Πώς να αποχαιρετίσει κάποιος μια αγαπημένη φίλη χωρίς να διολισθήσει σε κλισέ, σε κοινοτοπίες, σε κούφιες μεγαλοστομίες; Γράφοντας για τη Γιάννα Αλιβιζάτου, που «έφυγε» πρόσφατα, θα προτιμήσω λοιπόν να το κάνω με τον τρόπο που νομίζω πως θα άρεσε σ’ εκείνη. Με κάποια περιστατικά, ίσως και με λίγο από το κλίμα που σημάδεψε σχεδόν όλη τη γενιά μας. Κλίμα που, βέβαια, δεν θα μπορούσε να μην είχε σημαδέψει και έναν άνθρωπο τόσο βαθιά ευαίσθητο όπως η Γιάννα.
Η Γιάννα Διάκου, η αφεντιά μου και αρκετοί ακόμη, σε κάποιους από τους οποίους θα επανέλθω, μπήκαμε («εισήλθαμε», κατά τον επίσημο όρο της εποχής) στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών τον Σεπτέμβριο του χουντοσωτήριου έτους 1967. Ξεκινήσαμε, μάλιστα, τις σπουδές μας με ζήλο, κινούμενοι μεταξύ Αμφιθεάτρου Σαριπόλων (όπου ο Ξενοφών Ζολώτας δίδασκε Πολιτική Οικονομία, φέρνοντας παραδείγματα από τα φοιτητικά του χρόνια στη Γερμανία των… αρχών της δεκαετίας του 1920), Αιθούσης Οικονομίδου (εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το λεγόμενο Ροζ Κτίριο), κινηματογράφου «Ιρις», όπου επίσης γίνονταν παραδόσεις, και Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου, όπου κάναμε υποχρεωτικές παρουσίες στη γυμναστική!
Βέβαια, σχετικά σύντομα, αρκετοί και αρκετές από εμάς αρχίσαμε να εμφανιζόμαστε όλο και πιο αραιά στις παραδόσεις, αρκούμενοι/ες να περνάμε τα μαθήματα. Βλέπεις, ήταν κι εκείνη η άτιμη η χούντα που, προσβάλλοντας βάναυσα όχι μόνο την πολιτική σου συνείδηση αλλά και τη νοημοσύνη σου και την αισθητική σου, σε ωθούσε προς άλλες κατευθύνσεις, κοσμοδιορθωτικές, λίγο-πολύ αριστερόστροφες. Αλλωστε, εκτός από τη χουντική ασφυξία στο εσωτερικό, όσα συνέβαιναν εκείνα τα χρόνια στο εξωτερικό τροφοδοτούσαν επίσης τους προβληματισμούς μας και ειδικότερα τη νεανική πεποίθησή μας πως ένας καλύτερος κόσμος ήταν όχι μόνον εφικτός αλλά και ορατός στο εγγύς μέλλον.
Αξίζει μια (ας την πούμε) παρένθεση σε αυτό το σημείο, για να αναφερθώ σε ένα ελάχιστα γνωστό περιστατικό, με πρωταγωνιστή τον μετέπειτα σύντροφο ζωής της Γιάννας, τον Νίκο Αλιβιζάτο. Ηταν Νοέμβριος του 1968 και είχε μόλις πεθάνει ο Γεώργιος Παπανδρέου. Συνεπικουρούμενος από τον μετέπειτα υπουργό Γιάννο Παπαντωνίου και τον μετέπειτα δημοσιογράφο και βουλευτή Πάνο Λουκάκο, επίσης συμφοιτητές μας, πριν από κάποια παράδοση στην Αίθουσα Οικονομίδη, ο Νίκος ανέβηκε στην έδρα και είπε: «Συνάδελφοι, πέθανε ένας άνθρωπος που είχε κάνει πολλά για την παιδεία…».
Τίποτα το ανατρεπτικό, τίποτα το απροκάλυπτα αντιχουντικό και όμως, αυτά τα ελάχιστα που είπε ήταν ένα «κλείσιμο του ματιού», που τόσο το είχαμε ανάγκη όσοι και όσες βρισκόμασταν στην αίθουσα οίκοθεν νοείται, βέβαια, πως δεν την έβγαλαν «αβρόχοις ποσί» οι πρωταγωνιστές του συμβάντος.
