Το ενδεχόμενο προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εξετάζει ο Δικηγορικός Σύλλογος της Αθήνας σχετικά με την πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, ο οποίος αποφάσισε να μην ανασυρθεί από το αρχείο η υπόθεση των υποκλοπών.
Σε συνέντευξη Τύπου που διοργανώθηκε από τον ΔΣΑ για το θέμα, ο ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του ΕΚΠΑ Νίκος Αλιβιζάτος, κάνοντας μια σύντομη αναφορά στην υπόθεση της πρώην εισαγγελέως Γεωργίας Τσατάνη που πέτυχε καταδίκη της Ελλάδας στο Στρασβούργο, αλλά και στην πρόσφατη απόφαση Kanev κατά Βουλγαρίας που αφορά την άρνηση της βουλγαρικής ΕΥΠ να ενημερώσει για το αν παρακολουθεί πολίτη, σχολίασε ότι αξίζει η διερεύνηση του ενδεχόμενου ανάλογης προσφυγής για την πράξη του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
«Εμάς εδώ η ΕΥΠ απάντησε στον Ανδρουλάκη ότι τον παρακολουθεί, αλλά δεν είπε τον λόγο. Στη Βουλγαρία δεν απάντησαν ούτε σε αυτό. Αυτές οι δύο αποφάσεις (Τσατάνη και Kanev) με κάνουν να πιστεύω ότι ίσως υπάρχει βάση, η πράξη του κυρίου Τζαβέλλα να ελεγχθεί με ευρωπαϊκά κριτήρια. Και μόνο το γεγονός ότι υπήρχε σύγκρουση καθηκόντων, μπορεί όλη την υπόθεση να την τινάξει στον αέρα», εκτίμησε ο κ. Αλιβιζάτος επαναλαμβάνοντας ότι απαιτείται μελέτη για οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια, με τον πρόεδρο του ΔΣΑ, Ανδρέα Κουτσόλαμπρο, να συμπληρώνει λίγο αργότερα πως ο Σύλλογος διερευνά το ενδεχόμενο αυτό.
Ο καθηγητής προχώρησε σε ενημέρωση για την πορεία της προσφυγής που έχει ασκήσει ο ΔΣΑ ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ΕΔΔΑ), σε συνέχεια της απόρριψης της αίτησης ακύρωσης που είχε υποβάλει ενώπιον του ΣτΕ κατά των αποφάσεων αντικατάστασης των μελών των Διοικητικών Συμβουλίων της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών και του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, αλλά και την προσφυγή του προέδρου του ΠΑΣΟΚ Νίκου Ανδρουλάκη στο ΕΔΔΑ.
Την υπόθεση των Ανεξάρτητων Αρχών έχει φέρει στο Στρασβούργο ο ΔΣΑ. Είχε προηγηθεί αίτηση ακυρώσεως στο ΣτΕ εναντίον του διορισμού στο ΕΣΡ και την Ανεξάρτητη Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου (ΑΑΔΕ) με 16 αντί του κατά το Σύνταγμα (άρθρο 101) προβλεπόμενου ελάχιστου αριθμού των 17 ψήφων της Διάσκεψης των Προέδρων, η οποία απερρίφθη ως απαράδεκτη (ΣτΕ Ολ. 1639- 1640/2024).
Ο κ. Αλιβιζάτος έκανε λόγο για «βόμβα» του ΣτΕ, όταν απέρριψε την αίτηση βασιζόμενο στο αν υπάρχει έννομο συμφέρον του ΔΣΑ. «Το ΣτΕ στήριξε το απορριπτικό διατακτικό του στη σκέψη ότι ο ΔΣΑ δεν είχε έννομο συμφέρον στην εν λόγω δίκη. Και τούτο, παρά τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 90 του Κώδικα Δικηγόρων, που ορίζει ότι οι Δικηγορικοί Σύλλογοι «μπορούν να υποβάλουν […] αίτηση ακύρωσης […] ενώπιον κάθε Δικαστηρίου», για την επιδίωξη των σκοπών τους. Ο ΔΣΑ παραπονείται για παράβαση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας που, εν προκειμένω, του αναγνωρίζει ο ως άνω νόμος (άρθρο 6§1 ΕΣΔΑ), καθώς και για παράβαση του απορρήτου των ανταποκρίσεων και της ιδιωτικής ζωής των μελών του, δηλαδή των δικηγόρων (άρθρο 8 ΕΣΔΑ)», είπε ο κ. Αλιβιζάτος συμπληρώνοντας πως «η υπόθεση εκκρεμεί καθώς ολοκληρώθηκε η ανταλλαγή υπομνημάτων και αναμένεται η έκδοση απόφασης εντός του τρέχοντος έτους».
Αναφερόμενος στην προσφυγή του προέδρου του ΠΑΣΟΚ Νίκου Ανδρουλάκη, που έχει προσφύγει στο ΕΔΔΑ για τη μη εφαρμογή από την ελληνική κυβέρνηση ομόφωνης απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ που τον είχε δικαιώσει, διατάσσοντας την Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) να τον ενημερώσει για τους λόγους για τους οποίους η ΕΥΠ είχε επισυνδέσει το τηλέφωνό του μεταξύ Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου 2021 (ΣτΕ -Ολ.- 465/2024), ο κ. Αλιβιζάτος σημείωσε πως «ο προσφεύγων παραπονείται για παράβαση του τηλεφωνικού απορρήτου του (άρθρο 8 ΕΣΔΑ) και για τη μη συμμόρφωση του Δημοσίου προς αμετάκλητη δικαστική απόφαση (άρθρο 651 ΕΣΔΑ). Η υπόθεση έχει χαρακτηρισθεί από το ΕΔΔΑ ως μείζονος προτεραιότητος και βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της ανταλλαγής υπομνημάτων».

