υπάρχει το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο που τη δημιούργησε.
Η πρώτη μίμηση ήταν εκ των ένδον. Μετά τον Ανδρέα, ένα τμήμα του ΠΑΣΟΚ αναζήτησε όχι απλώς διάδοχο, αλλά υποκατάστατο. Ο Ακης Τσοχατζόπουλος επιδίωξε να ενσαρκώσει περισσότερο από άλλους την κομματική, λαϊκή και οργανωτική όψη του ανδρεϊσμού: τη σχέση με τις τοπικές οργανώσεις, τη γλώσσα της παράταξης, την έμφαση στην ιστορική δικαίωση των μη προνομιούχων. Ηταν όμως μίμηση του μηχανισμού και όχι της ιδρυτικής χειρονομίας. Ο Ανδρέας δεν υπήρξε μόνο αρχηγός ενός κόμματος· υπήρξε ο ιδρυτής μιας κοινωνικής συμμαχίας. Αυτό δεν μεταβιβαζόταν με εσωκομματικούς συσχετισμούς.
Ο Κώστας Λαλιώτης κινήθηκε αλλού: στη μίμηση της συμβολικής γλώσσας. Κατανόησε καλύτερα από πολλούς ότι ο Ανδρέας ήταν ένα ολοκληρωμένο επικοινωνιακό σύστημα. Ο πράσινος ήλιος, τα συνθήματα, οι μαζικές συγκεντρώσεις, η μουσική, η πόλωση, η ανάμνηση της Αλλαγής λειτούργησαν σαν τελετουργίες ένταξης. Η μεταγενέστερη πασοκική επικοινωνία επέστρεφε συχνά σε αυτή τη δεξαμενή, άλλοτε δημιουργικά και άλλοτε νοσταλγικά. Οσο όμως η κοινωνική βάση άλλαζε, τα σύμβολα έχασαν τη δυνατότητά τους να παράγουν μαζικές ταυτίσεις.
Πέρα από το ΠΑΣΟΚ, ο πιο συστηματικός μιμητής του Ανδρέα υπήρξε ο Αλέξης Τσίπρας. Οχι επειδή του μοιάζει πνευματικά, κοινωνιολογικά ή ιδεολογικά, αλλά επειδή κατανόησε τη βασική ανδρεϊκή τεχνική: τη συγκρότηση ενός διχαστικού, πλην όμως ισχυρού αφηγήματος ανάμεσα στον λαό και στις ελίτ, στην εθνική αξιοπρέπεια και στην εξωτερική επιτροπεία, στην παλιά τάξη και στη νέα αρχή. Το αντιμνημονιακό 2012-2015 είχε εμφανείς αντηχήσεις του 1974-1981: την υπόσχεση ρήξης, τη λαϊκή κινητοποίηση, την αδιαμεσολάβητη ηγετική απεύθυνση πάνω από ενδιάμεσους θεσμούς, την αίσθηση ότι μια εκλογική νίκη θα αποκαταστήσει τη συλλογική αξιοπρέπεια. Το δημοψήφισμα του 2015 υπήρξε ίσως η πιο ανδρεϊκή στιγμή του Τσίπρα: η δραματοποίηση της κυριαρχίας ως άμεσης λαϊκής εντολής. Η διαφορά ήταν όμως εξίσου μεγάλη. Ο Ανδρέας κυβέρνησε σε συνθήκες δημοσιονομικής επέκτασης και κοινωνικής ενσωμάτωσης. Ο Τσίπρας σε συνθήκες χρεοκοπίας, επιτήρησης και περιορισμένης κρατικής κυριαρχίας. Η μίμηση του ύφους προσέκρουσε στα όρια της εποχής.
Ο Πάνος Καμμένος μιμήθηκε μιαν άλλη πλευρά: τον πατριωτικό, αντισυστημικό και θεατρικό Ανδρέα. Στη δική του εκδοχή, η εθνική ανεξαρτησία αποσπάστηκε από το σοσιαλιστικό, κοινωνικό της περιεχόμενο και έγινε κυρίως καταγγελία, συνωμοσιολογική έξαρση, αντιμνημονιακός θυμός. Ηταν ανδρεϊσμός χωρίς ΠΑΣΟΚ, χωρίς κοινωνικό συμβόλαιο, χωρίς προοπτική μαζικής ηγεμονίας.
Ακόμη και η Κεντροδεξιά δανείστηκε κατά καιρούς στοιχεία του ανδρεϊκού ρεπερτορίου: την υπόσχεση προστασίας των μεσαίων στρωμάτων, τη ρητορική εθνικής διαπραγμάτευσης, την καταγγελία των διαπλεκόμενων συμφερόντων. Από τον Κώστα Καραμανλή έως τον Αντώνη Σαμαρά, εμφανίστηκαν στιγμές όπου η ηγεσία επιδίωξε άμεσο συναισθηματικό δεσμό με ένα ακροατήριο που ένιωθε αδικημένο ή περικυκλωμένο. Η μίμηση ήταν βεβαίως ατελής: απουσίαζε ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός του αρχικού προτύπου.
