Οταν η γιαγιά ξεκίνησε να ξεχνάει, έμπαινα σταδιακά στην εφηβεία. Εγώ σε ένα σύμπαν εγρήγορσης και διαρκούς ανακάλυψης. Εκείνη στο κατώφλι μιας νέας αχαρτογράφητης πνευματικής αδυναμίας. «Πιο πολλά τα Ι.Χ. από τους ανθρώπους», έλεγε χαμογελαστή κάθε φορά που πηγαίναμε βόλτα με το αυτοκίνητο. Το χιουμοριστικό εύρημα ήταν ομολογουμένως επιτυχημένο και κάπως προφητικό. Μόνο που σε κάθε στενό, σε κάθε στροφή, ανά δύο λεπτά επαναλαμβανόταν.
Μπορούμε να περιγράψουμε την άνοια αν δεν τη βιώσουμε; Πολλές φορές στην καθημερινότητα η αφηρημάδα μάς παρασύρει, χάνουμε χρόνο σε ανοησίες ή ξεχνάμε ονόματα αγαπημένων ταινιών, σε σημείο να απορούμε πώς είναι δυνατόν να μας διαφεύγει κάτι τόσο προφανές. Θα κάνουμε τη γνωστή πλάκα περί «αρχών Αλτσχάιμερ», όμως άμεσα εκκινούμε τις διαδικασίες ανασυγκρότησης. Θυμόμαστε την ταινία που ο τίτλος της μας βασάνιζε, οργανώνουμε τον χρόνο μας, περιορίζουμε το χαζολόγημα. Παραμένουμε «ασφαλείς», υπάρχει ακόμη «χάρτης» στη σκέψη, στις αισθήσεις, στη μνήμη μας.
Πότε αρχίζει το τέλος;
Η αρχή της άνοιας για τη γιαγιά Ελένη-Ευφημία Ανδρονίδου, γεννηθείσα στην Πόλη το 1924, εμφανίστηκε πριν από περίπου δύο δεκαετίες και έμοιαζε πράγματι αχαρτογράφητη. Και ήταν, τουλάχιστον για εμάς που σε αυτό το ενδεκάχρονο ταξίδι της μέχρι το τέλος τη ζήσαμε ως φροντιστές-παρατηρητές. Ως προς εκείνη, δεν θα μάθουμε ποτέ πώς, σε ποιο ακριβές χρονικό σημείο και τελικά εάν χάθηκε ολοκληρωτικά η πυξίδα της σκέψης, της συνείδησης, της σύνδεσης με τον έξω κόσμο.
Ως παιδί στα τετ α τετ μας προσπαθούσα να τεντώσω το σχοινί της μνήμης της, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι κάτι καταφέρνω, ότι «υπάρχει βελτίωση». Δεν υπήρχε. Δεν ήταν όμως πάντα τελείως μάταιες οι απόπειρες. Τα μεσημέρια στο σπίτι της στην Αγία Βαρβάρα, παρακολουθώντας αθλητικά, τη ρωτούσα τι ομάδα είναι, εκμαιεύοντας την απάντηση. «Περαία μου, Περαία μου με τον Σαρωνικό σου», θα τραγουδούσε. Μεγάλωσε στον Πειραιά αφότου ήρθε από την Πόλη το 1925. Ο εκτελωνιστής πατέρας της είχε μόλις πεθάνει και όλο το σόι μετακόμισε στην Ελλάδα. «Μα καλά, αφού γεννήθηκες στην Κωνσταντινούπολη, δεν είσαι ΑΕΚ;», επέμενα παρότι με ικανοποιούσε η οπαδική μας ταύτιση. Απαντούσε καταφατικά –κρίνοντας εκ των υστέρων– επειδή μάλλον δεν ήθελε να με κακοκαρδίσει που τη ρωτούσα και όχι επειδή έτρεφε κάποια κρυφά φιλοκιτρινόμαυρα αισθήματα.
Η άνοια, λένε, μπορεί να προξενήσει παραισθήσεις, δυσθυμία, βία και επιθετικότητα. Στην περίπτωσή της πολλαπλασίασε το γέλιο, την καλοσύνη, τη θετική σκέψη. Στην πραγματικότητα, η πρόσφατη διεξοδική οικογενειακή αναδρομή στην περιπέτειά της με την άνοια ξεκίνησε ως απόπειρα να θυμηθούμε ακριβώς αυτές τις ατάκες – τα σπαράγματα του λόγου που έφερε στην επιφάνεια η αρρώστια. Κάπως παράδοξο, αλλά τελικά οι επαναλήψεις της, που συχνά-πυκνά μας κούραζαν, έχουν ριζώσει ως κοινός κώδικας ενδοοικογενειακής επικοινωνίας, ακόμη και περίπου μία δεκαετία αφότου έχει φύγει από τη ζωή.
