Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022 αποτέλεσε το αποκορύφωμα της αλλαγής παραδείγματος στις διεθνείς σχέσεις. Ο πόλεμος επέστρεψε στην Ευρώπη, αλλά κυρίως υπογράμμισε ότι το παγκόσμιο σύστημα εισήλθε σε μια εποχή στην οποία η παραβίαση δεν συνεπάγεται αυτομάτως κόστος για τον επιτιθέμενο και η ισχύς παίζει σημαντικότερο ρόλο από τους κανόνες.
Αλλωστε, ο Αντώνης Κλάψης στο νέο του βιβλίο «Ενας κόσμος χωρίς κανόνες; Το διεθνές σύστημα στη συγκυρία της απορρύθμισης», που κυκλοφορεί στις 19.5 από τις εκδ. Μεταίχμιο, από το οποίο προδημοσιεύουμε αποκλειστικά κάποια αποσπάσματα, υποστηρίζει ότι οι κανόνες δεν εξαφανίζονται απότομα, αλλά φθείρονται και το διεθνές σύστημα δεν καταρρέει, αλλά απορρυθμίζεται. Ο συγγραφέας εξηγεί ακόμη με ποιον τρόπο η διεθνής κανονικότητα υποχωρεί, όχι πάντα μέσα από θεαματικές ρήξεις, αλλά μέσα από μικρές, συσσωρευτικές μετατοπίσεις.
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ
Η μεταβολή του διεθνούς συστήματος κατά τις τελευταίες δεκαετίες περιγράφεται συχνά με τον όρο «πολυπολικότητα». Ωστόσο, ο όρος αυτός, αν χρησιμοποιηθεί περιγραφικά, τείνει να υποτιμά το βάθος της αλλαγής. Το κρίσιμο χαρακτηριστικό της σημερινής συγκυρίας δεν είναι απλώς η διάχυση της ισχύος σε περισσότερους δρώντες, αλλά η διάχυση της ισχύος χωρίς αντίστοιχη διάχυση ευθύνης.
Η διάχυση της ισχύος – Το κρίσιμο χαρακτηριστικό της σημερινής συγκυρίας δεν είναι απλώς η διάχυση της ισχύος σε περισσότερους δρώντες, αλλά η διάχυση της ισχύος χωρίς αντίστοιχη διάχυση ευθύνης. Πρόκειται για μια πολυπολικότητα χωρίς διευθυντήριο.
Πρόκειται για μια πολυπολικότητα χωρίς διευθυντήριο, χωρίς καθορισμένη ιεραρχία και χωρίς κοινά αποδεκτό μηχανισμό περιφρούρησης των κανόνων. Στο παρελθόν, ακόμη και σε πολυπολικά περιβάλλοντα, υπήρχαν άτυπες ή τυπικές δομές διαχείρισης της ισχύος: η περίπτωση της «Ευρωπαϊκής Συναυλίας» που ίσχυσε από το 1815 έως το 1914 είναι χαρακτηριστική, αλλά όχι μοναδική.
Σήμερα η αμφισβήτηση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας δεν συνοδεύεται από την ανάδυση ενός εναλλακτικού κέντρου που να μπορεί –ή να θέλει– να αναλάβει ρυθμιστικό ρόλο. Η ισχύς ανακατανέμεται, αλλά η ευθύνη για τη σταθερότητα αποφεύγεται. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα στο οποίο οι δρώντες κινούνται ταυτόχρονα και ανταγωνιστικά, χωρίς κοινά σημεία αναφοράς.
Η θέση στην οποία βρέθηκε η Ρωσία μετά την εισβολή στην Ουκρανία αποτυπώνει με ενάργεια αυτή τη συνθήκη. Σε μεγάλο μέρος της δυτικής κοινής γνώμης έχει εδραιωθεί η εντύπωση ότι η Μόσχα είναι διεθνώς απομονωμένη. Η εικόνα αυτή δεν είναι εντελώς αβάσιμη. Η Ρωσία έχει πράγματι αποκοπεί οικονομικά από σημαντικό τμήμα του δυτικού κόσμου, ενώ οι σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Eνωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν υποβαθμιστεί.
