«Δεν χρειάζεται πλέον ένα ακραίο μετεωρολογικό γεγονός για να προκληθούν σοβαρές ζημιές. Ακόμη κι ένα συνηθισμένο φαινόμενο μικρότερης έντασης είναι αρκετό για να δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα». Με αυτή τη φράση, η ερευνήτρια της ομάδας του Meteo δρ Κατερίνα Παπαγιαννάκη συνοψίζει ένα από τα πιο ανησυχητικά συμπεράσματα μιας μελέτης που πηγαίνει πίσω 25 χρόνια. Σε αυτή καταγράφεται το σύνολο των καιρικών επεισοδίων στη χώρα μας τα οποία -ανεξάρτητα από το μέγεθός τους- συνδέθηκαν με σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις.
Από τις φονικές πλημμύρες της Μάνδρας το 2017 και τα χιόνια που παρέλυσαν την Αττική το 2023 μέχρι τον «Ντάνιελ» που βύθισε τη Θεσσαλία κάτω από το νερό την ίδια χρονιά, η ολοκληρωμένη πλέον μελέτη του Ινστιτούτου Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε αυτές τις μέρες στο επιστημονικό περιοδικό MDPI (Climate), καταγράφει σαφή αυξητική τάση τέτοιων συμβάντων με την πάροδο των ετών.

«Το κρίσιμο μήνυμα είναι ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια διπλή πρόκληση: η αύξηση των επεισοδίων με κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις είναι αποτέλεσμα τόσο της κλιματικής αλλαγής, που φέρνει πιο έντονα φαινόμενα, όσο και της διαρκώς αυξανόμενης τοπικής ευπάθειας και έκθεσης της χώρας μας απέναντι σε αυτούς τους κινδύνους», σημειώνει η κ. Παπαγιαννάκη.
Τη μελέτη υπογράφει η ίδια, μαζί με δύο, ακόμη, επιστήμονες του Meteo, τη δρα Βασιλική Κοτρώνη και τον διευθυντή Ερευνών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, Κώστα Λαγουβάρδο. «Σε αυτή τη μελέτη, δεν επικεντρωνόμαστε σε όλα τα καιρικά γεγονότα τα οποία φυσικά μέσα σε δυόμισι δεκαετίες είναι χιλιάδες στη χώρα μας, αλλά αποκλειστικά σε εκείνα που είτε είχαν ως συνέπεια την απώλεια ανθρώπινων ζωών είτε προκάλεσαν σοβαρή αναστάτωση στην κοινωνία», ξεκαθαρίζει ο κ. Λαγουβάρδος.
Οι πλημμύρες και οι ξαφνικές μπόρες συνδέονται με περίπου το 60% των ανθρώπινων απωλειών που κατέγραψε η μελέτη.
Η επιστημονική ομάδα του Meteo κατέγραψε συνολικά 626 τέτοια καιρικά επεισόδια, τα οποία εφόσον κατανεμηθούν σε επίπεδο νομού ανέρχονται σε 1.871 τοπικά συμβάντα. Οι επιβεβαιωμένοι θάνατοι έφτασαν τους 269. «Η βασική απειλή για τη χώρα μας είναι οι πλημμύρες και οι ξαφνικές μπόρες, καθώς συνδέονται με περίπου το 60% των ανθρώπινων απωλειών που καταγράψαμε. Ακολουθούν οι κεραυνοί με 17%, οι ισχυροί άνεμοι με 14% και σε μικρότερο ποσοστό οι χιονοπτώσεις και ο παγετός», αναφέρει ο κ. Λαγουβάρδος και διευκρινίζει:
«Στον αριθμό των θανάτων δεν συμπεριλάβαμε εκείνους που συνδέονται με τις υψηλές θερμοκρασίες, καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι που καταλήγουν σε περιόδους καύσωνα φέρουν κάποιο υποκείμενο νόσημα, με αποτέλεσμα ο θάνατός τους να αποδίδεται στο φερόμενο νόσημα και όχι στον καύσωνα», εξηγεί ο επικεφαλής του Meteo.
Αυξάνονται τα επεισόδια υψηλής έντασης
Ανάλογα με την ένταση αλλά και τις επιπτώσεις τους, τα 626 καιρικά επεισόδια που συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη κατατάχθηκαν σε τρεις κατηγορίες.
Τα επεισόδια χαμηλής έντασης αποτελούν το 19,3%, τα μεσαίας έντασης το 31,5% και τα υψηλής έντασης το 49,2%. Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι τα επεισόδια με τις σοβαρότερες κοινωνικές επιπτώσεις (κατηγορία 3) αυξήθηκαν κατά 38% στο δεύτερο μισό της 25ετίας συγκριτικά με το πρώτο, δηλαδή από το 2012 και μετά.
«Η Ελλάδα μπαίνει οπωσδήποτε σε μια νέα εποχή κανονικότητας όσον αφορά τα ακραία καιρικά φαινόμενα», τονίζει με έμφαση ο κ. Λαγουβάρδος.