«Βουντουβαρσενί, βουντουβαρμπενί», μονολογούσε στα μικρά της αδιέξοδα ή έτσι λανθασμένα μου εντυπώθηκε το ρητό αυτό ως παιδί. Ηθελε να πει στα τουρκικά: «Σε ποιον τοίχο να χτυπήσω το κεφάλι μου». Στις –πολλές και επαναλαμβανόμενες– προπόσεις στα τραπέζια ευχόταν «εις υγείαν που το πίνει και κόμπο δεν αφήνει», ενώ σε ανύποπτο χρόνο, όταν επικρατούσε κάποια σιωπή, κάποια αφηρημάδα της, κάποια θολούρα θα έβρισκε διέξοδο: «Ταύτα είπε ο Καράς και τα τίναξε ο φουκαράς», σχολιάζοντας κατόπιν «ας μην τα έλεγε, να μην τα τίναζε».
Η απόσυρση
Φυσικά, η άνοια δεν ήταν μόνο ατάκες και στιχάκια. Την πρώτη περίοδο, ήταν αναπάντητα τηλεφωνήματα, που σήμαιναν συναγερμό και δρομολόγια έκτακτης ανάγκης και αγωνίας του πατέρα μου στο σπίτι της για να διαπιστώσει αν όλα ήταν καλά. Συνήθως την έβρισκε σε κατάσταση μακαριότητας στο μπαλκόνι να ατενίζει, ενώ όλα τα παραθυρόφυλλα στο σπίτι ήταν ανοιχτά. Τα πλουσιοπάροχα πολίτικα γεύματα αντικαταστάθηκαν από προμαγειρεμένο φαγητό και κατεψυγμένες πίτες. Η βούληση ατονούσε, το σταυρόλεξο παραμελήθηκε, καναρίνια πια δεν φιλοξενούνταν στην αυλή της. Τέρμα τα δώρα στα γενέθλια, τέρμα οι επισκέψεις.
Επώδυνες επισκέψεις – Οι επισκέψεις στο γηροκομείο μού φαίνονταν αμήχανες. Σαν να έπρεπε μία φορά την εβδομάδα να κάνουμε μια επιβεβλημένη άσκηση ώστε να εμπεδώσουμε ότι το γήρας είναι επώδυνο, ότι η φθορά του ανθρώπου μπορεί να μοιάζει ακόμη και με ταινία τρόμου.
Την τελευταία φορά που πήγε μόνη διακοπές, ο ψυχίατρος γιος θα αντιλαμβανόταν ότι ο κύκλος αυτός είχε κλείσει. Ηταν και η μόνη φορά που θύμωσε μαζί της όταν ετοίμαζε τις βαλίτσες της επιστροφής, ίσως επειδή ερχόταν και ο ίδιος αντιμέτωπος με την πραγματικότητα. Θα την αναλάμβανε ιατρικά, προσωπικά και αποκλειστικά. «Ημασταν μόνο εγώ κι εκείνη σε αυτό», μου είπε, χρόνια μετά, συγκινημένος.
Στο μεγαλύτερο μέρος της κοινής μας ζωής, η γιαγιά Ελένη ξεχνούσε. Επειτα από ένα σημείο, ξεχνούσε σχεδόν τα πάντα εκτός από εμάς. Συμβιβάστηκα με αυτό και η άνοιά της έγινε κανονικότητα για τα εγγόνια. Για εκείνον, όμως, οι μνήμες που «έσβηναν» στο δικό της μυαλό, υπερτόνιζαν την ταυτότητά της προ άνοιας: ήταν η μητέρα του. Οι παιδικές διακοπές στο Λουτράκι με το φουσκωτό ψάρι που ποτέ δεν αποχωριζόταν, οι μέρες ραδιοφώνου όπου άκουσαν μαζί το μπασκετικό έπος της ΑΕΚ το 1968 και τον σταθμό του Πολυτεχνείου λίγα χρόνια μετά.
Οι εξιστορήσεις από τις μάχες των Δεκεμβριανών και από την επίσκεψη του Τάιρον Πάουερ στην Αθήνα μέσα στον Εμφύλιο. Οι ανεξάντλητες γνώσεις της για το παλιό σινεμά: τον Γκάρι Κούπερ, τον αγαπημένο της Κλαρκ Γκέιμπλ, τον Φρεντ Αστέρ και τη Μάρλεν Ντίντριχ. Το θέατρο, ο αγαπημένος της Βασίλης Λογοθετίδης, η «διαμάχη» ανάμεσα στον Κώστα Κακκαβά και στον Ανδρέα Μπάρκουλη – εκείνη ήταν «μπαρκουλικιά».
