Σαπούνι, ξυράφι και ψυχανάλυση

Ενα «χειροποίητο» ξύρισμα είναι πάντα μια αφορμή για χαλάρωση και συζήτηση στα παλιά μπαρμπέρικα της Αθήνας. Η «Κ» κάθισε στις δερμάτινες πολυθρόνες. Μύρισε κολόνιες. Και άκουσε ιστορίες

7' 53" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Σε μια στοά στην οδό Ρόμβης στου Ψυρρή βρίσκει κανείς ένα από τα πιο παλιά κουρεία των Αθηνών. «Παραδοσιακό», όπως μας λέει ο «κουρεύς» Χρήστος Παυλάτος, ο οποίος μας υποδέχεται φορώντας τη λευκή φορεσιά του, «γιατί προτιμάμε να χρησιμοποιούμε περισσότερο ψαλιδάκι παρά μηχανή – να το κάνουμε κλασικά, χειροποίητα».

Στη δερμάτινη καρέκλα του κουρέα, που χρονολογείται από τη δεκαετία του 1950, έχει πάρει θέση ο κύριος Κώστας – «αιωνόβιος» πελάτης και ατακαδόρος, φιγούρα που ξέρει τη γειτονιά απέξω κι ανακατωτά. Εφτασε στην Αθήνα από το Μέτσοβο το 1960 και –οποία σύμπτωσις– η πρώτη του δουλειά ήταν να ξεσκονίζει τους γιακάδες των πελατών σε ένα κουρείο στη Μιαούλη. «Κύκλοι έκλεισαν, αλλά έχει μείνει εδώ ο Χρήστος, ο πιο παλιός κουρέας».

Ζητάμε από τον Χρήστο ένα μικρό σεμινάριο παραδοσιακού ξυρίσματος. Πρώτο βήμα, φτιάχνεις μια ωραία ευωδιαστή σαπουνάδα με πλούσιο αφρό. «Να δουλευτεί το πινέλο, να μαλακώσει η τρίχα». Μετά, πέφτει η πρώτη κομπρέσα και ξανά σαπουνάδα πριν αρχίσεις να ξυρίζεις με το παραδοσιακό ξυράφι. Τρίτη σαπουνάδα και κατόπιν δεύτερο ξύρισμα – η λεγόμενη «κόντρα». Σύμμαχος ο μεγάλος καθρέφτης, αλλά και μικρότεροι για επιμέρους «διορθώσεις».

«Λέμε τα δικά μας» – Μισό αιώνα και βάλε μετά το άνοιγμα της επιχείρησης, μικροί και μεγάλοι κάθονται στην καρέκλα του Χρήστου Παυλάτου για κούρεμα και «ψυχοθεραπεία». Αθλητικά, πολιτική, επαγγελματικά. «Λέει ο πελάτης τα δικά του, λέει κι ο κουρέας τα δικά του», σχολιάζει.

Ο χαρισματικός κουρέας ελέγχει και συντονίζει. Απαντάει στα πειράγματα του πελάτη, βρίσκει τις ιδανικές γωνίες για να φροντίσει την παραμικρή λεπτομέρεια, ενώ υποδέχεται τον επόμενο χωρίς να ξεχνάει το σεμινάριο που του ζητήσαμε: «Συνεχίζουμε με πλύσιμο στο πρόσωπο, πέρασμα με στύψη για τους ερεθισμούς, για να μη γίνουν αμυχές. Κομπρεσούλα πάλι, ζεστή και μετά κρύα για να κλείσουν οι πόροι. Και ακολουθούν κολόνιες, κρέμα και μασάζ».

Το ξύρισμα τελείωσε. Λίγο βούρτσισμα στο μαλλί, λίγο πιστολάκι και «με τις υγείες σας». «Ούτε βασιλιάς δεν κουρεύεται τόσο ωραία», λέει θριαμβευτικά ο κυρ Κώστας. «Με αυτά τα αρώματα που μου βάζεις, μήπως να μη γυρίσω σπίτι;» είναι το αποχαιρετιστήριο καλαμπούρι. Το κουρείο είναι συνυφασμένο με οσφρητικές μνήμες, αν και πια οι μυρωδιές είναι πιο ελαφριές, πιο «ήμερες».