Οσοι μιμήθηκαν τον Ανδρέα αντέγραψαν εν πολλοίς τρία πράγματα: την προσωποκεντρική ηγεσία, την πολωτική γλώσσα και την υπόσχεση αποκατάστασης της λαϊκής αξιοπρέπειας. Εκείνο που δεν μπορούσαν να αντιγράψουν ήταν την ιδιότυπη και καινοφανή πολιτική προσωπικότητα που συγκροτήθηκε από μια ασυνήθιστη βιογραφική διαδρομή: τη νεανική ριζοσπαστικοποίηση, τη λαμπρή ακαδημαϊκή πορεία στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, την καινοτόμο ματιά στην πολιτική οικονομία, τον επαναπατρισμό στην ταραγμένη δεκαετία του 1960, την απογοήτευση από τον κεντρώο συμβιβασμό, την αντιδικτατορική εξορία του ΠΑΚ, την επαφή με τα κινήματα αμφισβήτησης, την ώσμωση με την τριτοκοσμική Αριστερά και την απόσταση από τον σταλινισμό.
Οι επίγονοι, σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας, μιμήθηκαν λέξεις, χειρονομίες, τακτική και τελετουργίες. Η σύμπτωση όμως διανοητικής σκευής και διεθνούς εμπειρίας, αντιδικτατορικής νομιμοποίησης, ιδρυτικής ικανότητας και χαρισματικής εξουσίας που ενέπνευσε θαυμασμό στους οπαδούς, αμηχανία στους αντιπάλους και σχέσεις εμπιστοσύνης, πειθαρχίας και κυριαρχίας στο κόμμα, αποδείχθηκε πως δεν ήταν φόρμουλα προς εφαρμογή. Ο ανδρεϊσμός επιβίωσε, εντέλει, ως κληρονομιά προς επίκληση, όχι ως εμπειρία που μπορούσε να επαναληφθεί.
*Η κ. Λαμπρινή Ρόρη είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Πολιτικής Ανάλυσης στο ΕΚΠΑ.

Τι άλλαξε στην εξωτερική πολιτική;
Του Αντώνη Κλάψη
Η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας μετά το 1974 είχε έναν σαφή στρατηγικό προσανατολισμό: τη στερέωση της χώρας στον δυτικό κόσμο. Η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ, η σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και, κυρίως, η ένταξη στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες δεν αντιμετωπίζονταν ως επιμέρους διπλωματικές επιλογές. Συνιστούσαν τον πυρήνα μιας στρατηγικής που αποσκοπούσε στην κατοχύρωση της διεθνούς θέσης της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, στην ενίσχυση της ασφάλειάς της έναντι της τουρκικής απειλής, στην οικονομική της ανάπτυξη και στην εμπέδωση των δημοκρατικών της θεσμών μετά την τραυματική εμπειρία της δικτατορίας.
Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981 φαινομενικά απειλούσε να οδηγήσει σε ριζική ανατροπή αυτής της πορείας. Η αντιπολιτευτική ρητορική του Ανδρέα Παπανδρέου υπήρξε έντονα αντιδυτική, αντιαμερικανική, αντινατοϊκή και, αρχικά τουλάχιστον, αντιευρωπαϊκή. Το σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» συμπύκνωνε μια συνολικότερη αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα έπρεπε να απεμπλακεί από μηχανισμούς που υποτίθεται ότι περιόριζαν την εθνική της ανεξαρτησία. Απέναντι στο «ανήκομεν εις την Δύσιν» του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο Παπανδρέου αντέτασσε την ανάγκη μιας αδέσμευτης εξωτερικής πολιτικής, η οποία περιελάμβανε και αρκετά τριτοκοσμικά στοιχεία.
Ωστόσο, η πράξη αποδείχθηκε πολύ πιο σύνθετη από τη ρητορική. Η Ελλάδα δεν αποχώρησε ούτε από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ούτε από το ΝΑΤΟ. Ο Παπανδρέου υποστήριξε ότι το κόστος της εξόδου θα ήταν πολύ μεγαλύτερο από το κόστος της παραμονής. Αυτό δεν σήμαινε ότι εγκατέλειψε την προσπάθεια διαφοροποίησης. Σήμαινε όμως ότι η διαφοροποίηση θα γινόταν εντός των υφιστάμενων πλαισίων και όχι διά της ρήξης με αυτά. Εδώ βρίσκεται η θεμελιώδης αντίφαση, αλλά και η ουσιώδης σημασία της εξωτερικής του πολιτικής: ριζοσπαστισμός στη γλώσσα, ρεαλισμός στην τελική επιλογή.
Η πραγματική τομή δεν ήταν επομένως γεωπολιτική. Η Ελλάδα δεν άλλαξε στρατόπεδο. Αλλαξε όμως τον τρόπο με τον οποίο μιλούσε για τη θέση της, τον τρόπο με τον οποίο διαπραγματευόταν μέσα στα δυτικά και ευρωπαϊκά πλαίσια, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο νομιμοποιούσε εσωτερικά την εξωτερική της πολιτική. Η διπλωματία έγινε πιο διεκδικητική, συχνά πιο συγκρουσιακή, οπωσδήποτε πιο πολιτικοποιημένη. Η Αθήνα αναζήτησε μεγαλύτερα περιθώρια αυτονομίας, άνοιξε διαύλους με τον αραβικό κόσμο, πρόβαλε εντονότερα την κυπριακή και ελληνοτουρκική διάσταση της ασφάλειάς της και αξιοποίησε την κοινοτική συμμετοχή ως πεδίο διαπραγμάτευσης. Η υπόθεση των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων έδειξε ότι η «στρατηγική του κακού παιδιού» μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να αποδώσει πρακτικά αποτελέσματα.