Ωστόσο, η εξίσωση αυτής της κατάστασης με μια γενικευμένη διεθνή απομόνωση είναι παραπλανητική. Πολύ απλά, η διεθνής κοινωνία δεν ταυτίζεται με τον δυτικό κόσμο. Eνα μεγάλο μέρος των κρατών της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής δεν συμμερίζεται ούτε τη δυτική ανάγνωση του πολέμου ούτε τη δυτική ανάδειξη του ουκρανικού ως κεντρικού ζητήματος διεθνούς τάξης. Για πολλές από αυτές τις χώρες ο πόλεμος στην Ουκρανία αντιμετωπίζεται ως ακόμη μία περιφερειακή σύγκρουση και όχι ως υπαρξιακή απειλή για το διεθνές σύστημα.
Για αρκετές κυβερνήσεις εκτός του δυτικού κόσμου, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία δεν προσφέρει επαρκή κίνητρα ώστε να διακινδυνεύσουν τις σχέσεις τους με μια σημαντική στρατιωτική, ενεργειακή και διπλωματική δύναμη. Η επιλογή αυτή δεν συνιστά αναγκαστικά έγκριση της ρωσικής εισβολής, αλλά αντανακλά τη βαθύτερη απροθυμία ευθυγράμμισης με τη δυτική στρατηγική απομόνωσης της Μόσχας.

Παρά τις κυρώσεις, η Ρωσία εξακολουθεί να διατηρεί λειτουργικές –και σε ορισμένες περιπτώσεις ενισχυμένες– σχέσεις με κράτη-κλειδιά που δεν ανήκουν στη Δύση. Η Κίνα αποτελεί τον πιο προφανή εταίρο, όχι μόνο σε οικονομικό επίπεδο αλλά και ως στρατηγικός συνομιλητής σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αμφισβήτησης της δυτικής πρωτοκαθεδρίας. Παράλληλα, χώρες όπως η Ινδία συνεχίζουν να συνεργάζονται με τη Ρωσία, ιδίως στον τομέα της ενέργειας και των εξοπλισμών, υιοθετώντας μια κυνικά ρεαλιστική στάση που δίνει προτεραιότητα στα εθνικά τους συμφέροντα έναντι της κανονιστικής συνέπειας. Για ορισμένα κράτη η Ρωσία λειτουργεί ως εναλλακτικός εταίρος απέναντι σε μια Δύση που συχνά εκλαμβάνεται ως επιλεκτικά ευαίσθητη στο Διεθνές Δίκαιο και πρόθυμη να το εφαρμόζει κατά το δοκούν. Η κριτική αυτή, όσο κι αν ακούγεται δυσάρεστη στα αυτιά των Δυτικών, δεν στερείται εντελώς βάσης. Η ανάμνηση προηγούμενων δυτικών επεμβάσεων –από το Ιράκ έως τη Λιβύη– εξακολουθεί να βαραίνει στην αντίληψη πολλών κυβερνήσεων, περιορίζοντας την απήχηση των δυτικών επιχειρημάτων περί νομιμότητας.
Η Ρωσία δεν χρειάζεται καθολική διεθνή αποδοχή για να αποφύγει την πραγματική απομόνωση. Αρκεί η απουσία παγκόσμιας συναίνεσης εναντίον της. Σε έναν πολυπολικό και απορρυθμισμένο κόσμο η ουδετερότητα, η επιλεκτική συνεργασία και η στρατηγική αμφισημία αρκούν για να διατηρήσουν έναν δρώντα ενεργό και λειτουργικό στο διεθνές σύστημα: η στάση που τηρεί απέναντι στη Μόσχα η Αγκυρα, την ώρα που η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ (δηλαδή της μείζονος δυτικής συμμαχίας), είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η δυσχερής ανασύνταξη
Η άναρχη φύση της σύγχρονης πολυπολικότητας δεν οφείλεται μόνο στην παρακμή της δυτικής ηγεμονίας, αλλά και στην παράλληλη ανάδυση νέων διεθνών δυνάμεων που δεν συμμερίζονται την ίδια αντίληψη περί διεθνούς τάξης. Η απορρύθμιση εξελίσσεται σε ένα περιβάλλον όπου συνυπάρχουν διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις, διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες και διαφορετικές προσδοκίες ως προς το τι συνιστά «κανονικότητα» στις διεθνείς σχέσεις.
