Πέπλο μυστηρίου εξακολουθεί να καλύπτει την προέλευση της έντονης οσμής που πριν από τρεις ημέρες κάλυψε τα παραλιακά προάστια του Πειραιά και της Αθήνας, προκαλώντας μεγάλη αναστάτωση σε κατοίκους των περιοχών. Οι αλλεπάλληλες κλήσεις στα τηλεφωνικά κέντρα της Πυροσβεστικής, του ΔΕΣΦΑ και της εταιρείας που ελέγχει τα δίκτυα διανομής στην Αττική, Enaon EDA, έθεσαν σε συναγερμό εταιρείες και συναρμόδια υπουργεία, ενώ η απουσία επίσημης εξήγησης πυροδότησε δεκάδες σενάρια. Στο κάδρο των «υπόπτων» για την πηγή της οσμής μπήκαν από τα διυλιστήρια μέχρι τις εγκαταστάσεις στην Ψυττάλεια.
Η ανακοίνωση
Στην υπόθεση παρενέβη και το Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), το οποίο χθες υποστήριξε ότι η δυσάρεστη οσμή δεν έχει περιβαλλοντικά αίτια, ούτε οφείλεται σε θαλάσσια ρύπανση. Ο ερευνητικός φορέας θα πραγματοποιήσει και νέα δειγματοληψία στη θάλασσα την επόμενη εβδομάδα. Εν τω μεταξύ δεν έχουν δημοσιοποιηθεί τα αποτελέσματα της δειγματοληψίας που πραγματοποίησε για λογαριασμό του υπουργείου Περιβάλλοντος το Εργαστήριο Χημείας Περιβάλλοντος.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του προσωπικού του ΕΛΚΕΘΕ, έτυχε να βρίσκεται την ημέρα του περιστατικού στον Σαρωνικό με το ωκεανογραφικό σκάφος «Αιγαίο», στο πλαίσιο προγράμματος παρακολούθησης του Σαρωνικού Κόλπου και αξιολόγησης των επιπτώσεων από τη λειτουργία της Ψυττάλειας. H αποστολή του περιελάμβανε εργασίες πεδίου για την οικολογική ποιότητα του θαλάσσιου περιβάλλοντος σε περιοχές του εσωτερικού Σαρωνικού.
Τα δεδομένα
Οι επιστήμονες του ερευνητικού φορέα υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να συνδέουν την οσμή με θαλάσσια ρύπανση ή άλλα περιβαλλοντικά αίτια. «Οι μακροχρόνιες μετρήσεις και οι σχετικές επιστημονικές δημοσιεύσεις δεν υποδεικνύουν την ύπαρξη εκτεταμένων ανοξικών λεκανών στον εσωτερικό Σαρωνικό Κόλπο. Δεν έχουν καταγραφεί, στο πλαίσιο των υφιστάμενων προγραμμάτων παρακολούθησης, συγκεντρώσεις υδροθείου στον πυθμένα που να δικαιολογούν εκτεταμένη δυσοσμία στην ευρύτερη περιοχή. Δεν υπάρχουν ενδείξεις μαζικής έξαρσης φυτοπλαγκτονικών πληθυσμών ή εκτεταμένων διεργασιών αποσύνθεσης που θα μπορούσαν να συνδεθούν με έντονη παραγωγή δύσοσμων αερίων. Δεν τεκμηριώνεται από τα διαθέσιμα ωκεανογραφικά και μετεωρολογικά δεδομένα φαινόμενο ανάβλυσης (upwelling) που θα μετέφερε μεγάλες ποσότητες ανοξικών θαλάσσιων υδάτινων μαζών προς την επιφάνεια. Τέλος, κατά την αποστολή του ωκεανογραφικού σκάφους «Αιγαίο» στις 19 Μαΐου 2026 δεν παρατηρήθηκαν ενδείξεις υποβάθμισης του θαλάσσιου περιβάλλοντος στις περιοχές όπου πραγματοποιήθηκαν επιστημονικές εργασίες», αναφέρει ο φορέας στην ανακοίνωσή του.
Οι επιστήμονες του ερευνητικού φορέα υποστηρίζουν ότι δεν έχουν καταγραφεί συγκεντρώσεις υδροθείου στον πυθμένα που να δικαιολογούν εκτεταμένη δυσοσμία, ούτε τεκμηριώνεται φαινόμενο ανάβλυσης (upwelling).
Το ΕΛΚΕΘΕ θα πραγματοποιήσει νέα αυτοψία στις 26 Μαΐου στον Σαρωνικό και στον κόλπο της Ελευσίνας, στο πλαίσιο του ίδιου προγράμματος περιβαλλοντικής παρακολούθησης. «Η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και η αξιόπιστη ενημέρωση των πολιτών προϋποθέτουν ψυχραιμία, διαφάνεια και τεκμηρίωση. Το ΕΛΚΕΘΕ θα συνεχίσει να συμβάλλει στη δημόσια ενημέρωση με βάση πραγματικά δεδομένα, συστηματικές μετρήσεις και επιστημονικά ελεγμένη γνώση», καταλήγει.
Ο φασματογράφος
Μέχρι χθες, εν τω μεταξύ, δεν είχαν δημοσιοποιηθεί και τα αποτελέσματα των δειγματοληψιών που πραγματοποιήθηκαν από το Εργαστήριο Χημείας Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αθηνών, για λογαριασμό του υπουργείου Περιβάλλοντος. Για τη δειγματοληψία χρησιμοποιήθηκε φασματογράφος ο οποίος μπορεί να εντοπίσει και θειούχες ενώσεις, όπως το υδρόθειο και οι μερκαπτάνες. Βέβαια η δειγματοληψία πραγματοποιήθηκε τις απογευματινές ώρες, οπότε η οσμή πλέον ήταν σαφώς λιγότερο έντονη, επομένως η δειγματοληψία μπορεί να μην είχε αποτέλεσμα.
Το μόνο που έχει γίνει γνωστό τις προηγούμενες ημέρες ήταν διαβεβαιώσεις: ότι η οσμή δεν προήλθε από τις εγκαταστάσεις της ΕΥΔΑΠ στην Ψυττάλεια (σύμφωνα με την εταιρεία, που υποστήριξε ότι δεν υπήρχε βλάβη), από διαρροή φυσικού αερίου (σύμφωνα με τον ΔΕΣΦΑ και εταιρείας παροχής φυσικού αερίου), από παραπλέοντα πλοία μεταφοράς φυσικού αερίου (σύμφωνα με το Κέντρο Επιχειρήσεων του Λιμενικού Σώματος). Επίσημη ενημέρωση για την υπόθεση παρείχε μόνο την ημέρα του συμβάντος τόσο το υπουργείο Πολιτικής Προστασίας, όσο και το υπουργείο Περιβάλλοντος, χωρίς ωστόσο να έχουν καταφέρει να προσδιορίσουν την προέλευση της οσμής. Να σημειωθεί ότι ανάλογο περιστατικό έχει καταγραφεί ακόμα δύο φορές τα προηγούμενα χρόνια, χωρίς οι μηχανισμοί ελέγχου της πολιτείας να καταφέρουν να αποκαλύψουν την πηγή του προβλήματος.