Ταυτόχρονα φαινόμενα σε εξέλιξη
Ανάμεσα στα σημαντικά ευρήματα της μελέτης είναι ότι περίπου ένα στα τρία επεισόδια αφορά πολλαπλούς κινδύνους που εξελίσσονται ταυτόχρονα, όπως ραγδαίες βροχοπτώσεις σε συνδυασμό με ισχυρούς ανέμους. «Ενας τέτοιος συνδυασμός συχνά πολλαπλασιάζει την πίεση στο δομημένο περιβάλλον, πλήττοντας ταυτόχρονα τα δίκτυα, τα κτίρια και τις μετακινήσεις», τονίζει η δρ Παπαγιαννάκη.
Ειδικά στο θέμα των πλημμυρών, η ομάδα του Meteo έχει συμμετάσχει σε ενδελεχείς μελέτες γύρω από τις συνθήκες απώλειας ζωής από πλημμύρες τόσο στη Μεσόγειο όσο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. «Η ανάλυση των συνθηκών δείχνει εξαιρετικά υψηλή έκθεση των πολιτών τη στιγμή της εξέλιξης του φαινομένου, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των μετακινήσεων. Πολλοί θάνατοι συμβαίνουν σε εξωτερικούς χώρους ή εντός οχημάτων, συχνά εξαιτίας συμπεριφορών υψηλού κινδύνου, όπως η υποτίμηση της ορμής του νερού σε πλημμυρισμένους δρόμους», τονίζει η κ. Παπαγιαννάκη.

Σε ερωτηματολόγια μάλιστα που είχε συντάξει η ομάδα του Meteo σχετικά με την προετοιμασία του πληθυσμού απέναντι σε φαινόμενα όπως οι πλημμύρες, διαπιστώθηκε ότι οι άνδρες είναι εκείνοι που συχνότερα αψηφούν τις προειδοποιήσεις.
Ενα φαινόμενο, όσο ακραίο και να είναι, παραμένει απλώς ένα καιρικό γεγονός εφόσον εκδηλωθεί σε μια ακατοίκητη περιοχή. Μετατρέπεται σε καταστροφή μόνον όταν συναντά το ανθρώπινο περιβάλλον.
Η έρευνα των επιστημόνων αναδεικνύει ότι παρά την αύξηση των ακραίων φαινομένων, οι πιο σοβαρές επιπτώσεις δεν εξαρτώνται μόνο από την ένταση του καιρού αλλά και από την ευαλωτότητα κάθε περιοχής. «Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τις καταστροφές», τονίζει η κ. Παπαγιαννάκη.
«Ενα φαινόμενο, όσο ακραίο και να είναι, παραμένει απλώς ένα καιρικό γεγονός εφόσον εκδηλωθεί σε μια ακατοίκητη περιοχή. Μετατρέπεται σε καταστροφή μόνον όταν συναντά το ανθρώπινο περιβάλλον. Το ρίσκο είναι πάντα ένας συνδυασμός του ίδιου του φυσικού κινδύνου, της έκθεσης των πολιτών και των υποδομών σε αυτόν, αλλά και της τοπικής ευαλωτότητας», προσθέτει η ίδια.