Στο γηροκομείο
Τρία χρόνια αφότου η άνοια της χτύπησε για πρώτη φορά την πόρτα, αφόρητοι πόνοι στη μέση επιδείνωσαν την κατάσταση. Ο οίκος ευγηρίας ήταν αρχικά μια κάποια προσωρινή λύση. Μέχρι που μονιμοποιήθηκε. Η καθημερινή της επιθυμία να επιστρέψει στο σπίτι μετατράπηκε σε σιωπηλή αποδοχή της νέας συνθήκης και το «γηροκομείο» μεταμορφώθηκε μέσα από τη θετική ματιά της σε ένα σικ ξενοδοχείο που φιλοξενούσε τις ατελείωτες –πια– διακοπές της. Το χάρτινο ημερολόγιο στο σπίτι της για καιρό θα έδειχνε την ίδια μέρα – τη μέρα που εκείνη το αποχαιρέτησε και τελικά δεν το ξαναείδε ποτέ.
Οι επισκέψεις στο νέο «σπίτι» της μου φαίνονταν αμήχανες. Για τη μικρή μου αδερφή ήταν μάλλον δυσβάσταχτες. Σαν να έπρεπε μία φορά την εβδομάδα να κάνουμε μια επιβεβλημένη άσκηση ώστε να εμπεδώσουμε ότι το γήρας είναι επώδυνο, ότι δεν θα είμαστε για πάντα νέοι, ότι η φθορά του ανθρώπου μπορεί να μοιάζει ακόμη και με ταινία τρόμου.
Σε εκείνες τις επισκέψεις παρατηρούσα το βλέμμα της γιαγιάς να χάνεται στο πουθενά. Ενίοτε μελαγχολούσε ή δάκρυζε όταν ανέτρεχε σε όσα θραύσματα μνήμης από το παρελθόν ακόμη διασώζονταν ατάκτως. Στη μητέρα της, στην οικογένειά της από την Πόλη, στις γωνιές του Πειραιά όπου πέρασε τη νιότη της. Γρήγορα, όμως, κινητοποιούνταν όταν την περιτριγυρίζαμε.
Η επίγνωση της απώλειας – «Εχω χάσει την εξουσία», θα έλεγε στον πατέρα μου σε μια απρόσμενη στιγμή αυτογνωσίας, γαλήνης και νηφαλιότητας. Αυτή η φράση, μάλλον, συνοψίζει και την άνοια ως συνθήκη: απώλεια εξουσίας,
αυτενέργειας και βούλησης. Ζωή εξουσιοδοτημένη.
Το νέο επαναλαμβανόμενο μοτίβο, καθώς πια μεγάλωνα, ήταν το «ποια κοπελιά θα σε πάρει να σε παιδεύει». Συχνά σκεπτόμουν: «Ξέρει άραγε πού βρίσκεται, τι είναι αυτό που βιώνει;». Ενα πείραγμα, μια περιπαικτική της ατάκα υπερκάλυπτε κάθε στενάχωρη σκέψη, πριν το βλέμμα της χαθεί ξανά σε μια θέα και ένα λογισμό άγνωστο σε εμάς.
Τους τελευταίους μήνες της ζωής της, η φθορά του νου συμπορεύθηκε με την ανίατη φθορά του σώματος. Ακόμη κι έτσι, λιγότερο ζωηρά, με τη φωνή να δυσκολεύεται να βγει, κάποιο άλλο στιχάκι από το παρελθόν «ξυπνούσε» και σχημάτιζε ένα δυσδιάκριτο χαμόγελο στο ταλαιπωρημένο πρόσωπό της όσο το εκφωνούσε. «Εχω χάσει την εξουσία», θα έλεγε στον πατέρα μου σε μια απρόσμενη στιγμή αυτογνωσίας, γαλήνης και νηφαλιότητας, ανάμεσα στις κατακλίσεις και στους πόνους. Αυτή η φράση, μάλλον, συνοψίζει και την άνοια ως συνθήκη: απώλεια εξουσίας, αυτενέργειας και βούλησης. Ζωή εξουσιοδοτημένη.
Στην τελευταία στροφή πριν από το τέλος, θα ανακαλούσε όλο και πιο συχνά, άνευ αφορμής, άνευ πλαισίου, έναν στίχο-γιορτή της ζωής και ύμνο στον έρωτα. «Μελαχρινό μου πρόσωπο, αν βάλεις κοκκινάδι, τους πεθαμένους και νεκρούς τούς φέρνεις απ’ τον Αδη». Ο εκφυλισμός της ασθένειας και η παραμορφωτική της δύναμη δεν τη «μόλυναν» ολοκληρωτικά. Και αυτό ήταν το αντίο της.