Ηταν και άλλοι πολλοί σε εκείνο το σημαδιακό «έτος». Ο Πέτρος Μακρής-Στάικος, μακαρίτης σήμερα, που έγραψε μια εξαιρετική βιογραφία του Κίτσου Μαλτέζου, δολοφονημένου εν ψυχρώ τον Φεβρουάριο του 1944 με εντολή του ΚΚΕ. Ο Κώστας Μαυρουδής και ο Τάσος Γουδέλης (τον χάσαμε κι αυτόν, πέρυσι), συγγραφείς και οι δύο και συνεκδότες του αειθαλούς περιοδικού «Το Δέντρο», η μακαρίτισσα Μυρσίνη Ζορμπά, εκδότρια, πρώτη διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, υπουργός Πολιτισμού των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στα στερνά της, η Μαρία Ευσταθιάδη, γνωστή συγγραφέας και αυτή, καθώς και άλλοι πολλοί, που διακρίθηκαν στον μετέπειτα βίο τους και που δεν είναι εδώ ο χώρος για να τους θυμηθώ και να τους μνημονεύσω.
Ηταν κάπως «άχαρα» (τι κομψή διατύπωση!) εκείνα τα χρόνια. Δεν ήταν μόνο η πολιτική ασφυξία που ένιωθες. Ηταν και ο βλαχοδημαρχισμός της χούντας, με τα τσάμικα και με τα πουλιά, με τις γιορτές στο Καλλιμάρμαρο, με το μυστρί του Παττακού και με τις υλακές του Παπαδόπουλου, με, με, με… Ελάχιστες οι διέξοδοι για τον πολιτικό και κοσμοδιορθωτικό οίστρο μας, αλλά και για τις καλλιτεχνικές και αισθητικές ανησυχίες μας.
Παρηγοριά στην περιρρέουσα αφασία, οι ταινίες που βλέπαμε στο παλιό, θρυλικό «Στούντιο» (στην οδό Τρικόρφων) και αργότερα στην «Αλκυονίδα», κάποιες παραστάσεις του Κουν, κάποια βράδια στο Ηρώδειο ή στη Λυρική, στην οδό Ακαδημίας τότε. Σε θυμάμαι να βλέπουμε παράσταση από τον εξώστη, Γιάννα. Νομίζω ότι ήταν το «Ετσι κάνουν όλες», αλλά μπορεί και να τα μπερδεύω. Ηταν σίγουρα εκεί, στην παρέα, ο Γιώργος, μακαρίτης κι αυτός, προφανώς και άλλοι/ες που δεν μπορώ να τους/τις θυμηθώ.
Α ναι, υπήρχαν και οι μικροαπολαύσεις. Οταν τελείωνε η παράδοση ή η εξέταση στο Αμφιθέατρο Σαριπόλων ή κάπου εκεί γύρω, υπήρχε ανάγκη για εκτόνωση, για κάποιο στέκι εκεί κοντά, όπου, εκτός των άλλων, να αναλύσουμε την παγκόσμια και την εγχώρια κατάσταση.
Ανεβαίναμε, λοιπόν, από τη Σόλωνος στο τότε «Dolce», σήμερα «Φίλιον», δίπλα στον Αγιο Διονύσιο, όπου βέβαια παραγγέλναμε συνήθως έναν απλό καφέ, τούρκικο, νες ή τον αθάνατο φραπέ. Ο εσπρέσο, ο καπουτσίνο, ο φρέντο και άλλα τέτοια «εξωτικά» ήρθαν πολύ αργότερα. Στο μέτρο που τα οικονομικά μας το επέτρεπαν, παραγγέλναμε και τοστ. Τέτοια μεγαλεία! Οταν το 2022, με την ευκαιρία των 30 χρόνων αφότου το «Dolce» έγινε «Φίλιον», είχα γράψει ένα σχετικό κείμενο στο «Βιβλιοδρόμιο» των «Νέων του Σαββατοκύριακου», θυμάμαι τη Γιάννα να μου τηλεφωνεί για να μου πει πόσο είχε χαρεί διαβάζοντας για το τόσο μακρινό, και όμως σαν χθεσινό, παρελθόν μας.
Ηταν άνθρωπος βαθιά ευαίσθητος και βαθιά καλλιεργημένος η Γιάννα. Δεν θορυβούσε, δεν ακκιζόταν, δεν μοστραριζόταν. Ηταν ευγενής, μεγαλόψυχη, ανιδιοτελής, δοτική, προσηνής, χαμηλών τόνων, αλλά και με πάντοτε θετική ματιά στα πράγματα, γήινη, αποτελεσματική σε ό,τι έκανε και σε ό,τι αναλάμβανε. Ηταν μια μεγάλη Κυρία με το Κ κεφαλαίο. Και πάνω απ’ όλα, ήταν ένας ωραίος άνθρωπος, από αυτούς που όλο και πιο σπάνια συναντάς στις μέρες μας. Γεια χαρά, συμφοιτήτριά μου της «τάξης του ’67».