Υπήρχε, βεβαίως, και η άλλη πλευρά. Η εξωτερική πολιτική της δεκαετίας του 1980 επιβαρύνθηκε από τη δυσπιστία έναντι της διπλωματικής υπηρεσίας, την τάση προσωποποίησης των χειρισμών, την κομματικοποίηση και τη συχνή σύγχυση ανάμεσα στη διεθνή στρατηγική και στο εσωτερικό πολιτικό μήνυμα. Οι «αστερίσκοι» στο ΝΑΤΟ και στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ικανοποιούσαν πολλές φορές το ακροατήριο εντός της Ελλάδας, χωρίς πάντα να ενισχύουν τη θέση της χώρας στο εξωτερικό.
Στην τελευταία πρωθυπουργική θητεία του, μετά το 1993, ο Παπανδρέου εμφανίστηκε διαφορετικός. Το ΠΑΣΟΚ είχε πλέον αποδεχθεί πλήρως την ευρωπαϊκή και δυτική θέση της Ελλάδας. Η παλιά ρητορική της αποδέσμευσης είχε χάσει την πρακτική της σημασία. Παρέμενε όμως η προσωπική του σφραγίδα: η διάθεση για αιφνιδιαστικές κινήσεις, η προτίμηση στην προσωπική διπλωματία, η πίστη ότι μια τολμηρή πρωτοβουλία μπορούσε να αναδιατάξει το διαπραγματευτικό πεδίο. Το εμπάργκο στην ΠΓΔΜ και, στη συνέχεια, η Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995 αποτύπωσαν αυτή την ταλάντευση ανάμεσα στην επίδειξη πυγμής και στην αναγκαιότητα του συμβιβασμού.
Μετά τον Ανδρέα, η ελληνική εξωτερική πολιτική κράτησε περισσότερο τον ρεαλισμό της πράξης παρά τη ρητορική της ρήξης. Ωστόσο, η κληρονομιά του υπήρξε αμφίσημη. Από τη μία πλευρά, εμπέδωσε την αντίληψη ότι η Ελλάδα, αν και μικρομεσαία δύναμη, δεν είναι καταδικασμένη να είναι παθητικός δέκτης αποφάσεων. Μπορεί να διεκδικεί, να ελίσσεται, να αξιοποιεί τους θεσμούς στους οποίους συμμετέχει. Από την άλλη, ιδίως στην πρώτη περίοδο διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ο ελληνικός λαός εθίστηκε σε μια επικίνδυνη διγλωσσία: άλλα να λέγονται προς εσωτερική κατανάλωση και άλλα να γίνονται στην πράξη. Ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν άλλαξε τον ελληνικό γεωπολιτικό προσανατολισμό. Μετέβαλε όμως βαθιά τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα αντιλαμβανόταν, διαπραγματευόταν και εξηγούσε αυτή τη θέση – όχι πάντοτε χωρίς κόστος.
*Ο κ. Αντώνης Κλάψης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Το βιβλίο του «Ενας κόσμος χωρίς κανόνες; Το διεθνές σύστημα στη συγκυρία της απορρύθμισης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Πώς διαμόρφωσε την πολιτική κουλτούρα της Μεταπολίτευσης;
Του Κωστή Κορνέτη
Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Ανδρέας Παπανδρέου παραμένει ίσως η πιο καθοριστική πολιτική μορφή της μακράς Μεταπολίτευσης. Για κάποιους υπήρξε ο χαρισματικός ηγέτης που έδωσε φωνή στους «μη προνομιούχους» και αποκατέστησε μια ιστορική αδικία εις βάρος όσων είχαν αποκλειστεί από τη δημόσια ζωή στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Για άλλους αποτέλεσε τον αρχιτέκτονα μιας κουλτούρας λαϊκισμού, υπερπολιτικοποίησης και κρατισμού, οι συνέπειες της οποίας βάρυναν τη χώρα για δεκαετίες. Και οι δύο αναγνώσεις περιέχουν ψήγματα αλήθειας. Καμία όμως δεν αρκεί από μόνη της για να εξηγήσει το φαινόμενο «Ανδρέας».
Αν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπήρξε ο πολιτικός που αποκατέστησε τη δημοκρατική νομιμότητα μετά τη δικτατορία, ο Ανδρέας Παπανδρέου υπήρξε εκείνος που συνέβαλε στον κοινωνικό και πολιτισμικό εκδημοκρατισμό της. Η «πρώτη» Μεταπολίτευση, των ετών 1974-1981, οικοδόμησε τους θεσμούς της νεότευκτης δημοκρατίας: νομιμοποίηση του ΚΚΕ, νέο Σύνταγμα, αποκατάσταση κοινοβουλευτικής ομαλότητας, ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Ωστόσο, για μεγάλα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας –τους ηττημένους του Εμφυλίου, τους πολιτικά αποκλεισμένους, τα λαϊκά και επαρχιακά στρώματα– η δημοκρατία παρέμενε ακόμη κάτι σχετικά απόμακρο, μια θεσμική συνθήκη χωρίς πλήρη συναισθηματική ένταξη.