Η περίπτωση της Κίνας είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική. Με τη Ρωσία οι Δυτικοί μπορούν –έστω συγκρουσιακά– να αναγνωρίσουν κοινές παραδοχές και να διαπραγματευτούν εντός γνώριμων και αμοιβαία αναγνωρίσιμων πλαισίων. Υπάρχουν κώδικες επικοινωνίας που βασίζονται σε πολιτισμικές συνάφειες. Με την Κίνα η δυσκολία είναι βαθύτερη: δεν πρόκειται απλώς για μετωπική αντιπαράθεση συμφερόντων, αλλά για απουσία κοινής κανονιστικής γραμματικής.
Η κινεζική έμφαση τείνει να δίνεται στην προώθηση στρατηγικών στόχων, χωρίς θεαματικές παραβιάσεις που θα ενεργοποιούσαν συλλογικούς μηχανισμούς αντίδρασης. Ακόμα και η αντίληψη του χρόνου είναι διαφορετική. Για τους Κινέζους ο ιστορικός (και επομένως ο στρατηγικός) ορίζοντας δεν μετριέται σε προοπτική ετών ή δεκαετιών, αλλά αιώνων ή ακόμα και χιλιετιών. Eτσι, η απορρύθμιση προχωρά, όχι μέσω ρήξης, αλλά μέσω συσσώρευσης τετελεσμένων (…).
Η Ιστορία διδάσκει ότι η ανασύνταξη της διεθνούς τάξης απαιτεί διαδικασίες που ενίοτε είναι αργές, οπωσδήποτε είναι σύνθετες και αντίστοιχα είναι ευάλωτες σε εσωτερικές και εξωτερικές πιέσεις. Oμως, οι σύγχρονες κρίσεις δεν εξελίσσονται με αυτούς τους ρυθμούς. Είναι ταχείες, αποσπασματικές και, ολοένα συχνότερα, υβριδικές. Το πρόβλημα είναι προφανές: πριν φτάσουμε στο σημείο όπου θα μπορούσε να επιτευχθεί μια στοιχειώδης συναίνεση για κοινή δράση, το πεδίο έχει ήδη μεταβληθεί. Νέα τετελεσμένα έχουν δημιουργηθεί, οι συσχετισμοί έχουν αλλάξει και οι αρχικοί όροι της κρίσης έχουν επαναπροσδιοριστεί.
Υβριδικές κρίσεις – Οι σύγχρονες κρίσεις είναι ταχείες, αποσπασματικές και, ολοένα συχνότερα, υβριδικές. Το πρόβλημα είναι προφανές: πριν φτάσουμε στο σημείο όπου θα μπορούσε να επιτευχθεί μια στοιχειώδης συναίνεση για κοινή δράση, το πεδίο έχει ήδη μεταβληθεί.
Η ασυμμετρία ανάμεσα στον χρόνο εκδήλωσης της κρίσης και σ’ εκείνον της (θεσμικής) αντίδρασης δεν αποτελεί συγκυριακή δυσλειτουργία, αλλά μόνιμο χαρακτηριστικό του σημερινού διεθνούς περιβάλλοντος. Οσο αυτό το χάσμα διευρύνεται τόσο η πρωτοβουλία των κινήσεων περνά σ’ εκείνον που είναι διατεθειμένος να κινηθεί πρώτος, ακόμα και εις βάρος της κανονικότητας. Τα κράτη που υποστηρίζουν το status quo καλούνται ολοένα και συχνότερα να διαχειριστούν όχι το αρχικό γεγονός, αλλά τις συνέπειές του. Η χρονική υστέρηση μετατρέπεται σε δομικό μειονέκτημα, καθώς κάθε απόπειρα αποκατάστασης της τάξης ξεκινά από δυσμενέστερο σημείο. Ετσι, η προσαρμογή υπερισχύει της πρόληψης και η διαχείριση των τετελεσμένων υποκαθιστά τη διαμόρφωση κανόνων.
Η καμπή της Ιστορίας
Στο τέλος του πρώτου τετάρτου του 21ου αιώνα το κέντρο βάρους των διεθνών εξελίξεων ολοένα μετατοπίζεται από τη Δύση και τον Βορρά (όπου βρισκόταν στην ψυχροπολεμική εποχή) προς την Ανατολή και τον Νότο. Η τάση αυτή δεν είναι άσχετη με τις ραγδαίες δημογραφικές εξελίξεις. Το 1950 ο πληθυσμός Ευρώπης και Βόρειας Αμερικής (ΗΠΑ και Καναδάς) έφτανε περίπου τα 750 εκατομμύρια, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το 30% του παγκόσμιου πληθυσμού. Μισό αιώνα μετά, είχε μεν αυξηθεί στο 1,12 δισεκατομμύριο, αλλά η αναλογία του σε παγκόσμια κλίμακα είχε πέσει κάτω από το 20% και η τάση συνεχίζει να είναι ραγδαία πτωτική.