Εκτεθειμένη η Αττική σε υλικές ζημιές
Στην ίδια έρευνα, η Αττική χωρίστηκε σε τέσσερις διαφορετικές ενότητες -σε Λεκανοπέδιο, δυτική, ανατολική, Πειραιώς και νήσων- προκειμένου να μελετηθεί ανά τομέα. Πρόκειται άλλωστε για την περιοχή που εμφανίζει τη μεγαλύτερη συγκέντρωση καταγεγραμμένων συμβάντων σε ολόκληρη τη χώρα.
«Η Αττική συγκεντρώνει τον μεγαλύτερο απόλυτο αριθμό συμβάντων καθαρά λόγω της υψηλής πυκνότητας του πληθυσμού, των υποδομών και των δικτύων. Αυτό κάνει το Λεκανοπέδιο να είναι εξαιρετικά εκτεθειμένο σε υλικές ζημιές και λειτουργικές δυσχέρειες», τονίζει η κ. Παπαγιαννάκη και σημειώνει πως στον κεντρικό αστικό ιστό ο τρόπος λειτουργίας της πόλης φαίνεται να περιορίζει την άμεση έκθεση των πολιτών σε θανάσιμες καταστάσεις, σε αντίθεση με περιοχές εκτός αστικού κέντρου, όπως η Δυτική Αττική ή περιοχές της Χαλκιδικής, της Εύβοιας και της Θεσσαλίας.
«Σε αυτές τις περιοχές, οι χρήσεις και οι αλλαγές χρήσης γης, η μεγαλύτερη έκθεση λόγω υπαίθριων δραστηριοτήτων είναι παράμετροι που διαμορφώνουν πολύ μεγαλύτερη ευπάθεια. Για παράδειγμα, οι θάνατοι από κεραυνούς είναι συντριπτικά περισσότεροι στην ύπαιθρο».

Ζητούμενο οι πιο ανθεκτικές υποδομές
Τι χρειάζεται όμως να γίνει -με βάση τα δεδομένα της μελέτης- ώστε να καλυφθούν τα μεγαλύτερα κενά της χώρας απέναντι στα ακραία καιρικά φαινόμενα; Ο Κώστας Λαγουβάρδος υποστηρίζει ότι ενώ στον τομέα της πρόγνωσης και της ειδοποίησης έχουν γίνει σημαντικά βήματα, ωστόσο δεν έχει υπάρξει αντίστοιχη πρόοδος και στις υποδομές.
«Οι προγνώσεις έχουν βελτιωθεί πάρα πολύ μέσα σε αυτά τα 25 χρόνια. Διαθέτουμε περισσότερους μετεωρολογικούς σταθμούς και καλύτερα εργαλεία που μας επιτρέπουν να ειδοποιούμε εγκαίρως. Ομως, καθώς χτίζουμε αυτά τα συστήματα προειδοποίησης, θα πρέπει παράλληλα και οι υποδομές να γίνονται πιο ανθεκτικές σε αυτή τη νέα κανονικότητα που ενδέχεται να επιδεινωθεί στο μέλλον».
Οι τελικές επιπτώσεις καθορίζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τα δικά μας έργα, από το πώς και πού έχουμε χτίσει, από την κατάσταση των υποδομών και από το πόσο προετοιμασμένη είναι η κοινωνία.
Αναλύοντας το ίδιο θέμα, η δρ Παπαγιαννάκη εστιάζει στην ανάγκη να υπάρξουν υποδομές που θα θωρακίζουν τις εντοπισμένες ευάλωτες περιοχές και θα αντιμετωπίζουν χρόνιες παθογένειες, όπως η αυθαίρετη δόμηση σε ρέματα που εμποδίζει την παροχέτευση των υδάτων.
«Οι τελικές επιπτώσεις καθορίζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τα δικά μας έργα, από το πώς και πού έχουμε χτίσει, από την κατάσταση των υποδομών και από το πόσο προετοιμασμένη είναι η κοινωνία», αναφέρει η ίδια και καταλήγει: «Είναι απαραίτητη η εκπαίδευση παιδιών και ενηλίκων με τοπικά προγράμματα της αυτοδιοίκησης, αλλά και η εξειδικευμένη κατάρτιση όσων εμπλέκονται σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Κρίσιμης σημασίας είναι και η αξιοποίηση συμπεριφορικών μελετών για την επικοινωνία του κινδύνου, η ενδυνάμωση της αλυσίδας ενημέρωσης έως τον πιο ευάλωτο πολίτη και, φυσικά, η ισχυρή σύμπραξη με την επιστημονική κοινότητα για την ακριβή εκτίμηση της τοπικής επικινδυνότητας και ευπάθειας, αλλά και την επιχειρησιακή αξιοποίηση των εργαλείων έγκαιρης προειδοποίησης».
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό MDPI (Climate) με τίτλο Impact-Based Analysis of Weather-Related Hazards in Greece (2000–2025): Insights from the High-Impact Weather Events Database (HIWE-DB).