Εδώ ακριβώς έγκειται η ιστορική σημασία του Ανδρέα. Ο Παπανδρέου δεν εκπροσώπησε απλώς κοινωνικές ομάδες· συνέβαλε στην ενσωμάτωση μνημών, τραυμάτων και βιογραφιών που μέχρι τότε παρέμεναν στο περιθώριο της επίσημης εθνικής αφήγησης. Η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, η συμβολική αποστιγματοποίηση της Αριστεράς, η ανάδειξη των «μη προνομιούχων» σε κεντρικό πολιτικό υποκείμενο δεν ήταν απλώς προεκλογικά συνθήματα· υπήρξαν πράξεις κοινωνικής αναγνώρισης. Σε αυτό το πλαίσιο, η δεκαετία του ’80 δεν σήμανε μόνο εναλλαγή εξουσίας, αλλά και μια βαθύτερη αναδιανομή συμβολικού κύρους.
Η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, η συμβολική αποστιγματοποίηση της Αριστεράς, η ανάδειξη των «μη προνομιούχων» σε κεντρικό πολιτικό υποκείμενο δεν ήταν απλώς προεκλογικά συνθήματα· υπήρξαν πράξεις κοινωνικής αναγνώρισης.
Δεν ήταν τυχαίο ότι ο Ανδρέας μίλησε σε μια γενιά βαθιά πολιτικοποιημένη από τη δικτατορία, το Πολυτεχνείο και τη ριζοσπαστικοποίηση των ’70s. Η γλώσσα της «εθνικής ανεξαρτησίας» και της «λαϊκής κυριαρχίας», ακόμη και όταν αποκτούσε υπερβολικούς ή αντιφατικούς τόνους, λειτουργούσε ως γλώσσα αξιοπρέπειας για κοινωνικές ομάδες που ένιωθαν ιστορικά αόρατες ή εξαρτημένες για δεκαετίες. Ο δε αντιαμερικανισμός της εποχής, για παράδειγμα, δεν ήταν μόνο ιδεολογικό σύνθημα· υπήρξε και τρόπος επεξεργασίας του τραύματος της δικτατορίας και της αίσθησης εξωτερικής επιβολής.
Ταυτόχρονα, ο εκσυγχρονισμός που προώθησε το ΠΑΣΟΚ των αρχών της δεκαετίας του ’80 δεν υπήρξε αμελητέος. Το ΕΣΥ, η κατάργηση της προίκας, η αποποινικοποίηση της μοιχείας, η αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου, η ενίσχυση της ισότητας των φύλων και η πολιτισμική απελευθέρωση μιας κοινωνίας ακόμη βαθιά συντηρητικής συνιστούν τομές που δύσκολα μπορούν να αγνοηθούν. Υπό αυτή την έννοια ο Ανδρέας υπήρξε, παραδόξως, ένας ηγέτης που ήταν ταυτόχρονα λαϊκιστής και εκσυγχρονιστής – μια αντίφαση που χαρακτηρίζει ίσως συνολικά τη μεταπολιτευτική Ελλάδα.
Ασφαλώς, το τίμημα υπήρξε υπαρκτό. Η διόγκωση των πελατειακών πρακτικών, η κομματικοποίηση του κράτους, η υπερβολική πόλωση και οι δημοσιονομικές παρεκκλίσεις αποτελούν κι αυτές μέρος της κληρονομιάς του. Θα ήταν όμως ιστορικά απλουστευτικό να διαβάσουμε τη δεκαετία του ’80 αποκλειστικά μέσα από τον φακό της μετέπειτα κρίσης χρέους ή μιας ηθικολογικής αναδρομής. Οι κοινωνίες δεν αλλάζουν γραμμικά, ούτε χωρίς αντιφάσεις.
Ισως το σημαντικότερο στοιχείο της κληρονομιάς του Ανδρέα Παπανδρέου να βρίσκεται αλλού: στη βαθιά μεταμόρφωση της πολιτικής κουλτούρας της Μεταπολίτευσης. Ο Ανδρέας κατανόησε νωρίς ότι η πολιτική δεν αφορά μόνο θεσμούς ή οικονομικούς δείκτες, αλλά αφορά το συναίσθημα και την αίσθηση συμμετοχής. Μετέτρεψε την πολιτική σε πεδίο μαζικής ταύτισης – άλλοτε δημιουργικής, άλλοτε διχαστικής, πάντως βαθιά συμμετοχικής.
Τριάντα χρόνια μετά, η Ελλάδα ίσως να μην είναι πια ανδρεϊκή με την αυστηρή έννοια. Ωστόσο εξακολουθεί να κινείται μέσα σε μια πολιτική και συναισθηματική γραμματική που εκείνος, σε μεγάλο βαθμό, συνέβαλε να διαμορφωθεί. Και αυτό είτε τον θαυμάζει κανείς είτε τον επικρίνει, δύσκολα πάντως μπορεί να το παραβλέψει.
*Ο κ. Κωστής Κορνέτης είναι κύριος ερευνητής στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και σύμβουλος της ισπανικής κυβέρνησης σε θέματα ιστορικής μνήμης.
