ΤΟΥΡΚΙΑ – ΑΠΟΣΤΟΛΗ. Τόσο πολλές αγκινάρες δεν είχα ξαναδεί. Και σε τέτοια ποικιλία εδεσμάτων: λαδερές, αγκιναρόπιτα, αγκιναρόσουπα, με αρνάκι, με γαρίδες, με καλαμαράκια, με σάλτσα ταχινιού, γεμιστές, τηγανητές, σε σαλάτα. Ακόμη και σε πιο απρόσμενες εκδοχές: μαρμελάδα, γλυκό με σιρόπι ιβίσκου και παγωτό. Αλλά η παρουσία τους δεν περιοριζόταν στη μαγειρική και στη ζαχαροπλαστική· πρωταγωνιστούσαν σε πίνακες ζωγραφικής και γλυπτά, σε T-shirts και φουλάρια, σε μεγάλα ανθοδοχεία, αντί για λουλούδια, σε καταστήματα, ξενοδοχεία και εστιατόρια. Με λίγα λόγια, βρίσκονταν παντού.
Η τουρκική πόλη των περίπου 70.000 κατοίκων αποτελεί case study τού πώς ένα τοπικό αγροτικό προϊόν μπορεί να μετατραπεί σε κινητήρια δύναμη ανάπτυξης.
Κάθε άνοιξη αυτό συμβαίνει στην Ούρλα της Τουρκίας, τα πάλαι ποτέ Βουρλά, μια από τις σημαντικότερες πόλεις των μικρασιατικών παραλίων, δεύτερη σε μέγεθος μετά τη Σμύρνη, εκεί όπου περνούσε τα καλοκαίρια του ως παιδί ο Γιώργος Σεφέρης. Η περιοχή έχει βαθιές ελληνικές ρίζες που φτάνουν μέχρι την αρχαιότητα και τις φημισμένες Κλαζομενές, όπως μαρτυρούν τα αρχαιολογικά ευρήματα που έχουν έρθει στο φως. Το Φεστιβάλ της Αγκινάρας, που διοργανώνεται κάθε χρόνο από το 2014, είναι αφιερωμένο αποκλειστικά σε αυτό το ιδιαίτερο λαχανικό. Στόχος του είναι να αναδείξει την τοπική παραγωγή και την ποικιλία «Χίος» –ναι, από το ελληνικό νησί–, που θεωρείται από τις πιο εκλεκτές. Στην πόλη καταφθάνουν σεφ από χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, ταξιδιωτικοί πράκτορες και επιχειρηματίες της εστίασης. Η αγκινάρα ενώνει τη Μεσόγειο!
Από το χωράφι στο τραπέζι
Φέτος την Ελλάδα εκπροσώπησαν δύο σεφ: η καταξιωμένη, σε Ελλάδα και Τουρκία, Μαρία Εκμεκτσίογλου, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη και χτίζει σταθερά γέφυρες ανάμεσα στις δύο πλευρές του Αιγαίου (διοργανώνει και η ίδια ένα σημαντικό γαστρονομικό φεστιβάλ στο Φετιγιέ), και ο Μανώλης Χήρας από τους Λειψούς. «Τα Βουρλά θεωρούνται το Σαν Σεμπαστιάν της Τουρκίας», λέει η Μαρία Εκμεκτσίογλου. «Είναι από τις ελάχιστες περιοχές εκτός Κωνσταντινούπολης όπου θα βρει κανείς τόσα εστιατόρια βραβευμένα με αστέρια Michelin. Κάθε χρόνο εξελίσσονται σε έναν σημαντικό πόλο έλξης για food lovers και ταξιδιώτες που θέλουν να ζήσουν την εμπειρία τού “από το χωράφι στο τραπέζι”. Αυτή είναι η φιλοσοφία που κυριαρχεί εδώ». Πράγματι, η πόλη των περίπου 70.000 κατοίκων αποτελεί χαρακτηριστικό case study τού πώς ένα τοπικό αγροτικό προϊόν μπορεί να μετατραπεί σε κινητήρια δύναμη ανάπτυξης, να δημιουργήσει ταυτότητα και να προσελκύσει ποιοτικό τουρισμό.


