Η νομοθέτηση μεγάλων αυξήσεων στις αποδοχές των ιεραρχών, με συμπερίληψη σχετικού άρθρου σε νομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, έχει προκαλέσει, πέρα από ευρύτερες συζητήσεις και σχόλια, ετερόκλητες αντιδράσεις στο εσωτερικό της Ιεραρχίας. Ουσιαστικά με τη νέα ρύθμιση οι αποδοχές των ιεραρχών θα αντιστοιχούν στο 90% των αποδοχών του γενικού γραμματέα –4.500 με 4.800 ευρώ μεικτά– και οι αυξήσεις αφορούν τον Αρχιεπίσκοπο, τους μητροπολίτες και τους τιτουλάριους μητροπολίτες. Μικρότερες αυξήσεις προβλέπονται για τους επισκόπους και τους βοηθούς επισκόπους.
Οπως εξηγεί εκκλησιαστική πηγή, το θέμα δεν είναι καινούργιο. Είναι μια συζήτηση που είχε ξεκινήσει ήδη από την εποχή του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου. Οπως αναφέρει, τότε δημοσιοποιήθηκε το ύψος των μισθών που λαμβάνουν οι μουφτήδες και ετέθη αίτημα ισότιμης μεταχείρισης ως προς τον καθορισμό των μισθολογικών απολαβών. Το αίτημα παρέμεινε σε εκκρεμότητα και τώρα η κυβέρνηση αποφάσισε να προχωρήσει με την εν λόγω ρύθμιση. Μάλιστα, ορισμένοι ιεράρχες δηλώνουν αιφνιδιασμένοι από την εξέλιξη, παρά το γεγονός ότι ήταν γνωστό στο εσωτερικό της Εκκλησίας ότι το θέμα υπήρχε ως εκκρεμότητα στις συζητήσεις με την εκάστοτε κυβέρνηση.
Αλλος ιεράρχης αναφέρει ότι υπήρξαν το προηγούμενο διάστημα εισηγήσεις προς τον Αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο να ζητηθεί μια ευρύτερη μισθολογική αναβάθμιση που θα αφορά όχι μόνο την Ιεραρχία, αλλά το σύνολο του κλήρου, έστω και με μικρές αυξήσεις. Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες, από την πλευρά της κυβέρνησης απορρίφθηκε κάθε τέτοια συζήτηση, με παραπομπή στις δημοσιονομικές δυνατότητες.
H νομοθέτηση προσεγγίζεται ως ικανοποίηση ενός δίκαιου αιτήματος, μετά μάλιστα από πολύ καιρό, ωστόσο εκφρά- ζονται ενστάσεις για τη χρονική συγκυρία.
Στο εσωτερικό της Ιεραρχίας υπάρχουν διαφορετικές αντιδράσεις. Υπάρχουν ιεράρχες που θεωρούν ότι πρόκειται για ένα δίκαιο αίτημα που ικανοποιήθηκε έπειτα από πολύ καιρό και ότι όντως, όπως αναφέρεται και από την πλευρά της κυβέρνησης, οι μητροπολίτες καλούνται να ανταποκριθούν σε έναν εξαιρετικά σύνθετο ρόλο, που απαιτεί διοικητικές και διαχειριστικές δεξιότητες, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις έχουν τυπικά προσόντα που σε οποιαδήποτε θέση θα αμείβονταν με πολλαπλάσιες αμοιβές.
Ακόμη και αυτοί, όμως, εκφράζουν επιφυλάξεις για τη χρονική συγκυρία που επελέγη για να γίνει η συγκεκριμένη νομοθετική παρέμβαση από την κυβέρνηση. Είναι ένα σημείο στο οποίο συγκεντρώνονται οι περισσότερες ενστάσεις. Οπως αναφέρει μητροπολίτης, σε μια τόσο δύσκολη –οικονομικά– συγκυρία για την καθημερινότητα των πολιτών, η επιλογή της κυβέρνησης να νομοθετήσει τώρα ενέχει τον κίνδυνο να τους φέρει απέναντι από τους πολίτες, στους οποίους θα πρέπει να εξηγήσουν οι ίδιοι το σκεπτικό πίσω από τις μισθολογικές αυξήσεις. Αλλος ιεράρχης βάζει και την παράμετρο της προεκλογικής περιόδου και υποστηρίζει ότι μπορεί στα μάτια κάποιων να φανεί ότι η Ιεραρχία φροντίζει να αξιοποιήσει τη συγκυρία για να εξασφαλίσει προνόμια. Ακόμη και για το ύψος των αυξήσεων διατυπώνεται προβληματισμός, καθώς επισημαίνεται από ορισμένους ότι θα ήταν προτιμότερο να ανακοινωθεί μια συγκεκριμένη, οριζόντια μισθολογική αύξηση, ίσως λίγων εκατοντάδων ευρώ, και όχι να δίνεται αυτή η εικόνα διπλασιασμού αποδοχών, που είναι αναντίστοιχη με τα δεδομένα της συγκυρίας.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, αντικρουόμενες αντιδράσεις προκαλεί η δήλωση του μητροπολίτη Κυθήρων Σεραφείμ ότι θα διαθέσει το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης που θα προκύψει στις αποδοχές του στη στήριξη του φιλανθρωπικού σωματείου «Φιλοστοργία – Τσιριγώτικη Κοινωνική Φροντίδα» για την ενίσχυση της στέγασης εκπαιδευτικών και γιατρών που επιλέγουν να υπηρετήσουν στα Κύθηρα. Ορισμένοι ιεράρχες χαιρετίζουν την απόφαση, ενώ άλλοι αναφέρουν ότι επί της ουσίας δικαιώνονται όσοι λένε ότι δεν ήταν απαραίτητη η αύξηση αποδοχών.