Ηταν αγάπη ή μίσος η σχέση του με την Αριστερά;
Του Κωστή Καρπόζηλου
Στις 9 Αυγούστου 1939 οι αθηναϊκές εφημερίδες κατέγραψαν μία ακόμη επιτυχία των διωκτικών αρχών στην καταπολέμηση του κομμουνιστικού κινδύνου: τη σύλληψη μιας φοιτητικής ομάδας που συνδέονταν με το «λαθρόβιο» έντυπο Προλετάριος. Στο σπίτι ενός είχε βρεθεί η γραφομηχανή και ο πολύγραφος – το ιερό εργαλείο της παρανομίας. Αυτός, ο άνθρωπος αυτός, ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ο εικοσάχρονος φοιτητής της Νομικής υπέγραψε δήλωση μετανοίας, κατονόμασε τους συντρόφους του και αναχώρησε για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η υπόθεση αρχειοθετήθηκε. Η μετεωρική όμως πορεία του Ανδρέα Παπανδρέου στην ελληνική πολιτική ζωή είχε ως αποτέλεσμα την «αποκάλυψή» της. Στον απόηχο των Ιουλιανών ο Κωνσταντίνος Μανιαδάκης ανέσυρε τον «φάκελο Παπανδρέου»: και κομμουνιστής και δηλωσίας. Δύο δεκαετίες μετά, ο «Ελεύθερος Τύπος» απάντησε στις –κατασκευασμένες– «αποκαλύψεις» της «Αυριανής» σε βάρος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη με το ίδιο νόμισμα: «Ο Ανδρέας καταδότης της δικτατορίας».
Στην ιστορία όμως αυτή το κρίσιμο δεν είναι η δήλωση του Ανδρέα Παπανδρέου. Ηταν η πολιτική του επιλογή: η ένταξή του δηλαδή σε έναν κύκλο νεαρών επαναστατών –ανάμεσά τους ο Κορνήλιος Καστοριάδης– που εμπνέονταν από τον Λέοντα Τρότσκι και όχι τον Ιωσήφ Στάλιν. Προφανώς, ο Παπανδρέου δεν παρέμεινε τροτσκιστής. Η εξέλιξη όμως της διανοητικής και πολιτικής του σκέψης φανερώνει μια διαρκή επικοινωνία με τον χώρο που στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου ονομάστηκε «αντι-σταλινική Αριστερά». Αυτός στην Ελλάδα υπήρξε μειοψηφικός εξαιτίας των ειδικών χαρακτηριστικών της δεκαετίας του 1940.
Δεν επεδίωξε να εμφανιστεί ως ο νόμιμος κληρονόμος του ελληνικού κομμουνισμού, αλλά μέσα από την ηχηρή αμφισβήτησή του διεκδίκησε το ακροατήριο της Αριστεράς προσφέροντας μια απάντηση στο ιστορικό ερώτημα της ήττας της και κυρίως στη δυνατότητα της νίκης της.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες από την άλλη, και ειδικότερα στα ακαδημαϊκά και πολιτικά περιβάλλοντα που κινήθηκε ο Παπανδρέου, η «αντι-σταλινική Αριστερά» ήταν ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Διανοούμενοι και ακτιβιστές που τη δεκαετία του 1930, στα χρόνια της Μεγάλης Yφεσης, είχαν διαφορετικούς βαθμούς εμπλοκής στο τροτσκιστικό κίνημα, πλέον μετασχημάτιζαν την ταυτόχρονη κριτική τους στον καπιταλισμό και στον σταλινισμό σε μια νέα σύνθεση που αναφερόταν στον δημοκρατικό σοσιαλισμό και στον ριζοσπαστισμό των κοινωνικών κινημάτων.
Αυτή την κουλτούρα εισήγαγε ο Παπανδρέου στην ελληνική πολιτική σκέψη ήδη από τα χρόνια της δικτατορίας: ταύτιση με τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, λαϊκή και εργατική αυτοδιαχείριση και κυρίως ρητορική σοσιαλιστικού μετασχηματισμού που δεν ταυτίζονταν με το φορτίο του ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος. Ή για να είμαι ακόμη πιο ακριβής, ρητορική σοσιαλιστικού μετασχηματισμού σε αντιπαράθεση με τον ιστορικό κομμουνισμό. Είναι ενδεικτικό το σχήμα που διατύπωσε ο Παπανδρέου για την πρόσφατη ελληνική Ιστορία: το ΕΑΜ ως ένα γνήσιο λαϊκό κίνημα που ηττήθηκε από την «προδοσία» της Σοβιετικής Ενωσης και τον δογματισμό της πειθήνιας, σε αυτήν, ηγεσίας του ΚΚΕ. Είναι μια ανάγνωση που παραπέμπει στην τροτσκιστική παράδοση και ταυτόχρονα αποπνέει μια ευθεία αμφισβήτηση του κύρους του Κομμουνιστικού Κόμματος. Και νομίζω ότι εδώ είναι το κλειδί της όλης υπόθεσης: ο Παπανδρέου δεν ένιωθε κάποιο δέος έναντι του κόμματος αυτού· το είχε απονομιμοποιήσει μέσα του από τα νεανικά του χρόνια και στη συνέχεια ο χώρος στον οποίο διαμόρφωσε τη σκέψη του επιβεβαίωνε την αρχική καχυποψία ή και ανοιχτή αντιπαλότητα με τους κάθε λογής «σταλινικούς».
