Σχεδόν μία δεκαετία μετά την έναρξη των εργασιών, ολοκληρώθηκε ένα από τα πλέον απαιτητικά έργα αποκατάστασης στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης.
Με την αφαίρεση των σκαλωσιών, το δυτικό αέτωμα του Παρθενώνα αποκαλύπτεται ξανά στο σύνολό του, φέρνοντας στο προσκήνιο τη μοναδική αισθητική, τις αναλογίες και την αρχιτεκτονική ευφυΐα που τον έχουν καταστήσει παγκόσμιο σύμβολο.

Οι εργασίες είχαν σωστικό χαρακτήρα. Η αποκατάσταση των ορθοστατών του τυμπάνου αποτέλεσε μία από τις πλέον σύνθετες επεμβάσεις των τελευταίων ετών για την Υπηρεσία Συντήρησης Μνημείων Ακρόπολης (ΥΣΜΑ). Το έργο απαίτησε εξειδικευμένες τεχνικές λύσεις και απόλυτη ακρίβεια σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, από την επεξεργασία των νέων μαρμάρων έως την ανύψωση και την τοποθέτησή τους στο μνημείο. Ο μεγάλος ορθοστάτης του δυτικού αετώματος αποκαταστάθηκε στην αρχική γεωμετρία του μέσω συγκόλλησης των σωζόμενων αρχαίων θραυσμάτων και συμπλήρωσης με νέο μάρμαρο, ενώ ο δεύτερος κατασκευάστηκε εξ ολοκλήρου από νέο μάρμαρο.

Η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, έκανε λόγο για ένα «πραγματικά συγκλονιστικό θέαμα», τονίζοντας ότι «το αέτωμα, το οποίο γενιές Ελλήνων πολιτών και επισκεπτών από όλον τον κόσμο είχαν συνηθίσει να βλέπουν ελλιπές, ανακτά την αρχιτεκτονική του ενότητα». «Οι δύο νέοι ορθοστάτες, που τοποθετήθηκαν στις κενές θέσεις του, δεν αποκαθιστούν μόνο ένα μορφολογικό κενό. Επιτρέπουν να αναδειχθούν εκ νέου οι μοναδικές αναλογίες και η γεωμετρική τελειότητα της δυτικής όψης του Παρθενώνα», σημείωσε.
Η έκρηξη του 1687
Το τύμπανο του αετώματος του Παρθενώνα συντίθεται από δέκα ορθοστάτες με μέγιστο ύψος 3,425 μέτρα. Οι ιδιαίτερα υψηλοί κεντρικοί ορθοστάτες συνδέονταν με τον αντιθηματικό τοίχο συμπληρωματικά με οκτώ ζεύγη συνδέσμων ειδικής μορφής, τους λεγόμενους στρεπτοσυνδέσμους, και στο σύνολό τους ήταν γομφωμένοι αμφίπλευρα επάνω στα οριζόντια γείσα. Η τοποθέτησή τους έγινε από το μέσον προς τα άκρα.

Τα πλευρικά τοιχώματα του σηκού καταστράφηκαν σε μεγάλο βαθμό από την έκρηξη του 1687 και αναστηλώθηκαν εν μέρει τα νεότερα χρόνια, το 1844 και το 1928, με τη χρήση ογκόλιθων τοποθετημένων στο δυτικό τμήμα του τοίχου σε τυχαίες θέσεις.
Κατά τη δεκαετία του ’90 οι αναστηλωμένοι χώροι αποσυναρμολογήθηκαν, οι οξειδωμένοι σιδερένιοι σφιγκτήρες αφαιρέθηκαν και εξετάστηκαν εναλλακτικές δυνατότητες για νέα αποκατάσταση με στόχο την επανατοποθέτηση των ογκόλιθων στις αρχικές τους θέσεις (μελέτες: Ν. Τογανίδης – Κ. Ματάλα και Ν. Τογανίδης – Κ. Παράσχη).
Την περίοδο 2012-2015, πραγματοποιήθηκαν εργασίες δομικής αποκατάστασης και επανατοποθέτησης στους τοιχοβάτες, στον ορθοστάτη και στην πρώτη σειρά του βόρειου τοίχου του σηκού, σύμφωνα με την επικαιροποιημένη μελέτη των Κ. Σκαρή και Α. Βρούβα.
Μέχρι το τέλος του 2023, ολοκληρώθηκαν η αποκατάσταση και η επανατοποθέτηση όλων των λίθων του ορθοστάτη, καθώς και των λίθων της πρώτης και της δεύτερης σειράς.