«Πάνω από 1,5 εκατ. τόνοι αγκινάρας παράγονται κάθε χρόνο σε όλο τον κόσμο, με την Ιταλία, την Ισπανία και την Αίγυπτο να κατέχουν τα σκήπτρα. Η δική μας παραγωγή δεν ξεπερνά τις 40.000 τόνους και μάλιστα από λίγες δεκάδες οικογένειες. Ομως δεν εστιάζουμε στην ποσότητα· ρίχνουμε το βάρος μας στην ποιότητα. Γιατί πιστεύουμε αυτό που τόσο εύστοχα διατύπωσε ο Ιπποκράτης: “Είμαστε ό,τι τρώμε”», επισημαίνει η Τουρκάλα δημοσιογράφος, συγγραφέας, σύμβουλος επικοινωνίας και σομελιέ ελαιολάδου (με βάση το Λονδίνο) Αϊνούρ Τατερσάλ, μέλος της οργανωτικής επιτροπής. «Στις χώρες μας το ξέρουμε καλά αυτό και το εφαρμόζουμε. Οι Ελληνες φίλοι μου είναι περισσότεροι από τους Τούρκους και το βλέπω στον τρόπο που αντιμετωπίζουν το φαγητό».
Ο Μεσούτ από την Κρήτη
Είναι μεσημέρι και στους δρόμους της πόλης επικρατεί πανδαιμόνιο. Τρακτέρ στολισμένα με αγκινάρες κατευθύνονται, σε πομπή, στην κεντρική πλατεία. Η μπάντα του δήμου προπορεύεται. Οι παραγωγοί έχουν στήσει τους πάγκους τους, το ίδιο και οι καλλιτέχνες που έχουν δημιουργήσει αμέτρητα διακοσμητικά αντικείμενα με έμπνευση από το ταπεινό λαχανικό. Το τηλέφωνό μου χτυπάει και προσπαθώ να συνεννοηθώ μέσα στα… ντεσιμπέλ της γιορτής. «Ελληνίδα είστε;», με ρωτάει ένας ηλικιωμένος κύριος. Απαντώ καταφατικά και εκείνος μου αφηγείται την ιστορία του. Λέγεται Μεσούτ, είναι Τουρκοκρητικός, η οικογένειά του ήρθε στα Βουρλά από το Ηράκλειο το 1924 – μετά την υπογραφή (το 1923) της Συνθήκης της Λωζάννης, που περιελάμβανε τον όρο της υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών. Κατάφεραν να κρατήσουν ζωντανή τη μνήμη της Ελλάδας, μιλώντας τη γλώσσα και διατηρώντας πολλές από τις παραδόσεις με τις οποίες γαλουχήθηκαν. «Εμείς τις αγκινάρες τις προτιμάμε με ρίφι!», μου λέει γελώντας, με χαρακτηριστική κρητική προφορά.
Τι ιδιαίτερο, όμως, έχει για ένα μάγειρα η αγκινάρα; Και τι φέρνει έναν Ελληνα σεφ σε ένα τέτοιο φεστιβάλ; «Αγαπώ την αγκινάρα, δεν λείπει ποτέ από το μενού μου. Μου αρέσει η απαλή, ευγενική γεύση της. Και τη θεωρώ πασπαρτού, αφού μπορεί να ταιριάξει το ίδιο καλά με κρέας και θαλασσινά», εξηγεί ο Λειψώτης Μανώλης Χήρας. «Στο φεστιβάλ ήρθα αφιλοκερδώς, όπως και η Μαρία Εκμεκτσίογλου. Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να προβάλω το νησί μου, γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ, γι’ αυτό συμμετέχω σε αντίστοιχες διοργανώσεις σε διάφορες χώρες. Κι όπου πάω μαγειρεύω με ελληνικά προϊόντα. Αυτή τη φορά στις συνταγές μου χρησιμοποίησα, μεταξύ άλλων, αυγοτάραχο Μεσολογγίου και κρασί από Μοσχοφίλερο. Πριν από καιρό, σε ένα φεστιβάλ στην Κροατία, ζήτησα φέτα. Μου έδωσαν μια “ψευδεπίγραφη φέτα” από άλλη χώρα. “Φέρτε μου την αυθεντική, διαφορετικά θα βγω από την κουζίνα”, τους είπα. Και δεν αστειευόμουν».