Αν το σκεφτεί κανείς, το ΠΑΚ δεν συνεργάστηκε ποτέ στην πραγματικότητα με τις οργανώσεις της κομμουνιστικής Αριστεράς επί χούντας, ο Φλωράκης μάταια περίμενε το τηλεφώνημα εκείνο για τη συγκυβέρνηση μετά τις εκλογές του 1981, ο λόγος του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν συστηματικά απαξιωτικός όταν αναφερόταν είτε στην Αριστερά του «σαλονιού» είτε σε εκείνη που έμενε προσκολλημένη στις κατευθύνσεις της Μόσχας. Την ίδια ώρα, ένιωθε περισσή άνεση να συνομιλεί με παλιούς επαναστάτες που προέρχονταν από την τροτσκιστική παράδοση, όπως ο Μιχάλης Ράπτης (Πάμπλο), και να ενσωματώνει την κοινωνική βάση της προδικτατορικής Αριστεράς που είχε ταυτιστεί με το εγχείρημα της ΕΔΑ, δηλαδή της ελληνικής εκδοχής του «εθνικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό». Αυτή ήταν η ιδιαιτερότητα του Ανδρέα Παπανδρέου. Δεν επεδίωξε να εμφανιστεί ως ο νόμιμος κληρονόμος του ελληνικού κομμουνισμού, αλλά μέσα από την ηχηρή αμφισβήτησή του διεκδίκησε το ακροατήριο της Αριστεράς προσφέροντας μια απάντηση στο ιστορικό ερώτημα της ήττας της και κυρίως στη δυνατότητα της νίκης της. Η ειρωνεία του Παπανδρέου είναι ότι ξεκίνησε από την αποκαθήλωση της προσωπολατρίας, για να αναγορεύσει, τελικά, τον εαυτό του σε αντικείμενό της.
*Ο κ. Κωστής Καρπόζηλος είναι επίκουρος καθηγητής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Πώς επιζεί η μορφή του στα social media;
Του Βασίλη Βαμβακά
Ο Ανδρέας Παπανδρέου έχει προσελκύσει το επιστημονικό και δημοσιογραφικό ενδιαφέρον ως ένα από τα πιο κομβικά πρόσωπα της σύγχρονης Ελλάδας. Ακόμη και δημοσκοπήσεις που γίνονται κατά καιρούς με σκοπό την εκτίμηση του πιο δημοφιλούς πολιτικού της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, τον Ανδρέα Παπανδρέου αναδεικνύουν σε αναμφισβήτητο νικητή. Το αποτύπωμά του, παρότι σε μεγάλο βαθμό έχει συνδυαστεί με την ανάπτυξη του λαϊκισμού, παραμένει αναλλοίωτο και γίνεται συχνά-πυκνά σημείο αναφοράς όχι μόνο του δικού του πολιτικού κόμματος αλλά και αντίπαλων πολιτικών χώρων και ηγετών (π.χ. Κώστας Καραμανλής, Αλέξης Τσίπρας).
Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες αποτυπώσεις του πολιτικού φαινομένου «Ανδρέας» μπορεί να βρεθεί στα πολλά memes που έχουν παραχθεί με τον ίδιο πρωταγωνιστή, στη σημερινή εποχή των social media και της τεχνητής νοημοσύνης. Είτε μέσα από το «Παλιό ΠΑΣΟΚ το Ορθόδοξο», είτε μέσα από άλλες κοινότητες παραγωγής διαδικτυακού χιούμορ, η φυσιογνωμία του «Ανδρέα» αποκτά και επιβεβαιώνει την πλήρη αμφισημία της. Ολες οι χιουμοριστικές αναφορές σε αυτόν και στο «αυθεντικό» ΠΑΣΟΚ έρχονται να παραγάγουν ένα ιδιαίτερα πλούσιο και διασκεδαστικό πλαίσιο αναστοχαστικής νοσταλγίας. Μιας νοσταλγίας που ενώ αναπολεί το παρελθόν, λειτουργεί τελικά ως μια ειρωνική μυθοποίησή του. Ειδικά όλα εκείνα τα μιμίδια που συγκρίνουν το (πασοκικό) «τότε» με το (συριζαίικο ή νεοδημοκρατικό) «τώρα» έρχονται να μυθολογήσουν περιπαιχτικά πρακτικές και αναμνήσεις της εποχής της αφθονίας –δεκαετία του 1980 και αρχές του 1990– που η πολιτική «αλλαγή» του Ανδρέα επέφερε.

Η φωτογραφία του Παπανδρέου περιτριγυρισμένη με συνθήματα και ευφυολογήματα αποτελεί αγαπημένο μοτίβο αυτών των μιμιδίων. Τα περισσότερα ξεκινούν με τη φράση «Με το ΠΑΣΟΚ» και καταλήγουν σε διάφορες παραλλαγές: «Στις σαλάτες του Βασιλόπουλου έβρισκες καραβίδες», «καπνίζατε και στην εντατική», «every day was black Friday», «ανοίγαμε τα air condition για να σπάσει η ζέστη από τα καλοριφέρ» κ.ά. Η συλλογική ανάμνηση ή αίσθηση ότι τα χρόνια της πρώτης κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ ο λαός «έφαγε ψωμάκι» γίνεται το βασικό υλικό επιβεβαιωτικής διακωμώδησης.