Το παραδοσιακό ξύρισμα έχει γίνει ξανά της μόδας, υποστηρίζει ο Χρήστος Παυλάτος, που υποδέχεται συχνά και νέους πελάτες. Η επέλαση της ξυριστικής μηχανής περιόρισε προ δεκαετιών τη –σχεδόν– καθημερινή σχέση των ανδρών με τον κουρέα τους, αλλά το χειροποίητο έχει άλλη χάρη.

Παρά τις αλλαγές –εντός και εκτός του κλάδου– το ύφος του μαγαζιού δεν άλλαξε. Διατηρεί το σεμνό, διακριτό στίγμα κόντρα στην τάση των ομοιογενών «barber shops» και της «τικτοκικής» επίδειξης κραυγαλέων, αβανταδόρικων κουρεμάτων. Αλλωστε, μισό αιώνα και βάλε μετά το άνοιγμα της επιχείρησης, μικροί και μεγάλοι κάθονται στην καρέκλα του Παυλάτου για κούρεμα και «ψυχοθεραπεία». Ψυχοθεραπευτής, αλλά και ωτακουστής σε ένα απολύτως ανδρικό σύμπαν. Αθλητικά, πολιτική, επαγγελματικά. «Λέει ο πελάτης τα δικά του, λέει κι ο κουρέας τα δικά του», σχολιάζει ο χαμογελαστός οικοδεσπότης.

Ακολούθησε τα βήματα του πατέρα του. Εκείνος έπιασε δουλειά στην επιχείρηση μόλις τελείωσε το δημοτικό τη δεκαετία του 1950. Το 1978, το παλιό αφεντικό τού έγραψε το μαγαζί και το 1979 μετακόμισε στη στοά. Ο Χρήστος, «από πιτσιρικάκι», ξύριζε τον παππού του και καθάριζε στο μαγαζί πριν πάρει τα ηνία. «Θέλει υπομονή και αγάπη. Αλλά έτσι κι αλλιώς όλοι φίλοι είμαστε εδώ». Θέση στην καρέκλα παίρνει ένας κύριος που έφτιαξε τις βέρες του κουρέα. Η νέα… συνεδρία μόλις ξεκίνησε.

Ο Πέρσης

Ο Αλεξ είναι ένας αεικίνητος σαραντάρης. Δεν υπάρχει περίπτωση να περάσεις έξω από το κουρείο του στους Αμπελοκήπους και να τον δεις να κάθεται. Ο χώρος μικρός, λιτά διακοσμημένος και ζεστός. Ακόμη πιο ζεστός και φιλόξενος ο ίδιος. Υπομονετικός απέναντι σε κάθε ιδιορρυθμία, αλλά πάντα μέσα στις σφιχτές χρονικότητες του πυκνού προγράμματός του. Γρήγορο ψαλίδι και «τεχνίτης». Η Περσία –έτσι πάντα αποκαλεί τη χώρα του– έχει παράδοση αιώνων στον καλλωπισμό και στην επιδίωξη του ωραίου, μου εξηγεί.

Την τέχνη την έμαθε στην Τεχεράνη, την πόλη στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε. Κρυφά όμως από τον πατέρα του, που είχε μια βιοτεχνία ρούχων. «Νόμιζε ότι στο κουρείο της γειτονιάς μαζεύονταν αλήτες», μου λέει γελώντας. Δεν πτοήθηκε από το πατρικό απαγορευτικό και ζήτησε δουλειά από τους «αλήτες» κομμωτές. Ακολούθησε όλα τα στάδια, όλες τις βαθμίδες μέχρι να κατακτήσει το αξίωμα του κουρέα: παιδί για τα θελήματα, σκούπισμα, λούσιμο. Ολα σε ανδρικά κεφάλια, ακόμη και την Παρασκευή, που είναι ημέρα προσευχής.

Σαπούνι, ξυράφι και ψυχανάλυση-1
Ο Αλεξ από την Τεχεράνη επί το έργον στο κουρείο του, στους Αμπελοκήπους. «Μου αρέσει η επαφή με τον κόσμο», λέει στην «Κ». [ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΡΔΕΛΑΣ]

«Ηξερα ότι τα χέρια μου έπιαναν. Αυτό ήταν που ήθελα να κάνω». Επειδή ακριβώς τα «χέρια έπιαναν» δεν κακοκάρδισε τον μπαμπά του και απέκτησε, παράλληλα με τη μεγάλη του αγάπη, όλα τα εφόδια (και) ενός επαγγελματία ράφτη. Στην Τεχεράνη, όμως, ασφυκτιούσε. Αναζητούσε μια άλλου τύπου ελευθερία, ήθελε να ακούει τα τραγούδια που αγαπούσε χωρίς να φοβάται.

