Σε ποινή ισόβιας κάθειρξης καταδικάστηκε από το Μικτό Ορκωτό δικαστήριο ο 41χρονος που δολοφόνησε την 32χρονη σύζυγό του και την έκρυψε στο πατάρι σε διαμέρισμα στους Αμπελοκήπους το 2024.
Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία (6-1) για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ενώ ένας ένορκος είχε την άποψη ότι έπρεπε να καταδικαστεί για ανθρωποκτονία εν βρασμώ ψυχικής ορμής.
Επιπλέον το δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης δύο ετών και έξι μηνών για τα αδικήματα οπλοφορίας και οπλοχρησίας. Οι δικαστές δεν του αναγνώρισαν κανένα από τα τέσσερα ελαφρυντικά που αιτήθηκε.
«Ηθελε ξεκάθαρα να τη σκοτώσει»
Την ενοχή του κατηγορουμένου ζήτησε ο εισαγγελέας της έδρας, απορρίπτοντας ως αβάσιμους όλους τους ισχυρισμούς του περί βρασμού ψυχικής ορμής και περί εγκατάλειψης από το θύμα.
Στην αγόρευσή του, ο εισαγγελικός λειτουργός περιέγραψε τη θανούσα ως μια γυναίκα που εργαζόταν με μοναδικό στόχο να στηρίξει και να μεγαλώσει τα παιδιά της, επισημαίνοντας ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε πως σκόπευε να εγκαταλείψει την οικογένειά της ή να απομακρυνθεί από την κοινή τους κατοικία. «Απορριπτέος και αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός ότι ήταν αδιάφορη για τα παιδιά της», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, αμφισβήτησε ευθέως την αξιοπιστία των όσων υποστήριξε ο κατηγορούμενος για δήθεν εξωσυζυγική σχέση της συζύγου του και για πρόθεση εγκατάλειψης της οικογένειας. Οπως σημείωσε, πρόκειται για ένα «ευφάνταστο σενάριο» που δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Μάλιστα, υπενθύμισε ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε αναφέρει τον Αύγουστο του 2024 πως υποψιαζόταν ότι η σύζυγός του διατηρούσε σχέση, ωστόσο κατά την απολογία του εμφανίστηκε να μη θυμάται κρίσιμες λεπτομέρειες, ακόμη και το πρόσωπο με το οποίο υποτίθεται ότι είχε σχέση η γυναίκα.
Αναφερόμενος στις συνθήκες του εγκλήματος, ο εισαγγελέας υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με πλήρη συνείδηση των πράξεών του και όχι υπό το κράτος έντονης συναισθηματικής φόρτισης. Σύμφωνα με την πρότασή του, ο δράστης χτύπησε τη σύζυγό του στο κεφάλι με σφυρί, προκαλώντας της βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, και στη συνέχεια χρησιμοποίησε το καλώδιο φορτιστή κινητού τηλεφώνου για να τη στραγγαλίσει. «Δεν τη βοήθησε γιατί δεν ήθελε να τη βοηθήσει. Ηθελε ξεκάθαρα να τη σκοτώσει», τόνισε.
Ο εισαγγελικός λειτουργός στάθηκε ιδιαίτερα στις ενέργειες που ακολούθησαν μετά τη δολοφονία, υπογραμμίζοντας ότι δεν συνάδουν με άνθρωπο που βρίσκεται σε κατάσταση ψυχικού βρασμού. Οπως ανέφερε, ο κατηγορούμενος επιχείρησε να αποκρύψει το έγκλημα, τυλίγοντας τη σορό με πολλαπλές στρώσεις υφάσματος και τοποθετώντας τη σε ντουλάπα, ενώ την επόμενη ημέρα τη μετέφερε σε άλλο σημείο του σπιτιού και την έκρυψε στο πατάρι μαζί με το φονικό όπλο.
«Ενας άνθρωπος που βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής ειδοποιεί τις Αρχές. Ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν το έκανε, αλλά επιχείρησε να εξαφανίσει κάθε ίχνος του εγκλήματος», υποστήριξε ο εισαγγελέας, συμπληρώνοντας ότι όλες οι μετέπειτα κινήσεις του καταδεικνύουν «απαράμιλλη ψυχική ηρεμία».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην επικοινωνία του κατηγορουμένου με τη μητέρα της 32χρονης, στην οποία φέρεται να είπε ότι η κόρη της τον είχε εγκαταλείψει και αγνοούσε την τύχη της. Κατά τον εισαγγελέα, ο κατηγορούμενος προετοίμαζε ακόμη και σενάριο δήθεν εξαφάνισης της συζύγου του, ενώ βασική του μέριμνα ήταν να μη χάσει την άδεια παραμονής του στη χώρα.
Καταλήγοντας, ο εισαγγελέας εξέφρασε την πεποίθηση ότι η ανθρωποκτονία δεν ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας έκρηξης, αλλά πράξη που ο κατηγορούμενος είχε επεξεργαστεί στο μυαλό του και περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να υλοποιήσει. «Ηταν κάτι που το δούλευε μέσα του και περίμενε την κατάλληλη στιγμή να βάλει σε εφαρμογή το εγκληματικό του σχέδιο», ανέφερε χαρακτηριστικά.