Ο Ανδρέας σηματοδοτεί ως ηγέτης την εποχή της ασταμάτητης κατανάλωσης, του εύκολου δανεισμού, της αχαλίνωτης βραδινής διασκέδασης, του μαζικού διορισμού στο Δημόσιο, της κοινωνικής ανόδου χωρίς ηθικές αναστολές. Είναι το σύμβολο ενός «χαμένου παραδείσου», μιας ιδεατής εποχής στην οποία οι κανόνες της σημερινής πολιτικής ορθότητας ήταν εντελώς άγνωστοι. Σε αυτό το πλαίσιο η χαρισματικότητα του Ανδρέα συνδέεται και με την πρόδηλη ανδροπρέπειά του, είτε αυτή αφορά τη σχέση του με τη Δήμητρα Λιάνη, είτε το ζεϊμπέκικο που χόρευε σε λαϊκά μαγαζιά.
Η νέα αυτή μορφή γελοιογραφίας δείχνει ότι η φυσιογνωμία του Ανδρέα Παπανδρέου καταλαμβάνει καταλυτικό χώρο στη συλλογική πολιτική μνήμη εξαιτίας μιας παρακαταθήκης που παρότι αμφιλεγόμενη, δεν αναιρεί τη δημοφιλία του. Είναι ο ηγέτης που κατάφερε να προσωποποιήσει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον την κοινωνική ευαισθησία –ιδίως για όσους αυτοπροσδιορίζονται εσαεί ως μη προνομιούχοι– αλλά και εκείνος ο πρωθυπουργός που ταυτίζεται με την οικονομική σπατάλη. Στο σύμβολο «Ανδρέας» συναντιέται ο ιδεότυπος του πολιτικού πατερναλισμού αλλά και της απόλυτης ηθικής επιτρεπτικότητας-ελευθερίας. Το χάρισμά του συνδυάζει το πάθος για τις λαϊκές έξεις με το τεχνοκρατικό κύρος. Oπως κάθε σύγχρονος ήρωας, ο «Ανδρέας» είναι διττός, όχι μονοδιάστατος. Αυτό τον κάνει ίνδαλμα εντός και εκτός εισαγωγικών.
Στα συγκεκριμένα memes ο Ανδρέας δεν λειτουργεί ως ιστορικό πρόσωπο που αξιολογείται με όρους πολιτικής αποτελεσματικότητας. Είναι η μυθική φιγούρα που η συλλογική μνήμη ανακαλεί και ανακατασκευάζει μεταθανάτια ως πολιτικό σύμβολο μιας χαμένης κανονικότητας. Ο Ανδρέας Παπανδρέου αποκτά μια «δεύτερη ζωή» στον ψηφιακό δημόσιο χώρο όχι απλώς ως ο κατεξοχήν χαρισματικός πολιτικός ηγέτης του παρελθόντος αλλά και ως ο ηγέτης που σήμερα δεν θα μπορούσε να υπάρξει παρά μόνο στη φαντασία μας. Με αυτόν τον τρόπο η διαδικτυακή χιουμοριστική «αποθέωση» του Ανδρέα εντέλει λειτουργεί κριτικά απέναντι στην ίδια την πολιτική νοσταλγία και στους επίδοξους μιμητές του.
*Ο κ. Βασίλης Βαμβακάς είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας, ΑΠΘ.
Ηταν ο πατέρας του λαϊκισμού;
Του Ηλία Ντίνα
Ρώτησα έναν (Γερμανό) φοιτητή μου να ζητήσει (στα Αγγλικά) από μια πλατφόρμα τεχνητής νοημοσύνης να ονομάσει τους τρεις πιο λαϊκιστές Eλληνες πολιτικούς ηγέτες. Πρώτος εμφανίστηκε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Επανέλαβα την άσκηση από άλλη πλατφόρμα και πήρα την ίδια απάντηση. Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ παραμένει το αρχέτυπο λαϊκιστή Ελληνα πολιτικού. Ηταν; Θα μου πείτε: μα καλά, γι’ αυτό θα συζητάμε;
Κι όμως. Για να απαντήσουμε το ερώτημα θα ήταν, πιστεύω, ορθό να ορίσουμε τον όρο λαϊκιστής. Θα δανειστώ τον ορισμό του Κας Μούντε όχι γιατί είναι ο καλύτερος, αλλά γιατί είναι ο επικρατέστερος – και άρα αυτός που νοηματοδοτεί περισσότερο από τους υπολοίπους και τη συζήτηση περί λαϊκισμού. Λαϊκισμός λοιπόν, σύμφωνα με τον Μούντε, είναι η «λεπτή ιδεολογία» που χωρίζει την κοινωνία σε δύο ομοιογενή και ανταγωνιστικά στρατόπεδα, τον αγνό λαό απέναντι στη διεφθαρμένη ελίτ, και που ζητάει η πολιτική να εκφράζει τη γενική βούληση του πρώτου. Το καλό με αυτόν τον ορισμό είναι πως, σε έναν βαθμό, δεν ρίχνει στον λαϊκιστικό πολτό όλα όσα δεν μας αρέσουν. Δεν είναι όλα τα κακά της πολιτικής κατ’ ανάγκην λαϊκισμοί.

