Εχουν περάσει περισσότερα από 20 χρόνια από τη στιγμή που η πολιτεία απαλλοτρίωσε τις τέσσερις προσφυγικές πολυκατοικίες στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, με σκοπό την αποκατάστασή τους και τη μετατροπή τους σε κοινωνική κατοικία. Προηγήθηκαν αγώνες συλλόγων αρχιτεκτόνων και πανεπιστημίων για τη διάσωσή τους, χάρη στους οποίους απετράπη η κατεδάφισή τους και τα κτίρια κηρύχθηκαν διατηρητέα.
Τι μεσολάβησε; Περισσότερα από 20 χρόνια εγκατάλειψης. Σήμερα η υπόθεση έρχεται και πάλι στο προσκήνιο, με την Περιφέρεια Αττικής να δρομολογεί τις εργασίες για την αποκατάστασή τους. Σύμφωνα με την ανακοίνωση που εξέδωσε, «τα Προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας δεν πρόκειται να εμπορευματοποιηθούν, να γκρεμιστούν ή να εγκαταλειφθούν – ούτε τώρα, ούτε στο μέλλον. Βασική φιλοσοφία του εγχειρήματος είναι να επιστρέψουν στην κοινωνία ως χώροι κοινωνικής κατοικίας, αξιοπρέπειας και αλληλεγγύης, αξιοποιώντας ευρωπαϊκούς πόρους της Περιφέρειας για προσιτή και βιώσιμη στέγαση».
Πλην όμως υπάρχει μια νέα πραγματικότητα: οι τέσσερις πολυκατοικίες έχουν από ετών καταληφθεί και εκεί λειτουργεί μια κοινότητα, η οποία έχει «στη φαρέτρα της» το ξεκαθάρισμα της περιοχής από τα ναρκωτικά, τη δημιουργία μιας φιλειρηνικής γειτονιάς και την παροχή βοήθειας σε ευάλωτους ανθρώπους. Τώρα όλα δείχνουν ότι οι δύο πλευρές πρόκειται να έρθουν σε σύγκρουση, με την Περιφέρεια να υποστηρίζει ότι θα ληφθεί μέριμνα για τους κοινωνικά ασθενείς διαμένοντες, και τους καταληψίες να ζητούν την παραχώρηση των κτιρίων στην ΑΜΚΕ που έχουν συστήσει, η οποία θα αναλάβει ιδίοις εξόδοις την ανακαίνισή τους.
Η πορεία κατασκευής
Οι οκτώ προσφυγικές πολυκατοικίες (έξι στη σειρά, με μέτωπο στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, και δύο πίσω από το νοσοκομείο «Αγιος Σάββας») κατασκευάστηκαν σε δύο φάσεις, από το 1933 έως το 1936, οι νεότερες από αυτές δηλαδή συμπληρώνουν φέτος 90 χρόνια ζωής. Τα 228 διαμερίσματα (όλα των 50-55 τ.μ.), που αγοράστηκαν από οικογένειες Μικρασιατών και Ποντίων, ήταν πρωτοποριακά για την εποχή τους. Εξωτερικά σε στυλ Bauhaus, εσωτερικά με απόλυτα λειτουργική διαρρύθμιση, δημιουργούν μια παράξενη ετεροτοπία επάνω στη λεωφόρο Αλεξάνδρας.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, στην προ-Ολυμπιακή Αθήνα, είχε δρομολογηθεί σχέδιο για τη διατήρηση μόνο των δύο πρώτων (οι οποίες και κηρύχθηκαν διατηρητέες το 2003) ως δειγμάτων της εποχής, και την κατεδάφιση των υπολοίπων. Τελικά αυτό, όπως προαναφέρθηκε, απεφεύχθη και οι υπόλοιπες έξι πολυκατοικίες κηρύχθηκαν διατηρητέες το 2009.
Η πρώτη σοβαρή προσπάθεια για την αποκατάστασή τους ξεκίνησε το 2016. Τα 177 διαμερίσματα που είχαν αγοραστεί ή απαλλοτριωθεί από το Δημόσιο μεταβιβάστηκαν στην Περιφέρεια Αττικής (51 παρέμειναν σε ιδιώτες). Το 2018 ξεκίνησε μέσω της «Ανάπλασης Αθήνας» η προσπάθεια για την επισκευή και την αποκατάσταση των όψεων και των κοινόχρηστων χώρων (κλιμακοστάσια, δώματα) και στις οκτώ πολυκατοικίες και για την ανακαίνιση των 177 διαμερισμάτων της Περιφέρειας.