«Να αλλάξει ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης»
Την ανάγκη αλλαγής του τρόπου επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης υπογράμμισε ο ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης, Αντώνης Ρουπακιώτης. «Είναι θέμα άσκησης εξουσίας. Πρέπει να αναπτύξουμε δραστηριότητα ενόψει της αναθεώρησης του Συντάγματος ώστε να πιεστούν τα πολιτικά κόμματα ότι πρέπει να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα ως προς αυτούς που διορίζουν την ηγεσία της Δικαιοσύνης. Το δικαστικό σώμα δεν έχει παράδοση αγώνων για να στηρίξει την ανεξαρτησία του».
Στην αντίθεση του ΔΣΑ στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης των υποκλοπών ως προς τη διερεύνηση του αδικήματος της κατασκοπείας αναφέρθηκε και ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Ανδρέας Κουτσόλαμπρος. «Και οι τρεις προτάσεις που κατατέθηκαν προς ψήφιση στο Διοικητικό Συμβούλιο ανέδειξαν την αντίθεσή μας στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης, παρά την περί του αντιθέτου δικαιοδοτική κρίση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Ολα τα μέλη του Δ.Σ. εξέφρασαν την άποψη ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης» είπε ο κ. Κουτσόλαμπρος συμπληρώνοντας πως ο ΔΣΑ «προτίθεται αφ’ ενός να αναδείξει το ζήτημα στα ευρωπαϊκά fora και αφ’ ετέρου να παράσχει στήριξη στα θύματα των τηλεφωνικών υποκλοπών και τους δικηγόρους τους σε κάθε νομική ενέργεια που κατατείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας ενώπιον των ελληνικών και ευρωπαϊκών δικαστηρίων».
Την άποψη ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας όφειλε να «αυτοεξαιρεθεί από την υπόθεση των υποκλοπών δεδομένου ότι κατά την επίδικη περίοδο των παρακολουθήσεων κατείχε θέση αναπληρωτή επόπτη της ΕΥΠ και ήταν διάδικος στην Εξεταστική Επιτροπή», εξέφρασε ο γενικός γραμματέας του ΔΣΑ Κώστας Καρέτσος κατά τη έναρξη της συνέντευξης Τύπου που διοργάνωσε ο Σύλλογος, ο οποίος τις προηγούμενες ημέρες είχε ζητήσει την παραίτηση του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού.

«Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο με τα νέα στοιχεία που αποκάλυψε έκρινε ότι έγινε χρήση παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού κατά κρατικών αξιωματούχων και διέταξε τη διαβίβαση της δικογραφίας στην ανάκριση, ζητώντας τη διερεύνηση του αδικήματος της κατασκοπείας για τους καταδικασθέντες και τους συνεργούς τους. Από την πλευρά του ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αποφάσισε να μην ανασύρει την υπόθεση από το αρχείο, κρίνοντας ότι δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της κατασκοπείας, χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε ουσιαστική έρευνα, χωρίς εξέταση μαρτύρων και χωρίς έλεγχο κρίσιμων αποδεικτικών μέσων. Την ίδια στιγμή, όφειλε να αυτοεξαιρεθεί από την υπόθεση δεδομένου ότι κατά την επίδικη περίοδο των παρακολουθήσεων κατείχε θέση αναπληρωτή επόπτη της ΕΥΠ και ήταν διάδικος στην Εξεταστική Επιτροπή», σημείωσε ο κ. Καρέτσος εξηγώντας πως με αυτά ως δεδομένα, το Δ.Σ. του ΔΣΑ έκρινε ότι η πράξη του εισαγγελέα του Α.Π. συνιστά θεσμική εκτροπή και ζήτησε την παραίτησή του.
Αναφερόμενη στο αίτημα παραίτησης του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αλλά και στη φράση «θεσμική εκτροπή», με την οποία η πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου του ΔΣΑ χαρακτήρισε τη διενέργεια της έρευνας από τον κ. Τζαβέλλα, η αντιπρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών κ. Τσαγκλή εξήγησε πως «η αυστηρή διατύπωση της γνώμης μας ως πλειοψηφίας του σώματος και τα μέσα αντίδρασης που υιοθετήσαμε, μεταξύ των οποίων η πρόσκληση του κυρίου εισαγγελέα να υποβάλει την παραίτησή του, δεν επελέγησαν ούτε αβασάνιστα ούτε πρόχειρα, αλλά υπαγορεύθηκαν αποκλειστικά ως κατά την κρίση μας ανάλογη απάντηση στο μέγεθος της θεσμικής προσβολής αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς που επεδείχθη στη συγκεκριμένη υπόθεση από την εισαγγελική αρχή, η οποία όχι μόνο δεν διερεύνησε, ως όφειλε, περαιτέρω την υπόθεση αλλά έπρεπε να είχε επιλέξει την αποχή λόγω αυταπόδεικτου κατά την άποψή μας λόγου αυτοεξαίρεσης που αποσιωπήθηκε».
Τοποθέτηση στο πλαίσιο της συνέντευξης Τύπου έκανε και ο σύμβουλος του ΔΣΑ Θανάσης Καμπαγιάννης. «Η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αποτελεί πράξη ευθύνης του δικηγορικού σώματος. Μιλήσαμε για θεσμική εκτροπή διότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου παραβίασε το κατά τον νόμο καθήκον του. Η κρίση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ότι στις επικοινωνίες Φλώρου και Δένδια δεν υπάρχουν κρατικά μυστικά κρίνεται από τους πολίτες και την κοινωνία»,
είπε ο κ. Καμπαγιάννης.