Με βάση λοιπόν αυτόν τον ορισμό νομίζω πως η απάντηση στην ερώτηση αν ο Ανδρέας ήταν λαϊκιστής δεν είναι ξεκάθαρη. Ισως, μάλιστα, να είναι αρνητική. Και εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση. Ο Ανδρέας διέθετε ασφαλώς πολλά από τα χαρακτηριστικά που σήμερα συνδέουμε με τον λαϊκισμό: χαρισματική ηγεσία, άμεση επίκληση στον λαό, απλουστευτικά συνθήματα, μια πολιτική αφήγηση που συχνά χώριζε τον κόσμο σε φίλους και αντιπάλους. Ομως αυτά είναι πρωτίστως χαρακτηριστικά πολιτικού ύφους και επικοινωνίας. Το κύριο ερώτημα είναι αν ο πυρήνας της πολιτικής σκέψης του οργανωνόταν γύρω από τη θεμελιώδη λαϊκιστική αντίθεση λαού και ελίτ. Και η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι τόσο προφανής όσο συνήθως υποθέτουμε.
Ο λαϊκισμός χρειάζεται έναν εσωτερικό εχθρό, ένα κατεστημένο, ένα «σύστημα» εντός του έθνους που υποτίθεται ότι προδίδει τη βούλησή του. Ο Ανδρέας δεν αναζήτησε ποτέ, πραγματικά, μια εγχώρια ελίτ για να την αντιπαραθέσει στον λαό. Θα πείτε: μα δεν ήταν αυτό «η Δεξιά που ο λαός δεν ξεχνά»; Δεν αντιπροσώπευσε αυτή το establishment; Κι όμως, η αντιδεξιά ροπή του Ανδρέα Παπανδρέου δεν ήταν δομημένη πάνω σε μια αμιγώς και αυθαίρετα οριοθετημένη αξιακή διάκριση μεταξύ αγνού λαού και ελίτ, αλλά ενείχε βαθιά ιστορική και ιδεολογική χροιά.
Αυτό που καλούνταν να μην ξεχάσει ο λαός ήταν νοηματοδοτημένο σε έναν συγκεκριμένο ιστορικό και ιδεολογικοπολιτικό χρόνο και χώρο. Hταν κατά βάθος μια μάχη μνήμης γύρω από το παρελθόν, πολύ περισσότερο από μια προσπάθεια εμφύσησης της τομής ελίτ εναντίον λαού. Γι’ αυτό και η διάκριση Δεξιάς – αντιδεξιάς κατέληξε να γίνει, τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, η βασική διαιρετική τομή. Βρήκε πάτημα σε πραγματικές κοινωνικές και ιστορικοπολιτικές ρωγμές.
Θα μπορούσε βέβαια να πει κάποιος πως η κατεστημένη ελίτ στον λαϊκισμό του Ανδρέα δεν ήταν εσωτερική, αλλά εξωτερική. Ακόμη κι έτσι όμως υπάρχει μια σημαντική διαφοροποίηση: το αντίπαλον δέος που αντιπαρέταξε ως απειλή των συμφερόντων του λαού ο Ανδρέας δεν ήταν ένα αφηρημένο παγκόσμιο κατεστημένο που νοηματοδοτείται γύρω από ετερόκλητα παραδείγματα με κοινό παρονομαστή την αναγνωρισιμότητα και το χρήμα, όπως συμβαίνει συχνά σήμερα, αλλά έννοιες δομικές και βαθιά ιδεολογικές: ο ιμπεριαλισμός στη δεκαετία του ’70, ο νεοφιλελευθερισμός αργότερα.
Με αυτή την έννοια, η «Αλλαγή» δεν υποσχόταν στον λαό ότι θα συντρίψει μια ντόπια κάστα προδοτών, αλλά ότι θα τον τοποθετήσει μπροστά, ως υποκείμενο, απέναντι σε διεθνείς δομές εξάρτησης. Αυτό μπορούμε να το πούμε ριζοσπαστικό αντιιμπεριαλισμό ή τριτοκοσμική θεωρία εξάρτησης. Δεν είναι όμως αυτό που σήμερα ονομάζουμε λαϊκισμό.
Υπάρχει, βέβαια, και η αντίρρηση του πελατειακού κράτους: ότι η πραγματική κληρονομιά του δεν ήταν η ιδεολογία, αλλά ο μηχανισμός, η διανομή, το φούσκωμα του Δημοσίου ως εργαλείο συναίνεσης. Είναι βάσιμη παρατήρηση. Αλλά ο πελατειασμός δεν είναι λαϊκισμός· είναι παλαιότερος, πιο πεζός και διόλου αποκλειστικά δικός του.
Οι πολιτικές έννοιες αποκτούν και χάνουν την αξία τους ανάλογα με την εποχή στην οποία χρησιμοποιούνται. Ο «λαϊκισμός» του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν ένας λαϊκισμός στην εποχή των μεγάλων ιδεολογιών. Δεν έφερε τον λαό απέναντι σε έναν αόρατο εχθρό· τον έκανε φορέα μιας θεωρίας για το πώς λειτουργεί ο κόσμος.
*O κ. Ηλίας Ντίνας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και κάτοχος της ελβετικής έδρας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας.

