Οι γραμμές που ακολουθούν γράφονται με αφορμή κείμενα που κατά τις τελευταίες ημέρες είδαν το φως της δημοσιότητας στον Τύπο και στο Διαδίκτυο και αφορούν την προαγωγή δικαστή της Διοικητικής Δικαιοσύνης (Δ.Δ.) σε θέση προέδρου Εφετών. Τα δημοσιεύματα αυτά με υποχρεώνουν να μη σιωπήσω. Μολονότι το όνομά μου δεν μνημονεύεται σε κανένα απ’ όσα περιήλθαν εις γνώσιν μου, νιώθω την υποχρέωση αυτή διότι ήμουν μέλος του (δεκαπενταμελούς συνθέσεως) Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου (ΑΔΣΔΔ), το οποίο στις 3 Δεκεμβρίου 2025 είχε αποφασίσει την, επίμαχη πλέον, προαγωγή.
Τα εν λόγω δημοσιεύματα υποβάλλουν την «αίσθηση», αν όχι δημιουργούν την εντύπωση, ότι η ληφθείσα απόφαση είναι εξόχως παράδοξη, αν όχι σκανδαλώδης, και ότι κατά συνέπεια τα πρόσωπα που την έλαβαν –αν και ανώτατοι δικαστές– έχουν μειωμένη ικανότητα κρίσεως. Ευλόγως διερωτάται ο αναγνώστης των δημοσιευμάτων, πώς είναι δυνατόν να αποφασίσθηκε η προαγωγή, και μάλιστα σε ανώτατη δικαστική θέση, δικαστή ο οποίος (φέρεται να) μετέβαλε τη σύνθεση δικαστηρίου που θα εκδίκαζε υπόθεση επιχειρηματία προκειμένου (κατά τα θρυλούμενα) να τον ευνοήσει;
Η διερώτηση επιτείνεται σφόδρα όταν ο αναγνώστης των δημοσιευμάτων πληροφορείται, από αυτά, ότι έξι από τα δεκαπέντε μέλη του ΑΔΣ είχαν αντίθετη γνώμη. Πώς είναι δυνατόν οι εννέα να μην είδαν αυτό που οι έξι συνάδελφοί τους είδαν τόσο καθαρά, ώστε πείσθηκαν πως ο υπό κρίσιν για προαγωγή δικαστής δεν έπρεπε να προαχθεί;
Αν και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων –ένα από τα ανώτατα στην ιεραρχία όργανα διοικήσεως της Δ.Δ.– και ο εκπρόσωπος Τύπου του ΣτΕ είπαν δημοσίως τα απολύτως αναγκαία, και γι’ αυτό επαρκή, ότι δηλαδή αυτό που καταμαρτυρείται στον προαχθέντα δικαστή ήταν άγνωστο στο ΑΔΣ όταν στις 3.12.2025 έλαβε κατά πλειοψηφία την περί προαγωγής απόφαση, μoλαταύτα κρίνω αναγκαίο να γράψω τα ακόλουθα, και τούτο προκειμένου να καταδείξω πώς σκέφτηκα ως μέλος της πλειοψηφίας που έλαβε την απόφαση.
Ενώπιόν του το ΑΔΣ είχε το εξής δεδομένο: Πειθαρχική ποινή επίπληξης που είχε επιβληθεί προ ετών. Η ποινή θα μπορούσε, ενδεχομένως, να αποτελέσει έρεισμα δυσμενούς, μη προαγωγικής, κρίσεως.
Ομως, δεν ήταν ληπτέα υπ’ όψιν, και τούτο διότι στο άρθρο 124 παρ. 4 του Κώδικα Δικαστικών Λειτουργών ορίζεται ότι «διαγράφονται από το μητρώο του δικαστικού λειτουργού και δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν κατά τις [υπηρεσιακές] κρίσεις του οι ποινές της επίπληξης μετά από ένα έτος […]». Εχοντας προ οφθαλμών τη διάταξη αυτή –όπως κατ’ επανάληψιν είχε ερμηνευθεί και εφαρμοσθεί στο παρελθόν από το ΑΔΣ– έκρινα ότι η κρίση μου ήταν δεσμευμένη, ότι δηλαδή δεν μου ήταν επιτρεπτό από τον νόμο να λάβω υπ’ όψιν την επιβληθείσα ποινή ούτε, φυσικά, τα πραγματικά περιστατικά εξαιτίας των οποίων αυτή είχε επιβληθεί.
Ετσι σκέφτηκα και έτσι αποφάσισα (μιλώ μόνο για λογαριασμό μου, και κανενός άλλου).
* Ο κ. Παναγιώτης Κ. Τσούκας είναι Σύμβουλος της Επικρατείας.

