«…Βαγόνια που ‘ρχεστε απ’ τον άλλο κόσμο μιλήστε, πείτε μια λέξη. Πέστε μου, ω βαγόνια, που πηγαίνετε αυτόν τον λαό, αυτούς τους Εβραίους στον θάνατο συρμένους; Κάντε τις ρόδες σας να μιλήσουν, για να κλάψω… εγώ να κλάψω…»
Γιτσχάκ Κατσνέλσον
Εβραίος ποιητής
Επί 40 και πλέον χρόνια, όσο τον κρατούσαν τα πόδια και η μνήμη του δεν τον είχε εγκαταλείψει, ο Χάιντς Κούνιο διέτρεχε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία, στην Πολωνία, στην Αυστρία, όπου μεταφέρθηκαν και θανατώθηκαν οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης. Ερευνούσε τα αρχεία τους, έψαχνε στα μουσεία του Ολοκαυτώματος στη Νέα Υόρκη, στο Γεντ Βασέμ στο Τελ Αβίβ, ξεψάχνιζε φωριαμούς στις αποθήκες του δήμου, φακέλους και ντοσιέ της Ισραηλιτικής Κοινότητας –όσα δεν είχαν αρπάξει οι Γερμανοί–, με σκοπό να ταυτοποιήσει έναν προς έναν τους συμπολίτες ομοθρήσκούς του που εξοντώθηκαν στα ναζιστικά κρεματόρια. Το είχε υποσχεθεί εκείνη τη νύχτα του 1950, όταν επέστρεψε για πρώτη φορά ελεύθερος στο Αουσβιτς και έστρεψε τα μάτια στον έναστρο ουρανό, σε όλους εκείνους που έγιναν βορά του αδηφάγου κρεματορίου.
Τον θυμάμαι στο διώροφο σπιτάκι του στην οδό Κορομηλά, στην ανατολική πλευρά της Θεσσαλονίκης, να ανοίγει τετράδια, να ξεδιπλώνει χαρτιά με ονόματα, διευθύνσεις, επαγγέλματα, ηλικίες, ημερομηνίες σύλληψης, στρατόπεδα προορισμού, και να μου λέει ότι «θα συνεχίσω μέχρι να διασταυρώσω τα στοιχεία και του τελευταίου…». Κατάφερε να «τσεκάρει» 37.000 ονόματα Θεσσαλονικέων Εβραίων που επιβεβαιωμένα εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα, και σήμερα η «λίστα Κούνιο» φιγουράρει σε κορυφαία ανά τον κόσμο μουσεία για το Ολοκαύτωμα και, φυσικά, στο Εβραϊκό Μουσείο της Θεσσαλονίκης. Δεν ήταν εύκολο για έναν άνθρωπο που βίωσε στον πετσί του τη φρίκη και επιστρέφοντας πορεύθηκε, όπως μας έλεγε, σε όλη τη μετέπειτα ζωή του με «τους εφιάλτες του Αουσβιτς».
Και πώς να μην υποφέρει όταν έφτασε επτά φορές στην πύλη του κρεματορίου, αλλά και τις επτά στη διαλογή «κάποιο θαύμα γινόταν». Την όγδοη, σε μία από τις «πορείες θανάτου» προς το Μαουτχάουζεν τον έστησαν σε έναν κορμό δέντρου με τον πατέρα του για να τους εκτελέσουν, αλλά ακούστηκαν από μακριά οι φωνές των Αμερικανών στρατιωτών που έφταναν και τα SS το έβαλαν στα πόδια. Στο βιβλίο του με τον τίτλο «Εζησα τον θάνατο», ο Κούνιο κατέγραψε τη φρίκη όπως τη βίωσε στα στρατόπεδα Αουσβιτς, Μαουτχάουζεν, Μελκ και Εμπενζεε. Η αφήγησή του είναι ανατριχιαστική και, κατά την ταπεινή γνώμη μας, δεν έχει να ζηλέψει από το παγκοσμίως γνωστό ως αριστούργημα «Αν έτσι είναι ο άνθρωπος» του Ιταλού συγκρατούμενού του στο Αουσβιτς, Πρίμο Λέβι. Οπως ο ίδιος σημείωνε, οι συγκλονιστικότερες στιγμές στους τόπους μαρτυρίου ήταν εκείνες της προσμονής, τις τελευταίες ώρες, της έλευσης των απελευθερωτών συμμάχων στο Αουσβιτς και στο Εμπενζεε. Και να πώς τις περιγράφει:
«…18 Ιανουαρίου 1945, Αουσβιτς. Ο χειμώνας του Βορρά μαίνεται. Ομως και κάτι απροσδιόριστο τονώνει τις καρδιές μας. Ακόμη κι οι ίδιοι οι Γερμανοί ομολογούσαν πως οι Ρώσοι δεν βρισκόταν και πολύ μακριά. (…) Ζητούσαμε από τον Θεό να μας λυτρώσει από τη σκλαβιά των ναζί. Κι αυτό μπορούσε να γίνει μόνο αν κατόρθωναν οι Ρώσοι να φτάσουν ώς εμάς πριν αρχίσει η μεταφορά μας για κάπου άλλου. Ομως κάτι τέτοιο δεν επρόκειτο να γίνει. Αιφνιδιαστικά, το πρωί της Πέμπτης, έφευγε η πρώτη αποστολή για την Κάτω Σιλεσία. Αρχιζε η εκκένωση. Η ανησυχία μάς κυρί-ευσε. Αρχισε η διαλογή. Οι απόλυτα χρήσιμοι για τη λειτουργία του στρατοπέδου και οι εργαζόμενοι στις εξωτερικές υπηρεσίες θα έφευγαν τελευταίοι. Ανάμεσα σε αυτούς, ο πατέρας μου και εγώ. Πέμπτη βράδυ, στις 11.30 αναχωρήσαμε. Δεν έμαθα πότε έφυγαν η μητέρα και η αδελφή μου. Το κρύο ήταν φοβερό. Προορισμός μας: το στρατόπεδο του Γκρος Ρόζεν. Ομως η προέλαση των ρωσικών στρα-τευμάτων έκοψε τον δρόμο. Ετσι, τραβήξαμε για το Μαουτχάουζεν της Αυστρίας. Καμιά περιγραφή δεν θα μπορούσε ν’ αποδώσει το τραγικό θέαμα της διαδρομής. Κανένας σκλάβος δεν υπέφερε όσα υπέφεραν 60.000 κατάδικοι σε τούτη τη διαδρομή. Πολλοί περπατούσαν ξυπόλυτοι. Το χιόνι πάγωνε τα πόδια».
Ο Κούνιο είχε βγει ζωντανός από την πύλη του Αουσβιτς, αλλά το παιγνίδι με τον θάνατο συνεχίστηκε με την ίδια ένταση στη διαδρομή προς τα στρατόπεδα των Μαουτχάουζεν, Μελκ και Εμπενζεε.
«Στρατόπεδο Εμπενζεε, Αυστρία. Δευτέρα, 6 Μαΐου 1945, η Μεγάλη Μέρα… Κανένας θόρυβος δεν έφτανε στ’ αυτιά μας. Φύλλο δεν σάλευε στα δέντρα. Βγήκα στο παράθυρο. Οι σκοποί ήταν πάντα στις θέσεις τους. Μόνο που τώρα ήταν πολιτοφύλακες και όχι SS. Γύρω στις δέκα, καθώς ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, αντιλήφθηκα ένα πλήθος να τρέχει προς την πλατεία φωνάζοντας: «Ηλθαν οι Αμερικάνοι»! Με όση δύναμη μου είχε απομείνει σηκώθηκα και εγώ, ντύθηκα βιαστικά κι έτρεξα μαζί με τους άλλους προς τη πλατεία να χαιρετίσω τους ελευθερωτές μας.
Ομως, όλη τούτη η κινητικότητα προκλήθηκε από μια παραίσθηση. Ενας Γερμανός καβαλάρης, με χακί στολή, ερχόταν προς το στρα-τόπεδο. Ξαναγύρισα στο μπλοκ και ξανάπεσα στο κρεβάτι μου. Εμεινα εκεί έως το μεσημέρι. Γύρω στις 3.30 το απόγευμα καθώς στεκόμουν στο παράθυρο, δοσμένος στις σκέψεις μου, βλέπω ένα πλήθος να τρέχει προς την πλατεία και να συγκεντρώνεται σε ομάδες. Επρόκειτο, πραγματικά, τούτη τη φορά, για τους Αμερικανούς. (…) Κάποιος λοχίας του αμερικάνικου στρατού άνοιξε την πόρτα και, σ’ εμάς, που είχαμε συγκεντρωθεί στη μεγάλη πύλη, φώναξε: “Κατάδικοι! Ηρθε κι η δική σας ώρα. Είστε πια ελεύθεροι κι όχι σκλάβοι του φασισμού!”. Αρχίσαμε να κλαίμε, από την ανέλπιστη χαρά μας, σαν μωρά παιδιά. Σχηματίστηκαν ομάδες. Κάθε ομάδα και εθνικότητα. Αρχισαν τα τραγούδια. Πρώτος ο εθνικός ύμνος κάθε χώρας. Από κάτι κουρελόπανα ψειριασμένα, ρούχα καταδίκων, γένηκαν βιαστικά σημαίες και κυμάτιζαν ελεύθερα. Εμείς οι Ελληνες, το άσπρο χρώμα το κάναμε από κάτι βρώμικα σεντόνια του νοσοκομείου και το μπλε, από παλιά ρούχα της δουλειάς, που τα φορούσαν οι ηλεκτρολόγοι. Υψώσαμε τη σημαία μας, ψάλλαμε τον εθνικό μας ύμνο και γυρί-σαμε ήσυχα στα μπλοκ μας».
Επειτα από κάμποσες μέρες και αφού είχε αναρρώσει κάπως, ο Κούνιο θα επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη, όπου θα γίνει η φωνή όλων εκείνων που δεν επέστρεψαν από το Αουσβιτς.