«Εφυγα από το Ιράν το 2005. Εφτασα στην Ελλάδα το… 2006», λέει γλυκόπικρα. Μόνος σε μια ξένη χώρα, χωρίς να γνωρίζει τη γλώσσα, επιστράτευσε κάθε γνώση. Εγινε πρώτα ράφτης. Δούλευε αρχικά σε βιοτεχνίες, σε μέρη που δεν απαιτούσαν πολλές κουβέντες. Περίμενε πρώτα να εξοικειωθεί με τη γλώσσα για να ξαναπιάσει το νήμα του ονείρου του. Λάντζα, σερβιτόρος, βοηθός σερβιτόρου σε μπουζούκια. Μέχρι η σύζυγός του να τον «ζορίσει» να ανοίξει το δικό του κουρείο.

Τον παρατηρώ χρόνια να ακούει τον πελάτη και να μη μονοπωλεί ποτέ τους διαλόγους της εκάστοτε «συνεδρίας». Προσαρμόζεται με χιούμορ στις θεματικές που ανοίγουν –πιστός στην εξομολογητική διάσταση του λειτουργήματος– αλλά έχει το χάρισμα να οριοθετεί την κουβέντα ώστε κανείς να μην έρθει σε δύσκολη θέση. «Μου αρέσει αυτή η επαφή με τον κόσμο. Ασε που μαθαίνω πρώτος τα νέα», πετάει με ένα ζωηρό χαμόγελο.

Σε κάθε επίσκεψη τον ρωτάω για το Ιράν. Ανησυχεί για τους συγγενείς του, αλλά έχει αποδεχθεί τη συνθήκη. Οι τηλεφωνικές γραμμές και το Διαδίκτυο έχουν «πέσει» και έχει μήνες να έρθει σε επαφή μαζί τους. Αποστολή του όμως είναι να περιποιείται τον άλλον, να φροντίζει για την καθαριότητα και την ευωδιά του χώρου. Στο κουρείο ο κουρέας δεν σκοτεινιάζει ποτέ.

H κοινότητα

Μπαίνοντας στο κουρείο του Γιώργου Τζαβέλλα στην οδό Σουλτάνη στα Εξάρχεια, τον βλέπω να φιλοτεχνεί τις τελευταίες ξυριστικές πινελιές στο πρόσωπο ενός ηλικιωμένου πελάτη. Παίρνω θέση δίπλα στο πιάνο-αντίκα, απέναντι από τον καθρέφτη και παρατηρώ. Στο τραπεζάκι στο πεζοδρόμιο, ένας ηλικιωμένος με τραγιάσκα διαβάζει εφημερίδα. Δίπλα του, μια κυρία με πετσέτα τυλιγμένη στο κεφάλι περιμένει να έρθει η ώρα του λουσίματος. Γειτονιά. Στο βάθος του χώρου, το μάτι πέφτει σε μια κορνίζα του Βαμβακάρη, ενώ διαγώνια μου κεντρίζει το βλέμμα το μουστάκι του Μανώλη Αγγελόπουλου σε μια άλλη φωτογραφία.

Σαπούνι, ξυράφι και ψυχανάλυση-2
Ο Γιώργος Τζαβέλλας απολαμβάνει με φίλους από τη γειτονιά ζωντανή μουσική, στην είσοδο του κουρείου του στα Εξάρχεια. [ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΡΔΕΛΑΣ]

Πριν πιάσουμε τα της κομμωτικής, προέχει η μουσική. Το πιάνο-αντίκα είναι παλιό, αλλά κουρδισμένο. Η παλιακή αισθητική δεν είναι ρετρό διακοσμητικό τέχνασμα. Είναι η ψυχή του κουρείου. «Ζήσαμε κι εμείς τη δική μας δεκαετία του ’30 με την αγάπη μας για το ρεμπέτικο», αφηγείται ο κουρέας, που μετά τις βάρδιές του παραδοσιακά μαζεύει στο μαγαζί φίλους οργανοπαίκτες και παίζουν μουσική. Η σκέψη του συχνά «σκαλίζει» το παρελθόν: τους ρεμπέτες και τους ρομαντικούς της Μεταπολίτευσης. Κλείνει 20 χρόνια στην καρδιά των Εξαρχείων – «στη γειτονιά που είχε πάντα ιδιαίτερο κόσμο και διανοούμενους», όπως επισημαίνει, ακόμη κι αν «ειδικά μετά την πανδημία άρχισε να αλλάζει».