Αντίθετα, το 1950 η Αφρική είχε περίπου 230 εκατομμύρια κατοίκους, οι οποίοι αντιστοιχούσαν σε κάτι λιγότερο από τον μισό πληθυσμό της Ευρώπης. Στο γύρισμα της χιλιετίας ο αφρικανικός πληθυσμός είχε σχεδόν εξισωθεί με τον ευρωπαϊκό (760 εκατομμύρια στην Αφρική έναντι 800 εκατομμυρίων στην Ευρώπη). Σήμερα τον ξεπερνά κατά περίπου 80% (1,34 δισεκατομμύριο, έναντι 750 εκατομμυρίων), ενώ υπερέχει κατά πολύ ακόμα και του αθροίσματος εκείνου της Ευρώπης και της (μη Λατινικής) Βόρειας Αμερικής (που ανέρχεται σε 1,12 δισεκατομμύριο). Αντίστοιχα, ανάμεσα στο 1950 και το 2000 ο πληθυσμός της Ασίας αυξήθηκε από το 1,4 δισεκατομμύριο στα 3,5 δισεκατομμύρια και σήμερα ξεπερνάει τα 4,7 δισεκατομμύρια.
Υπάρχει ακόμα ένα στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη και το οποίο διαφοροποιεί ποιοτικά την ιστορική καμπή που βιώνουμε στην εποχή μας σε σύγκριση με άλλες μεγάλες τομές του παρελθόντος. Οι μείζονες αλλαγές στην πορεία της ανθρωπότητας δεν γίνονταν μονομιάς σε ολόκληρο τον πλανήτη, αλλά ξεκινούσαν σε τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο και σταδιακά διαχέονταν (στον βαθμό που αυτό συνέβαινε) σε παγκόσμια κλίμακα. Για παράδειγμα, η Βιομηχανική Επανάσταση άρχισε περίπου στα μέσα του 18ου αιώνα στη Μεγάλη Βρετανία και μέσα σε διάστημα περίπου 100 ετών επεκτάθηκε στη Βόρεια και τη Δυτική Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική.
Για πολλές δεκαετίες μεγάλο μέρος του υπόλοιπου κόσμου παρέμενε εγκλωβισμένο σε προβιομηχανικό στάδιο. Σήμερα οι τεχνολογικές (και, επομένως, οι συνακόλουθες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές) εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένης πρωτίστως της έκρηξης της τεχνητής νοημοσύνης (η επίδραση της οποίας στον παγκόσμιο καταμερισμό της ισχύος μόνο εν μέρει μπορεί ακόμα να αξιολογηθεί), δημιουργούν ένα περιβάλλον εκθετικής μεταβολής που συντελείται ταυτόχρονα σχεδόν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου, χωρίς απαραίτητα να υπόκειται καν σε κάποιον κρατικό έλεγχο. Η ανεξέλεγκτη (και κατά τούτο δυνητικά χαοτική) αποκέντρωση των πρωτοβουλιών αναδεικνύεται εξίσου σε συνθήκη απορρύθμισης.
Είναι πολύ πιθανό ότι η απορρύθμιση δεν είναι προσωρινή ούτε μεταβατική. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μια φάση που προηγείται αναγκαστικά μιας νέας, πιο σταθερής τάξης. Αντιθέτως, τείνει να αποκρυσταλλώνεται ως ένα είδος καινούργιου σημείου ισορροπίας του διεθνούς συστήματος: ένας κόσμος χωρίς σαφή όρια, αλλά με ενδημική αναταραχή, χωρίς γενικευμένο πόλεμο, αλλά με μείζονες ή ελάσσονες κρίσεις που θα προκύπτουν συχνά πυκνά. Μια κατάσταση λιγότερο ρυθμισμένη, λιγότερο προβλέψιμη και περισσότερο ευεπίφορη στην ωμή χρήση ισχύος. Η δυσκολία ανασύνταξης της διεθνούς τάξης δεν έγκειται στην έλλειψη θεσμών ή κανόνων, αλλά στο γεγονός ότι οι συνθήκες που θα τους επέτρεπαν να λειτουργήσουν συλλογικά έχουν υπονομευθεί.