«Βασική φιλοσοφία του εγχειρήματος είναι να επιστρέψουν στην κοινωνία ως χώροι κοινωνικής κατοικίας, αξιοπρέπειας και αλληλεγγύης», υποστηρίζει σε ανακοίνωσή της η Περιφέρεια.
Το κόστος των παρεμβάσεων είχε αρχικά εκτιμηθεί στα 12 εκατ. ευρώ, με μελέτη που εκπονήθηκε από ομάδα αρχιτεκτόνων για λογαριασμό της «Ανάπλασης Αθήνας» με χορηγία των ΕΛΠΕ. Μάλιστα, το έργο είχε «εγγραφεί» στον προϋπολογισμό της Περιφέρειας. Η μελέτη εγκρίθηκε και από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων και είχε εκδοθεί η οικοδομική άδεια. Επίσης είχε εξασφαλισθεί η συναίνεση 51 ιδιοκτητών. Να σημειωθεί ότι το σχέδιο δεν προέβλεπε καμία αλλαγή χρήσης, μόνο τη διάθεση τμήματος των κατοικιών ως ξενώνα συγγενών καρκινοπαθών του «Αγίου Σάββα».
Το σχέδιο εγκαταλείφθηκε το 2019-2023 (επί διοίκησης Γιώργου Πατούλη) και επανήλθε από τη σημερινή περιφερειακή αρχή. Σύμφωνα με πληροφορίες, το έργο έχει ενταχθεί στο ΕΣΠΑ και δρομολογείται με βάση τις ήδη έτοιμες μελέτες.
Οσον αφορά τους σημερινούς κατοίκους των κτιρίων, «η Περιφέρεια Αττικής αναλαμβάνει την ευθύνη, σε συνεργασία με την πολιτεία, τον δήμο και τις αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες, να διασφαλίσει ότι οι σημερινοί διαμένοντες δεν θα μείνουν χωρίς στήριξη. Με οργανωμένο και διαφανή σχεδιασμό θα υπάρξει μέριμνα για τη μετεγκατάστασή τους σε κατάλληλες δομές και καταλύματα που θα εξασφαλίζουν ασφαλείς και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης. Παράλληλα, στο πλαίσιο της μελλοντικής λειτουργίας των Προσφυγικών ως χώρων κοινωνικής κατοικίας, θα προβλεφθούν διαδικασίες με διαφάνεια και σαφή κριτήρια, ώστε όσοι από τους σημερινούς διαμένοντες πληρούν τις προϋποθέσεις να έχουν τη δυνατότητα να ενταχθούν στους νέους αυτούς χώρους».
Πάνω από 400 άτομα
Από την πλευρά της η «Κοινότητα Κατειλημμένων Προσφυγικών» ζητάει να εγκαταλειφθεί το σχέδιο. Σημειώνει ότι δεν διεκδικεί την παραχώρηση της ιδιοκτησίας των κτιρίων στους σημερινούς κατοίκους, αλλά να δοθεί το δικαίωμα στην ΑΜΚΕ «Κάτοικοι και Φίλοι Προσφυγικών της Λεωφόρου Αλεξάνδρας» να ανακαινίσει τα κτίρια ιδίοις εξόδοις. Σύμφωνα με ανακοινώσεις της κοινότητας, στα κτίρια σήμερα κατοικούν περισσότεροι από 400 άνθρωποι, Ελληνες και ξένοι, ανάμεσα στους οποίους 50 παιδιά, οι οποίοι είναι «αυτοοργανωμένοι» μέσω συνέλευσης.
«Πίσω από τη ρητορική της “ανάπλασης” κρύβονται οι πολιτικές εξευγενισμού, που περιλαμβάνουν τον βίαιο εκτοπισμό των κατοίκων, την τουριστικοποίηση της ευρύτερης περιοχής και την αύξηση συνολικά του κόστους ζωής», αναφέρει η κοινότητα, υποστηρίζοντας ότι τα κενά δημόσια κτίρια και διαμερίσματα αποδεικνύουν την προσχηματικότητα της υπόθεσης.
Η κοινότητα «διεκδικεί καθεστώς αυτονομίας και αναγνώριση της αυτοοργανωμένης και αυτοθεσμισμένης κοινότητας, η οποία θα συνεχίσει να παράγει κοινωνικό έργο κοινής ωφελείας για τους κατοίκους των Προσφυγικών και του κέντρου της Αθήνας», αναφέρει πρόσφατη ανακοίνωσή της.