Πιτσιρίκος κατέφευγε στο κουρείο της γειτονιάς του στο Πολύγωνο για να απολαύσει τη μυσταγωγική γαλήνη του χώρου. Ο κουρέας –αριστερός σε ταραγμένες εποχές– μετρούσε τις κουβέντες του· επομένως, η σιωπή ήταν φορτισμένη με μια άλλη αξία. Με έμπνευση από τον σιωπηλό κουρέα, ο Γιώργος έμαθε την τέχνη, αλλά για καιρό ντρεπόταν να κάνει το επόμενο βήμα. Σκεφτόταν πόσο άβολο θα ήταν να σταθεί πάνω από τη μαγική δερμάτινη καρέκλα ως πρωταγωνιστής της τελετουργίας. Εξομολογείται πως πιστεύει στη δύναμη του απροσδόκητου. Ισως επειδή τη μέρα που αποφάσισε να παραμερίσει την αδράνεια και να χτυπήσει την πόρτα του πασίγνωστου Ηλία Ζάρμπαλη, ένας συνεργάτης του κομμωτηρίου είχε χτυπήσει σε τροχαίο και το μαγαζί έψαχνε χέρια.

Σχέση εμπιστοσύνης – Η ομορφιά που εκπέμπει ο πελάτης θα δοθεί πίσω ως αντάλλαγμα στο κούρεμα. «Εχει σημασία αυτή η σχέση. Δεν είναι τυχαίο που ιστορικά οι κουρείς συνοδεύονται από μια θετική φήμη. Ηταν άνθρωποι έμπιστοι,
άνθρωποι του λαού», παρατηρεί ο Γιώργος Τζαβέλλας.

Το κουρείο είναι τόπος συνάντησης, έτσι ήταν πάντα, μου εξηγεί όσο με ξεναγεί στην αποθήκη – μουσικό στούντιο, στην οποία καταλήγει μια παλιά σπειροειδής σκάλα. Η τέχνη, άλλωστε, λειτουργεί αμφίδρομα. Η ομορφιά που εκπέμπει ο πελάτης θα δοθεί πίσω ως αντάλλαγμα στο κούρεμα. «Εχει σημασία αυτή η σχέση. Δεν είναι τυχαίο που ιστορικά οι κουρείς συνοδεύονται από μια θετική φήμη. Ηταν άνθρωποι έμπιστοι, άνθρωποι του λαού», παρατηρεί.

Οπως αναφέρεται στο βιβλίο «Τα Μπαρμπέρικα» (εκδ. Φιλιππότη) της Ζωής Ε. Ρωπαΐτου –μια πολύτιμη ιστορική καταγραφή της πορείας του επαγγέλματος στην Ελλάδα από την αρχαιότητα– οι κουρείς ήταν από τους πρώτους κλάδους που ίδρυσαν συντεχνιακή οργάνωση λόγω του ανεπτυγμένου αισθήματος συλλογικότητας. Η «Αδελφότης» –ενεργός μέχρι σήμερα– ιδρύθηκε το 1833. Η Ρωπαΐτου επισημαίνει στο έργο της την ιδιότητα του κουρέα ως «οδοντοβγάλτη» στο παρελθόν, αλλά και τη ροπή πολλών μπαρμπέρηδων στο γράψιμο, στη διανόηση, στη φιλαναγνωσία.

Στο μεταξύ, στον χώρο του Γιώργου έχει μαζευτεί ένα διόλου ευκαταφρόνητο παρεάκι όλων των ηλικιών. Πειράγματα, σχόλια για την επικαιρότητα, απολογισμοί της ημέρας. Νησίδα μιας δυσεύρετης ραστώνης, χωρίς καρνέ, χωρίς οθόνες και άσκοπες μουσικές παρεμβολές. Η μουσική θα ξεκινήσει στην ώρα της. «Στο τέλος της ημέρας, αυτό είναι το ζητούμενο», λέει ο Γιώργος με ύφος σχεδόν παιδικό. «Να απαλλασσόμαστε από το βάρος που αν δεν υπήρχε η μουσική, θα κουβαλούσαμε πάνω μας την επόμενη μέρα».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT